RSS

Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη

21 Αυγ

Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη [1]

- I - Η Γνωστική Διαδικασία.
α.- Η ψυχή.
β.- Η δύο πηγές της γνώσης : η αισθητικότητα και ο νους.
γ.- Η διαίρεση του νου σε θεωρητικό και πρακτικό : η θεωρητική και η πρακτική γνώση.
- ΙΙ - Η Νόηση.
α..- Νόηση και έννοιες ή νοήματα.
β.- Οι απολύτως πρώτες έννοιες και ο σχηματισμός των προτάσεων : η αλήθεια και η πλάνη.
γ.- Η έννοια της αρετής : η σοφία και η φρόνηση.

Εισαγωγή
Ο Kant όριζε την γνώση ως ένα σύνολο από αναπαραστάσεις, οι οποίες έχουν γεννηθεί στο εσωτερικό της συνείδησης και οι οποίες έχουν συγκριθεί και συνδεθεί μεταξύ τους. Οι αναπαραστάσεις σχηματίζονται από την ενεργοποίηση των δύο γνωστικών δυνάμεων της ανθρώπινης συνείδησης. Της αισθητικότητας και του νου ή λόγου. Οι δύο γνωστικές δυνάμεις οικειοποιούνται τις ιδιότητες των αντικειμένων, κι’ έτσι μεταφέρουν στο εσωτερικό της συνείδησης πληροφορίες σχετικά μ’ αυτά. Το σύνολο των πληροφοριών, που αποκτούμε χάρις στην δραστηριοποίηση των γνωστικών δυνάμεων της συνείδησής μας, είναι γνώση.

Ο Πλάτων περιγράφει κατά τρόπο συστηματικό την γέννηση της γνώσης ως μία συνολική διαδικασία, η οποία εκκινά από την επίδραση των αισθητών αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου επί της αισθητικότητας ή αισθητικής δύναμης της συνείδησης (ψυχής) και ολοκληρώνεται με την εκφορά κρίσεων και τον σχηματισμό προτάσεων από τον νου ή λόγο.

Ο Αριστοτέλης, [2] θα θεωρήσει ότι το σημείο αφετηρίας απόκτησης των γνώσεων είναι η επίδραση του αισθητού αντικειμένου πάνω στην αισθητική δύναμη της συνείδησης. Η ενεργοποίηση της αισθητικότητας παράγει αισθητές εικόνες ή φαντασίες, όπως τις αποκαλεί, οι οποίες με την σειρά τους προκαλούν την δραστηριοποίηση του νου και την παραγωγή των εννοιών.

Άρα, η απόκτηση των γνώσεων παρίσταται ως μία συνολική διαδικασία, την οποία θα αποκαλούσαμε γνωστική διαδικασία (Ι), η οποία εκτυλισσόμενη μέσα στον χρόνο έχει ως σημείο αφετηρίας την γέννηση μέσα στην συνείδηση των αισθητών αναπαραστάσεων και κορυφούται με την νόηση (ΙΙ), από την οποία προκύπτουν οι έλλογες αναπαραστάσεις ή έννοιες.

 

Ι.- Η Γνωστική Διαδικασία

Α.- H ψυχή

Τί σημαίνει η λέξη ψυχή στον Αριστοτέλη; Ο Αριστοτέλης συνδέει την έννοια της ψυχής με την έννοια της ουσίας. Η ουσία των όντων αποτελείται από ύλη και ενέργεια. Η ψυχή είναι μία ειδική μορφή ενέργειας, η οποία αναπτύσσεται στο εσωτερικό των εμβίων όντων. Η ιδιαιτερότητά της συνίσταται στο ότι επιτελεί ένα σύνολο από λειτουργίες, που συνιστούν το γεγονός της ζωής.
Οι ψυχικές λειτουργίες είναι το αποτέλεσμα της δράσης των πέντε ειδικώτερων δυνάμεων της ψυχής.
Η θρεπτική δύναμη
, η οποία είναι κοινή σ’ όλους τους ζώντες οργανισμούς, ακόμη και στα φυτά και η οποία επιτελεί τις λειτουργίες της διατήρησης του οργανισμού στην ζωή και της αναπαραγωγής του είδους.
H αισθητική δύναμη, η οποία παράγει τις αισθήσεις και τα αισθήματα της ηδονής (χαράς) και της λύπης.
Η ορεκτική δύναμη, η οποία προϋποθέτει την αισθητική δύναμη και προκαλεί τις ορέξεις.

Οι ορέξεις είναι δύο ειδών.
Η επιθυμία, η οποία είναι η όρεξη του ηδέος (ηδονικού, ευχάριστου) και ως εκ τούτου, επειδή εμποδίζει τον δρώντα άνθρωπο να διακρίνει το αληθές αγαθόν και να προγραμματίσει κατά τρόπο ορθό το μέλλον και την ζωή του, είναι άλογη.
Η βούληση, δηλαδή η όρεξη, η οποία, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως έλλογη όρεξη, διότι προέρχεται από την δραστηριότητα του πρακτικού νου (λόγου) ο οποίος έχει τη δυνατότητα να προβλέπει το μέλλον.

Η νοητική ή διανοητική δύναμη, ή λόγος, η οποία προκαλεί την νόηση, και
Η κινητική δύναμη, η οποία είναι η αιτία της κατά τόπον κίνησης.
Η γνωστική διαδικασία συνδέεται με την αισθητική και νοητική δύναμη, δηλαδή δύο ψυχικές δυνάμεις, που αποτελούν τις δύο κύριες πηγές της ανθρώπινης γνώσης.
-Η σύγχρονη επιστήμη ανάγει τις λειτουργίες της αισθητικότητας και του νου στις λειτουργίες των τμημάτων του εγκεφάλου.-

Β.- Οι δύο πηγές της γνώσης : η αισθητικότητα και ο νους

Η γνώση προκύπτει από την δυναμική σχέση αλληλενέργειας, η οποία αναπτύσσεται ανάμεσα στα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου και τις δύο γνωστικές δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής, την αισθητικότητα και τον νου ή λόγο. Συνεπώς, η γνώση στο σύνολό της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα της ενεργοποίησης των δύο γνωστικών δυνάμεων της ψυχής, της αισθητικότητας και του νου, ενεργοποίηση η οποία προκαλείται από την επίδραση κυρίως των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου πάνω στις δύο γνωστικές δυνάμεις της ψυχής ή συνείδησης. [3]

Οι αισθητές εικόνες είναι φορείς δύο διαφορετικών ειδών πληροφοριών.
-Με τις πέντε αισθήσεις οι αισθητές εικόνες μας πληροφορούν για την ύπαρξη των αντικειμένων.
-Η αισθητικότητα, προκαλεί και εικόνες, που είναι φορείς αισθημάτων χαράς ή λύπης.

Και στις δύο περιπτώσεις, η γνώση συντελείται διαμέσου των αισθητών εικόνων, που παράγονται από τις αισθήσεις.

Το σύνολο των αισθητών εικόνων, που είναι φορείς είτε πληροφοριών, είτε αισθημάτων χαράς ή λύπης, αποτελεί την ύλη, πάνω στην οποία ενεργεί ο νους. Η άσκηση της νοητικής λειτουργίας προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη αισθητών εικόνων στο εσωτερικό της ψυχής. Επομένως, ο νους βρίσκει στο εσωτερικό της συνείδησης, ή καθαρές εικόνες, που μας μεταφέρουν κατά τρόπο ουδέτερο πληροφορίες, ή ορέξεις, οι οποίες προήλθαν από εικόνες φορείς αισθημάτων χαράς ή λύπης.

Τούτο σημαίνει, ότι η ενέργεια του νου αναπτύσσεται είτε πάνω στις καθαρές εικόνες, είτε πάνω στις ορέξεις. Η ενέργεια του νου, δηλαδή η νόηση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκφορά κρίσεων με τις οποίες ο νους γνωρίζει το αντικείμενό του.

Γ.- Η διάκριση του νου σε θεωρητικό και πρακτικό : η θεωρητική και η πρακτική γνώση

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουμε την διαίρεση του νου σε θεωρητικό και πρακτικό, καθώς και την συναφή διαίρεση της γνώσης σε θεωρητική και πρακτική.

Όταν ο νους ασκεί την ενέργειά του πάνω στις εικόνες, τότε, μας γεννάται η όρεξη να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερο για τα αντικείμενα του άμεσου εξωτερικού περιβάλλοντος μας και για τον κόσμο γενικώτερα. Έτσι, γεννήθηκε στην συνείδηση των ανθρώπων η περιέργεια να γνωρίσουν από τα πιο μικρά και άμεσα, έως τα πιο μεγάλα και απώτατα. Η επιθυμία αυτή έχει σκοπό την ικανοποίηση της γνωστικής μας περιέργειας. Το ανθρώπινο ον από την φύση του ορέγεται του ειδέναι. Η γνώση που αποκτούμε εξετάζοντας τον κόσμο δεν έχει άλλο σκοπό παρά την ικανοποίηση της έμφυτης περιέργειάς μας για γνώση.

Ο νούς που ασχολείται με την μελέτη του όντος και του κόσμου αποκαλείται θεωρητικός, ενώ η γνώση που παράγει θα πρέπει να ονομασθεί θεωρητική γνώση.

Όταν, όμως, ο νους συμπλέκεται με την όρεξη ή τις ορέξεις, το ενδιαφέρον του στρέφεται προς το αντικείμενο ή το πρόσωπο, που προκάλεσε τα ευχάριστα αισθήματα της χαράς ή τα δυσάρεστα της λύπης. Η όρεξη είναι η κινούσα αιτία της ανθρώπινης πράξης, διότι κινεί ενστικτωδώς τον άνθρωπο προς το αντικείμενο ανεξάρτητα από έλλογες διαδικασίες και τον λογισμό. Το αντικείμενο της όρεξης, το ορεκτόν, καθίσταται έτσι και αντικείμενο επιδίωξης του νου, διότι τον ερεθίζει και τον ενεργοποιεί όπως την όρεξη. Η όρεξη, όμως, και η εικόνα ή φαντασία του ορεκτού, που την συνοδεύει, κινδυνεύουν να είναι και ορθές και μή ορθές, αφού εκείνο, που τις έλκει είναι η άμεση προσδοκία της ηδονής, που το ορεκτό τους υπόσχεται.

Γι’ αυτό τον λόγο, το ορεκτό είναι δυνατόν να ταυτισθεί προς το φαινόμενο αγαθόν, δηλαδή προς ένα αντικείμενο το οποίο προσωρινά μπορεί να είναι ευχάριστο, ένεκα της ηδονής που προκαλεί, αλλά μακροπρόθεσμα να είναι επιβλαβές για τον ορεγόμενο άνθρωπο. (η επιθυμία, δηλαδή η άλογη όρεξη, βλέπει μόνο αυτό που εμφανίζεται ως προσωρινά ευχάριστο χωρίς να δύναται να προβλέψει το μέλλον.) Εν όψει αυτής της κατάστασης, ο νους θα αξιολογήσει τους κινδύνους και θα κρίνει το παρόν σε σχέση προς το μέλλον. Κατά την βούλευσή του, θα προσπαθήσει να αποφύγει την επιρροή της πρόσκαιρης ηδονής και θα σταθμίσει τα πράγματα εν όψει του πραγματικού συμφέροντος του προσώπου. Ο νους, σε αντίθεση με την φαντασία και την όρεξη, αληθεύει και, ως εκ τούτου, είναι πάντα ορθός. Η αξιολόγηση ενός αντικειμένου ως αγαθού, οδηγεί τον νου στο συμπέρασμα, ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο μπορεί να είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για την ικανοποίηση μιας ή περισσότερων αναγκών του υποκειμένου. Κι’ έτσι, μας προτρέπει να επιδιώξουμε την απόκτησή του. Αντίθετα, εάν αποφανθεί ότι το αντικείμενο είναι κακό, τότε μας συμβουλεύει την αποφυγή του. Με την τελευταία του κρίση, με την οποία προσδιορίζει την επιδίωξη ή την αποφυγή του συγκεκριμένου αντικειμένου, ο νους διαμορφώνει μία αμιγώς έλλογη όρεξη, την βούληση, η οποία κάμπτει την αντίσταση της άλογης όρεξης, της επιθυμίας, και ηγείται της ανθρώπινης πράξης. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο νους αναδεικνύεται σε κινούσα αιτία της ανθρώπινης πράξης και θα πρέπει να ονομασθεί πρακτικός, διότι σε αντίθεση προς τον θεωρητικό νου δεν σχηματίζει γνώσεις χάριν της θεωρίας, αλλά για να κατευθύνει την ανθρώπινη πράξη προς ένα συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό, χρήσιμο και ωφέλιμο. Συναφώς, η γνώση του θα αποκληθεί πρακτική γνώση.

Εν όψει των ανωτέρω, θα συμπεραίναμε, ότι δύο είναι τα κριτήρια της διάκρισης του νου σε θεωρητικό και πρακτικό, καθώς και της γνώσης σε θεωρητική και πρακτική.
Το πρώτο αναφέρεται στο αντικείμενο. Ο θεωρητικός νους εξετάζει τον Κόσμο, ενώ ο πρακτικός το αγαθό.
Και το δεύτερο έχει σχέση με το σκοπό. Ο θεωρητικός νους γνωρίζει το αντικείμενό του χωρίς να αποβλέπει σ’ ένα χρήσιμο ή ωφέλιμο σκοπό, ενώ αντίθετα η γνώση του πρακτικού νου έχει ως σκοπό την αξιολόγηση ενός αντικειμένου ως αγαθού, το οποίο είναι ωφέλιμο και χρήσιμο για τον ανθρώπινο βίο και του οποίου η απόκτηση είναι σε θέση να ικανοποιήσει μία ανάγκη και να καταστήσει ευτυχισμένο ή ευδαίμονα τον άνθρωπο.
Από αυτή την άποψη, ο πρακτικός νους διαμορφώνει την όρεξη με σκοπό να κατευθύνει την ανθρώπινη πράξη.


ΙΙ.- Η Νόηση

Α.- Νόηση και έννοιες ή νοήματα

Η γνωστική διαδικασία αποτελείται από δύο στάδια.
Το πρώτο αρχίζει με την επίδραση των αισθητών αντικειμένων πάνω στη αισθητικότητα, η οποία προκαλεί στο εσωτερικό της συνείδησης είτε αισθητές εικόνες, είτε αισθήματα και ορέξεις.
Το δεύτερο, περιλαμβάνει την ενέργεια του θεωρητικού νου πάνω στις αισθητές εικόνες, και την ενέργεια του πρακτικού νου πάνω στα αισθήματα, που προέρχονται από τις αισθήσεις, με σκοπό να διαμορφώσει την όρεξη και να κατευθύνει την πράξη.
Η ενέργεια του νου αποκαλείται νόηση και οδηγεί στην παραγωγή της έννοιας ή νοήματος.
Με τις έννοιες, ο νους καρπώνεται τις νοητές ιδιότητες του αντικειμένου. Επομένως, αν το αντικείμενο περιλαμβάνει δύο είδη ιδιοτήτων, τις αισθητές και τις νοητές, τότε υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στις ιδιότητες του αντικειμένου και στις γνωστικές δυνάμεις, που θα τις γνωρίσουν: οι αισθητές θα γνωστούν από την αισθητικότητα και οι νοητές από τον νου. «O νους είδος ειδών και η αίσθησις είδος αισθητών».
Πρέπει, να διακρίνουμε την νόηση και τις έννοιες του θεωρητικού, από αυτές του πρακτικού νου.
Η νόηση του πρώτου περιορίζεται στην απόκτηση γνώσεων και τον σχηματισμό εννοιών χωρίς να αποβλέπει στην ενεργοποίηση της όρεξης και την διενέργεια πράξεων.
Αντίθετα, η νόηση του πρακτικού νου περιλαμβάνει δύο διαφορετικές, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες λειτουργίες.
Κατ’ αρχήν,
ο πρακτικός νους συλλαμβάνει τις θεμελιώδεις έννοιες, που έχουν σχέση με την πρακτική δραστηριότητα του ανθρωπίνου όντος, δηλαδή
τις έννοιες του αγαθού (καλού) και του κακού, του δικαίου και του αδίκου, καθώς και του συμφέροντος και του βλαβερού. Και στην συνέχεια, αφού σχηματίσει αυτές τις έννοιες γενικώς, τις εξειδικεύσει στην συγκεκριμένη περίπτωση, διαμορφώνει την όρεξη ανάλογα και δίνει εντολή προς ενέργεια και πράξη.
Συνεπώς, η νόηση του πρακτικού νου χαρακτηρίζεται από δύο στάδια, εκ των οποίων το πρώτο είναι θεωρητικής και το δεύτερο, που ακολουθεί, εκτελεστικής ή πρακτικής φύσεως.
Η επισήμανση έχει την ιδιαίτερη σημασία της, διότι αναδεικνύει τις δυσκολίες, που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος κατά την πρακτική του δραστηριότητα, να εφαρμόζει τις έννοιες, τις οποίες έχει συλλάβει «θεωρητικώς» ο πρακτικός νους.

Β.- Οι απολύτως πρώτες έννοιες και ο σχηματισμός των προτάσεων : η αλήθεια και η πλάνη ή ψεύδος

Η νόηση οδηγεί σε μία ιδιαίτερη μορφή γνώσης, κατά γένος και ποιοτικά διαφορετική από αυτήν της αίσθησης. Οι κρίσεις του νου υπόκεινται στην δυνατότητα του ψεύδους και της πλάνης. Με την νόηση, όμως, υπερβαίνοντας το φαινόμενο και την πλάνη, ο ενεργεία νους δύναται να οδηγήσει στην εκφορά αληθών κρίσεων στους τομείς στους οποίους αναπτύσσει την γνωστική του δραστηριότητα. Ας δούμε, όμως, πώς ο νους οδηγείται στην πλάνη και το ψεύδος, όταν ενεργεί επι των δεδομένων των αισθήσεων.

Ο νους ανατρέχει στις αρχικές αιτίες και συλλαμβάνει τις απολύτως πρώτες έννοιες του αντικειμένου του. Ο νους είναι η ψυχική δύναμη, η οποία γνωρίζει τις πρώτες αιτίες και τις πρώτες αρχές : o θεωρητικός, τις αρχές του ΄Οντος (Σύμπαντος) και ο πρακτικός της ανθρώπινης πράξης. Τόσο ο θεωρητικός, όσο και ο πρακτικός νους σχηματίζουν τις απολύτως πρώτες έννοιες ή τα απολύτως πρώτα νοήματα, που αφορούν στην γνώση του αντίστοιχου αντικειμένου τους.

Ο θεωρητικός νους ούτε αληθεύει, ούτε πλανάται (ψεύδεται). Οι απλές και αδιαίρετες έννοιες, δεν είναι ούτε αληθείς, ούτε ψευδείς. Η αλήθεια και το ψεύδος εμφανίζονται από την στιγμή, που ο νους συνθέτει, ενώνοντας, ή διαιρεί, χωρίζοντας, δύο έννοιες, δηλαδή μόλις προσθέσει κάτι στην αρχική έννοια. Οι λέξεις όταν προφέρονται από μόνες τους, οι έννοιες στις οποίες παραπέμπουν δεν υπόκεινται στον κανόνα της αλήθειας και του ψεύδους.

Ο πρακτικός νούς, σχηματίζοντας τις έννοιες των όντων ή των πραγμάτων, δεν αληθεύει ούτε πλανάται, πριν κρίνει και προσθέσει σ’ αυτές τις αξιολογικές έννοιες του αγαθού (καλού) ή του κακού, του δικαίου ή του αδίκου, του συμφέροντος ή του βλαβερού. Η αλήθεια και η πλάνη (ψεύδος) δεν υπάρχουν μέσα στα πράγματα, τα οποία αυτά καθ’ εαυτά είναι αυτά που είναι, αλλά παρεισφρύουν μέσα στην συνείδησή μας, διότι εξαρτώνται από τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο γνωρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. «ου γαρ έστι το ψεύδος και το αληθές εν τοις πράγμασιν … αλλ’ εν διανοία».

Η αλήθεια και η πλάνη (ψεύδος) εμφανίζονται, κατά την σύνθεση ή συμπλοκή των πρώτων, απλών νοημάτων, αυτών δηλαδή που αφορούν στην ύπαρξη (ον) ή την ανυπαρξία (μη ον) του όντος ή πράγματος, το οποίο ο θεωρητικός νους επιχειρεί να γνωρίσει ή ο πρακτικός νους να αξιολογήσει ως αγαθό.
Αυτό είναι το πρώτο στάδιο της γνωστικής διαδικασίας ως προς την αλήθεια και την πλάνη.
Το δεύτερο χαρακτηρίζεται από τις κρίσεις, που αφορούν στις ιδιότητες του πράγματος. Δηλαδή, αφού ο νους αποφανθεί ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός όντος ή πράγματος, στην συνέχεια εξετάζει τις ιδιότητές του. Και ως προς αυτό το σημείο ο νους, είτε ο θεωρητικός, είτε ο πρακτικός, είναι δυνατόν να αληθεύσει ή να πλανηθεί. Οι αιτίες, οι οποίες επηρεάζουν την κρίση του νου και εκτρέπουν την νόηση από την πορεία της προς την αλήθεια είναι η απόσταση του αισθητού αντικειμένου, τα πάθη, η νόσος και ο ύπνος. Π.χ., ο φόβος εν όψει ενός επικειμένου κακού, είναι δυνατόν να οδηγήσει τον πρακτικό νου σε μία λανθασμένη κρίση ως προς την αξιολόγηση ενός πράγματος ως καλού ή κακού και να προκαλέσει ανάλογη συμπεριφορά, ή, ακόμη, ο φθόνος έναντι ενός προσώπου αλλοιώνει την κρίση του πρακτικού νου ως προς αυτό το πρόσωπο και την αξία του, με αποτέλεσμα εάν το πρόσωπο Χ έχει ν αξία, ο πρακτικός νους, υπό την επίρρεια του φθόνου, να αποφαίνεται ότι η αξία του Χ είναι ν-1.

Γ.- H έννοια της αρετής : η σοφία και η φρόνηση

Κοινή χαρακτηριστική ιδιότητα, τόσο του θεωρητικού όσο και του πρακτικού νου, είναι η προσπάθειά τους να γνωρίσουν κατά τρόπο ολοκληρωμένο και αληθή το αντικείμενό τους : ο θεωρητικός νους τον κόσμο και ο πρακτικός το αγαθό, το δίκαιο και το αληθές συμφέρον. Εάν κατορθώσουν να επιτύχουν το σκοπό τους, περιάγονται σε μία κατάσταση τελειότητας, η οποία ονομάζεται αρετή. Η αρετή ενός όντος ή πράγματος ταυτίζεται με την τελειοποίησή του, όταν το ον ή πράγμα ασκεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την λειτουργία, που από την φύση του είναι προορισμένο να ασκήσει, κι’ έτσι παράγει το οικείον του έργο. Κατά τον ίδιο τρόπο, υπάρχει και μία αρετή της ψυχής, η οποία δημιουργείται από την ενεργοποίηση των δυνάμεων της ψυχής και την παραγωγή του οικείου έργου της καθεμιάς από αυτές.

Η ενεργοποίηση τόσο του θεωρητικού νου με σκοπό την απόκτηση αληθών γνώσεων χάριν της θεωρίας, όσο και του πρακτικού νου προκειμένου να διαμορφώσει μία ορθή και αληθή όρεξη για το αγαθό, το δίκαιο και το αληθές συμφέρον, τα οποία αποτελούν αντικείμενα της όρεξης, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η αντίστοιχη αρετή τους, διότι αληθεύοντας περιάγονται σε κατάσταση τελειότητας.

Η αλήθεια, συμπίπτει με την αρετή του νου γενικώς, αλλά επειδή ο νους διαιρείται σε θεωρητικό και πρακτικό, καθένας από τους δύο θα πρέπει να έχει την αντίστοιχη αρετή του. Συνεπώς, άλλη είναι η αρετή του θεωρητικού, και άλλη εκείνη του πρακτικού νου.
Οι αληθείς κρίσεις του θεωρητικού νου συμπίπτουν με τον εντοπισμό και την σύλληψη της αιτίας. Η γνώση της αιτίας ή των αιτιών ενός όντος ή ενός συνόλου όντων και φαινομένων καλείται επιστήμη. Όταν, όμως, ο θεωρητικός νους με αφετηρία τα επί μέρους όντα και φαινόμενα ανάγεται σταδιακώς στην σύλληψη των απολύτως πρώτων αρχών της δημιουργίας του Κόσμου και του Όντος, τότε αυτή η καθολική γνώση ονομάζεται σοφία.
Τούτο σημαίνει, ότι ο πρακτικός νους αναγόμενος στο ύψος της σοφίας περιάγεται σε κατάσταση τελειότητας, όσον αφορά στην γνώση του Όντος και του Σύμπαντος. Γι’ αυτό τον λόγο, η σοφία πρέπει να θεωρηθεί ως η αρετή του θεωρητικού νου.
Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής γνώσης του Κόσμου, η οποία μας παρέχεται από τον πρακτικό νου και την σοφία, και η οποία είναι ανεξάρτητη από τον άνθρωπο και την ευδαιμονία του, ο πρακτικός νους θα θεωρήσει τον άνθρωπο και τα προβλήματά του.
Όπως ο θεωρητικός νους οδηγείται στην αλήθεια με την επιστήμη και την σοφία, κατά τον ίδιο τρόπο ο πρακτικός νους αληθεύει με την φρόνηση. Η φρόνηση διαφοροποιείται ως προς την επιστήμη και την σοφία, εκ του γεγονότος ότι αληθεύει στον τομέα, που έχει σχέση προς τον άνθρωπο και ό,τι σχετίζεται προς το αγαθό, το ευ ζην και την ευδαιμονία του.

Επειδή, όμως, ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό και πολιτικόν ον, η φρόνηση θα θεωρήσει τον άνθρωπο και την ευδαιμονία του στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνίας, προσπαθώντας να συνδυάσει τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των πολιτών προκειμένου να τα εναρμονίσει και να επιτευχθεί η ευδαιμονία όλων των πολιτών. Από αυτή την άποψη, ο πρακτικός νους με την φρόνηση αναδεικνύεται σε δύναμη αρχιτεκτονική, δηλαδή σε μία δύναμη η οποία αγκαλιάζει το σύνολο των προβλημάτων της ανθρώπινης ύπαρξης σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Υπ’ αυτή την έννοια, η φρόνηση ταυτίζεται με την πολιτική και καθορίζει όχι μόνον το καλό και το αγαθό του πολίτη, αλλά επίσης και τί είναι δίκαιο για την πολιτική κοινωνία στο σύνολό της.

Ο χαρακτηρισμός της φρόνησης και της πολιτικής ως αρχιτεκτονικών δυνάμεων ή έξεων, επιβάλλει την διευκρίνηση της σημασίας της λέξης «αρχιτεκτονική» και τον προσδιορισμό της έννοιάς της.

Στην ορολογία του Αριστοτέλους, μία δύναμη ή επιστήμη είναι αρχιτεκτονική, όταν, ένεκα της γενικότητάς της, ο σκοπός και το έργο, στα οποία αποβλέπει, περιέχει τον σκοπό των ειδικωτέρων επιστημών, οι οποίες υπάγονται σ’ αυτήν. Πράγματι, θα υπογραμμίσει ο Αριστοτέλης, το αγαθό αποτελεί το τέλος, ή τον σκοπό, προς το οποίο αποβλέπει κάθε ανθρώπινη ενέργεια ή δραστηριότητα. Επειδή δε οι ανθρώπινες ενέργειες και πράξεις είναι πολλές, κάθε μία από αυτές έχει τον ιδιαίτερο σκοπό της, ο οποίος καθορίζεται από την αντίστοιχη τέχνη ή επιστήμη, που εκφράζει την γνώση αυτού του σκοπού. Π.χ., η ιατρική στοχεύει την υγεία, η ναυπηγική την κατασκευή του πλοίου, η στρατηγική την νίκη και η οικονομία τον πλούτο. Συμβαίνει, όμως, οι σκοποί ορισμένων επιστημών ή τεχνών να είναι συναφείς. Τότε, υπακούοντας στην λογική ανάγκη της σχέσης του γενικού προς το ειδικό, οι σκοποί ιεραρχούνται, προτασσομένου εκείνου, ο οποίος είναι ο πλέον γενικός και στον οποίο όλοι οι υπόλοιποι υπάγονται.

Κατά τον ίδιο τρόπο, θα ιεραρχηθούν και οι επιστήμες ή οι τέχνες, οι οποίες αντιστοιχούν σ’ αυτούς τους σκοπούς. Η επιστήμη ή η τέχνη, η οποία θέτει τον πλέον γενικό σκοπό θα θεωρηθεί ως η πλέον υψηλή και ευγενής και αυτή, που θα σχηματίσει, όπως ο αρχιτέκτων, το γενικό σχέδιο, που θα οδηγήσει στην επίτευξη του τελικού στόχου. Άρα, θα είναι αυτή, που θα καθοδηγήσει και θα συντονίσει τις επί μέρους και ιδιαίτερες επιστήμες ή τέχνες, οι οποίες θε τεθούν υπό την αιγίδα της. Λόγου χάριν, ο ιδιαίτερος σκοπός κάθε πολεμικής τέχνης εντάσσεται και υπάγεται στον γενικώτερο σκοπό της στρατηγικής. Αυτή η τελευταία, καθορίζοντας τον γενικό σκοπό, αίρεται στο ύψος της αρχιτεκτονικής δύναμης και οποία επεξεργάζεται το γενικό πρόγραμμα, το οποίο θα οδηγήσει στην νίκη. Άρα, κάθε ιδιαίτερη πολεμική τέχνη, π.χ. η τέχνη της κατασκευής των όπλων, θα υπαχθεί στον γενικό σχεδιασμό της στρατηγικής, η οποία θα καθορίσει τα μέσα προς επίτευξη του σκοπού, τον χρόνο των επί μέρους ενεργειών, τους τακτικούς ελιγμούς, και ούτω καθεξής.

Η ιεραρχία των σκοπών των ανθρώπινων πράξεων, ενεργειών ή δραστηριοτήτων, μας οδηγεί κατά λογική ανάγκη στον προσδιορισμό ενός τελικού σκοπού, στον οποίο θα υπαχθούν όλοι οι υπόλοιποι ιδιαίτεροι σκοποί.
Λέγομεν κατά λογική ανάγκη, διότι είναι αναγκαίο να θέσουμε έναν τελευταίο, τελικό σκοπό, πέραν του οποίου δεν υπάρχει άλλος, διότι διαφορετικά θα έπρεπε να μεταθέτουμε συνεχώς τον τελικό σκοπό των πράξεών μας, με αποτέλεσμα να οδηγούμεθα στο άπειρο. Μία τέτοια διαδικασία, όμως, προσκρούει στους κανόνες της λογικής, γι’ αυτό τον λόγο θα θέσουμε ως υπόθεση, ότι υπάρχει ένας τελικός σκοπός των πράξεων και των ενεργειών μας, ο οποίος είναι το «αγαθόν και το άριστον».

Ποιό, όμως, είναι αυτό το αγαθό και άριστο, και, επομένως, πώς θα καθορισθεί η φύση του; Διότι, όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς, πρόκειται για ένα ζήτημα καθοριστικής σημασίας για τον ανθρώπινο βίο. Άν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας σαν ένα τοξότη, ο οποίος, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του, θα πρέπει να γνωρίζει να στοχεύει καλώς. Ο στόχος μας θα είναι να γνωρίσουμε το αγαθό, αφού η γνώση του έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον βίο μας. Η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί πολλές γνώσεις, ενώ η έλλογη οργάνωσή τους θα πρέπει να ανατεθεί σε μία αρχιτεκτονική δύναμη της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία θα ανάγει το σύνολο αυτών των γνώσεων σε σύστημα και επιστήμη. Η «καθ’ ύλην αρμόδια ψυχική δύναμη» είναι ο πρακτικός νους, ο οποίος με την πρακτική αρετή της φρόνησης καθορίζει την φύση του αγαθού γενικώς. Εξειδικεύοντας την έννοια του αγαθού στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνίας, η φρόνηση, όπως το αναφέραμε, ταυτίζεται με την πολιτική επιστήμη. Συνεπώς, η πολιτική αποδεικνύεται η αρχιτεκτονική επιστήμη, που ορίζει το αγαθό στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνίας. Ως αρχιτεκτονική δύναμη ή επιστήμη, η πολιτική ορίζει τον τελικό σκοπό της κοινωνικής συμβίωσης των πολιτών, ο οποίος ταυτίζεται προς το ευ ζην ή την ευδαιμονία όλων των πολιτών της πολιτικής κοινωνίας, ήτοι την αυτάρκεια, υπό την έννοια της κατά φύσιν ανάπτυξης όλων των διανοητικών και ηθικών δυνάμεων του πολίτη. Ταυτόχρονα, προκειμένου να επιτύχει αυτό τον σκοπό, θα συλλάβει το γενικό σχέδιο της οργάνωσης της πολιτείας. Προς τούτο, θα αξιοποιήσει τις γνώσεις όλων των μερικωτέρων επιστημών, όπως λόγου χάριν της στρατηγικής, της οικονομίας και της ρητορικής, οι οποίες θε τεθούν υπό την αιγίδα της. Με την βοήθεια, λοιπόν, των γνώσεων όλων των επιστημών, η πολιτική θα καθορίσει τους κανόνες συμπεριφοράς των πολιτών, καθορίζοντας τα δικαιώματά τους, επιτρέποντας τί πρέπει να κάνουν, και τις υποχρεώσεις τους, απαγορεύοντας τί δεν πρέπει να κάνουν. Στον βαθμό δε, που προσδίδει καθολική ισχύ σ’ αυτούς τους κανόνες, δηλαδή στον βαθμό που οι κανόνες αποκτούν το κύρος του νόμου ισχύοντας ανεξαιρέτως για όλους τους πολίτες, η πολιτική θεσπίζει τους νόμους της πολιτείας, αιρόμενη στο ύψος της νομοθεσίας, έχοντας ως απώτερο τελικό σκοπό το αγαθό, δηλαδή την πραγματοποίηση του καλού, της ευτυχίας και της ευδαιμονίας όλων των πολιτών. Πράγματι, ως αρχιτεκτονική δύναμη η πολιτική ενδιαφέρεται βεβαίως για το καλό ενός εκάστου των πολιτών, αλλά πρωτίστως για το καλό του συνόλου. Επομένως, αν το αγαθό αποτελεί γενικώς τον τελικό σκοπό της πολιτικής επιστήμης, η έννοια του αγαθού, στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνίας, θα πρέπει να εξειδικευτεί, εν όψει των ιδιαιτέρων συνθηκών, που χαρακτηρίζουν την οργάνωσή της. Η εμπειρία αποδεικνύει, ότι ως προς τα θέματα του αγαθού και του δικαίου, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πολιτικής, οι αντιλήψεις των ανθρώπων διαφέρουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαμορφώνουν διαφορετικές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης, οι οποίες οδηγούν σε σύγκρουση των συμφερόντων τους και σε πολιτειακές μεταβολές. Η πραγματικότητα, δηλαδή η κοινωνική και πολιτική εμπειρία, μας διδάσκει, ότι το προσωπικό συμφέρον του κάθε πολίτη είναι δυνατόν να συγκρούεται με αυτό των υπολοίπων, ήτοι το γενικό, δημόσιο συμφέρον. Η πολιτική επιστήμη αξιολογώντας και ιεραρχώντας το γενικό και το ειδικό κρίνει, ότι το καλό των πολλών πρέπει να υπερισχύει του συμφέροντος των ολίγων. Και τούτο διότι, η πραγματοποίηση του καλού του κάθε πολίτη ξεχωριστά αποτελεί τον ευγενή στόχο της πολιτικής κοινωνίας, αλλά σε περίπτωση σύγκρουσης των προσωπικών συμφερόντων των πολιτών με το συμφέρον του συνόλου, τότε είναι σπουδαιότερο, ευγενέστερο και θειότερον να σώζεται το καλό και συμφέρον της πόλεως και του έθνους, δηλαδή των περισσοτέρων.

Η ταύτιση της φρόνησης και της πολιτικής επιστήμης οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η φρόνηση μπορεί να ονομασθεί πολιτική φρόνηση. Έχοντας ως τελικό σκοπό την πραγματοποίηση του καλού (αγαθό, ευδαιμονία) όλων των πολιτών, η πολιτική φρόνηση επιχειρεί να ορίσει το δίκαιο σύμφωνα με κανόνες δικαιοσύνης, οι οποίοι ρυθμίζουν τις κοινωνικές σχέσεις, αιρόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο στο επίπεδο της νομοθετικής δύναμης. Ως αρχιτεκτονική δύναμη, η πολιτική φρόνηση συλλαμβάνει και το γενικό και το ειδικό. Κατ’ αρχήν, θα θεσπίσει τους νόμους, οι οποίοι θα αποτελέσουν τον καταστατικό χάρτη της πολιτείας. Θα ονομάζαμε αυτή την φρόνηση, πολιτική φρόνηση εν ευρεία εννοία και θα την αντιδιαστέλαμε προς την πολιτική φρόνηση εν στενή εννοία, η οποία εξειδικεύει τους γενικούς νόμους, που έθεσε η πολιτική φρόνηση εν ευρεία εννοία. Η πολιτική φρόνηση εν στενή εννοία, η οποία διαχειρίζεται τις τρέχουσες πολιτικές υποθέσεις, δαιρείται σε βουλευτική, η οποία θέτει τους νόμους, σε πρακτική, η οποία εκτελεί τους νόμους και σε δικαστική, η οποία κρίνει την συμπεριφορά των αρχόντων και των αρχομένων, όταν αυτοί παραβιάζουν τους νόμους.

Οι διαιρέσεις αυτές της φρόνησης ανταποκρίνοται στην διάκριση των εξουσιών της πολιτείας (Κράτους), η οποία καθιερώνεται από τον Αριστοτέλη. Υπό το πρίσμα αυτής της παρατήρησης, και εν όψει της σύγχρονης αντίληψης των εξουσιών του Κράτους, η βουλευτική φρόνηση ανταποκρίνεται στο βουλευόμενον περί τας αρχάς (νομοθετική εξουσία), η πρακτική φρόνηση στο περί τας αρχάς (εκτελεστική εξουσία) και η δικαστική φρόνηση στο δικάζον (δικαστική εξουσία).]

Συνοψίζοντας ως προς την φρόνηση, θα παρατηρούσαμε, ότι ασχολείται με το σύνολο των προβλημάτων, που άπτονται του ανθρώπου και της ευτυχίας του : το αγαθό, το ευ ζειν, την ευδαιμονία, την νομοθεσία και την οργάνωση της πολιτείας. Οι κρίσεις της έχουν επιτακτικό, δεοντολογικό χαρακτήρα και μετατρέπονται σε ηθικούς κανόνες της προσωπικής συμπεριφοράς και σε νόμους της πολιτείας. Υπ’ αυτή την έννοια, η φρόνηση αναδεικνύεται στην ύπατη αρετή του πρακτικού νου, αλλά όπως και η πηγή από την οποία αναβλύζει, περιέχει δύο στοιχεία : ένα αμιγώς διανοητικό, στον βαθμό που συλλαμβάνει τις έννοιες και τους κανόνες συμπεριφοράς, και ένα πρακτικό-εκτελεστικό, στον βαθμό που εντέλλεται πράξη και ενέργεια με τους δεοντολογικούς κανόνες, που σχηματίζει. Γι’ αυτό τον λόγο, η φρόνηση είναι ταυτοχρόνως και διανοητική και πρακτική αρετή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η διαίρεση της γνώσης σε θεωρητική και πρακτική, όπως την επεχείρησε ο Αριστοτέλης, προσδιορίζει κατά τρόπο διαχρονικό τα δύο κύρια αντικείμενα της ανθρώπινης γνώσης : το Ον (Κόσμος, Σύμπαν) και τον άνθρωπο. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση, ώστε ο άνθρωπος πάντα θα προσπαθεί να γνωρίσει τον Κόσμο μέσα στον οποίο ζει, προκειμένου να ενταχθεί σ’ αυτόν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η εποποιία και η πρόοδος της ανθρώπινης επιστήμης από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας αποδεικνύουν την αέναη προσπάθεια του ανθρωπίνου γένους να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο κατά τρόπο έλλογο. Η σύγχρονη κοσμολογία ερευνώντας τον μακρόκοσμο και ανακαλύπτοντας τους γαλαξίες, η σύγχρονη φυσική διατυπώνοντας την θεωρία της σχετικότητας, η βιολογία διεισδύοντας διαμέσου της διερεύνησης του D.N.A. την ερμηνεία του μικρόκοσμου και των μυστικών των έμβιων οργανισμών και της ζωής, συνιστούν την πορεία του ανθρώπου προς το ιδεώδες της σοφίας, δηλαδή την πλήρη γνώση του Σύμπαντος (Όντος).

Αντίστοιχα στο πεδίο της πρακτικής γνώσης, τα ερωτήματα τι είναι αγαθό, δίκαιο και συμφέρον απασχολούν εναγωνίως τους ανθρώπους κατά την ροή του ιστορικού χρόνου. Από τον ορισμό αυτών των εννοιών εξαρτώνται οι απαντήσεις, που θα δοθούν στα κρίσιμα προβλήματα της οργάνωσης των κοινωνιών διαμέσου της νομοθεσίας. Η βασανιστική πορεία των ανθρώπων προς την κάθαρση της συνείδησής τους από άδικες προκαταλήψεις ως προς τους συνανθρώπους τους δεν εκφράζει παρά την αυτοσυνειδησία του ανθρωπίνου γένους, η οποία συντελείται διαμέσου του πρακτικού νου και της ύπατης αρετής του, της φρόνησης. Η κατάργηση της δουλείας, η καθιέρωση της ελευθερίας ως ύψιστης ατομικής και συλλογικής αξίας, η εμπέδωση της δημοκρατίας, το ιδεώδες της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή αξίες, που ενσωματώθηκαν στα συντάγματα των σύγχρονων κρατών, συνδέονται άμεσα προς την φρόνηση των λαών και των εθνών. Είναι αυτή η φρόνηση, που θέτει κατά τρόπο επιτακτικό τα αιτήματα της αναγωγής του κάθε ανθρώπου σε ευταξία άξια απόλυτου σεβασμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη των ηθικών και διανοητικών ικανοτήτων όλων των ανθρώπων.

Υιοθετώντας το πνεύμα της πυθαγόρειας φιλοσοφίας, οι βασικές αρχές της οποίας είχαν μεταλαμπαδευτεί στην Ακαδημία του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης παρέδωσε στην ανθρωπότητα την αναζήτηση της σοφίας και του βιώματος της φρόνησης ως αρετών, που καλλιεργούν την ανθρώπινη συνείδηση και τον οδηγούν στην ευδαιμονία.

__________
Παραπομπές

[1] H εργασία αυτή δεν εξαντλεί την γνωσιολογία του Αριστοτέλους στο σύνολό της. Ειδικώτερα θέματα, όπως λόγου χάριν η ιδιαίτερη λειτουργία της κάθε αίσθησης, η φύση του νου, η δόξα (υποκειμενική γνώμη), ο ορισμός της επιστήμης, η επαγωγή ως επιστημονική μέθοδος, οι κατηγορίες ως μορφές γνώσης, οι οποίες σημαίνουν τις πλέον γενικές ιδιότητες του Όντος, οι σχέσεις του νου με την γλώσσσα, η μετάβαση από την επιστημονική στην φιλοσοφική γνώση και η δημιουργία της φιλοσοφίας, καθώς και τόσα άλλα, δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας. Στόχος της είναι να περιγράψει σε αδρές γραμμές την μετάβαση από την γνώση των αισθήσεων σ’εκείνη της νόησης, ώστε να ερμηνευθούν οι έννοιες της αλήθειας και του ψεύδους, καθώς και της αρετής, η οποία με την σειρά της οδηγεί στις έννοιες της σοφίας και της φρόνησης.

[2] Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι oι δύο αυτοί φιλόσοφοι συνδέουν την γνωσιολογία με την οντολογία, υπό την έννοια ότι η αντίληψή τους για τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο αποκτούμε τις γνώσεις (γνωσιολογία), τελεί σε άμεση συνάρτηση προς την αντίληψή τους για το Ον (οντολογία), δηλαδή για το Σύμπαν και τον Κόσμο, που αποτελεί το αντικείμενο της γνωστικής προσπάθειας.
Π.χ., η αντίληψη του Πλάτωνος για τον Κόσμο σύμφωνα με την οποία ο Κόσμος διαιρείται σε δύο μέρη, τον αισθητό, φυσικό Κόσμο και τον υπερ-αισθητό, άρα νοητό, κόσμο των Ιδεών, έχει ως αποτέλεσμα, στο επίπεδο της γνωσιολογίας, την παραδοχή της δυνατότητας γνώσης υπεραισθητών αντικειμένων ή όντων, δηλαδή όντων, τα οποία υπερβαίνουν την γνωστική δυνατότητα των αισθήσεων. Για να καταστεί αυτό δυνατόν, θα πρέπει να υποθέσουμε, ότι ο ανθρώπινος νους είναι προικισμένος με μία ιδιαίτερη γνωστική δύναμη, την ενόραση, η οποία του επιτρέπει να γνωρίζει αντικείμενα τα οποία δεν του δίδονται από τις αισθήσεις. Επομένως, η παραδοχή του κόσμου των Ιδεών σε οντολογικό επίπεδο, συνεπάγεται την παραδοχή της ενόρασης σε γνωσιολογικό επίπεδο.
Ο Αριστοτέλης, υποστηρίζοντας ότι το νοητό ευρίσκεται ενσωματωμένο μέσα στο αισθητό αντικείμενο και μη αποδεχόμενος την ύπαρξη του κόσμου των Ιδεών, επεξεργάζεται μία γνωσιολογία, η οποία δεν έχει ανάγκη από την ενόραση ως ειδικής ικανότητας του νου να γνωρίζει υπεραισθητά αντικείμενα. Ο νους ασκεί την γνωστική του ενέργεια μέσα στον ορίζοντα των ορίων, ο οποίος καθορίζεται από τις αισθήσεις. Υπ’ αυτή την έννοια, αν η ενόραση ορισθεί ως η ενέργεια του νου με την οποία γνωρίζει το νοητό και, άρα υπερ-αισθητό αντικείμενο, τότε η ενόραση σύμφωνα με τον Αριστοτέλη συλλαμβάνει το νοητό μέσα στο αισθητό, και όχι έξω από αυτό.
Η ανάλυση αυτή, αφ’ ενός, εξηγεί τις γνωσιολογικές απόψεις του Kant και, αφ’ ετέρου, αποδεικνύει την σύνδεση της σύγχρονης φιλοσοφίας με την κλασσική. Πράγματι, ο Kant διαιρούσε, όπως ο Πλάτων, το αντικείμενο της γνώσης σε αισθητό και σε υπερ-αισθητό ή νοούμενον. Η διαίρεση αυτή τον ανάγκαζε να διακρίνει τον νου (der Verstand) από τον λόγο (die Vernunft) και να υποστηρίζει, ότι το αντικείμενό τους είναι σαφώς διαφορετικό. Ο νους, με την βοήθεια των αισθήσεων, γνωρίζει τα αντικείμενα, τα οποία βρίσκονται στο εσωτερικό του ορίζοντα των αισθήσεων. Ωστόσο, ο νους είναι σε θέση να υποθέσει, ότι υπάρχουν αντικείμενα, τα οποία ευρίσκονται και υπάρχουν πέραν των αισθήσεων, όπως π.χ. ο Θεός. Αυτά τα αντικείμενα ίσως υπάρχουν, αλλά ο νους δεν μπορεί να τα γνωρίσει, διότι δεν έχει την συνδρομή των αισθήσεων, μπορεί απλώς να υποθέσει την ύπαρξή τους, δηλαδή να τα εννοήσει. Πρόκειται για τα αντικείμενα, τα οποία αποκαλούσε νοούμενα (noumenon). ΄Ο,τι, όμως, ο νους δεν είναι σε θέση να γνωρίσει, μήπως ο καθαρός θεωρητικός Λόγος (die reine Vernunft), ως γνωστική δύναμη υπερκείμενη του νου, δύναται να γνωρίσει ; Η απάντηση του Kant θα είναι αρνητική ως προς αυτό το ερώτημα, διότι η απόκτηση νέων γνώσεων, ή, όπως λέγει, η προσθήκη νέων κατηγορουμένων στο υποκείμενο μιας δοθείσης πρότασης, δεν είναι δυνατή χωρίς την βοήθεια των αισθήσεων. Συνεπώς, η προσπάθεια του καθαρού θεωρητικού Λόγου να «πετάξει» και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του πέραν του ορίζοντα των αισθήσεων είναι μάταιη και δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε παραλογισμούς. Κατά κάποιο τρόπο, ο Kant «αριστοτελίζει» στον τομέα της γνωσιολογίας, αφού, όπως και ο Αριστοτέλης, θεωρεί, ότι ο νους δεν υπερβαίνει τα όρια των αισθήσεων.

[3] Η γνωστική διαδικασία αρχίζει με την επίδραση των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, των αισθητών, επί της αισθητικότητας, την οποία ερεθίζουν. Ο ερεθισμός της αισθητικότητας συντελείται με την ενεργοποίηση των αισθητηρίων οργάνων. «της αισθήσεως και του αισθητού, των μεν κατά δύναμιν των δε κατ’ ενέργειαν».
Αποτέλεσμα αυτής της ενεργοποίησης είναι η παραγωγή της αίσθησης, δηλαδή μιας κίνησης η οποία λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της συνείδησης και η οποία αλλοιώνει την αρχική της κατάσταση. Έτσι, η εν ενεργεία αίσθηση, αλλοιώνοντας την ψυχή, παράγει μία εικόνα ή ένα φάντασμα ή φαντασία, στο εσωτερικό της συνείδησης. Η εικόνα αντικαθιστά την αίσθηση και το αισθητό αντικείμενο, που προκάλεσε την αίσθηση. Η διαφορά μεταξύ της εικόνας και του αισθητού αντικειμένου και της αίσθησης συνίσταται στο ότι η εικόνα είναι άυλη, ενώ τόσο το αισθητό όσο και η αίσθηση περιέχουν ύλη. Έτσι, η άυλη εικόνα, αντικαθιστώντας το αισθητό αντικείμενο, λαμβάνει την θέση του στον χώρο της συνείδησης. Με άλλους λόγους, η εικόνα διπλασιάζει το αντικείμενο μέσα στην συνείδηση, δηλαδή είναι μία αναπαράστασή του.
Οι αισθητές εικόνες, άυλες στην ουσία τους και αντικαθιστώντας τα αισθητά αντικείμενα, μεταφέρουν πληροφορίες στο εσωτερικό της συνείδησης.

______________________________________________

Παραπομπή Bloger
Για την περιγραφή της σχέσης μεταξύ ιδεών και αισθητών, πρέπει καταρχήν να αναφέρουμε ότι ο Πλάτωνας ονομάζει αυτή τη σχέση, από τη σκοπιά των αισθητών, μέθεξη ή μίμηση. Όταν αναφέρεται στην ίδια σχέση από την πλευρά των ιδεών μιλά για παρουσία της ιδέας μέσα στα πράγματα ή για κοινωνία της ιδέας με τα πράγματα. Σε κανέναν, ωστόσο, από τους διαλόγους του δεν εξηγεί επακριβώς τη φύση αυτής της σχέσης. Αφήνει, έτσι, ανοιχτό το ενδεχόμενο η παρουσία των ιδεών μέσα στα πράγματα να αποτελέσει προβαθμίδα ώστε να εννοήσει κανείς τις ιδέες όχι ως υπερβατικές αλλά ως εσωτερικές μορφές των πραγμάτων, όπως έκανε αργότερα ο Αριστοτέλης.

Βλ. Vegetti, ό.π., σ. 159.

Από: H Θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα, Δημοσιεύθηκε: 30 Friday January, archive.gr, Θεματική Ενότητα: Φιλοσοφία,© 2003 -2004 Μαστοράκη Ανδρονίκη
__________________________________________________________

Η μία πρόσθετη παραπομπή, οι υπογραμμήσεις, η έμφαση και κάθε αλλίωση της αρχικής αυτής εργασίας, έχουν γίνει με σκοπό να διευκολίνουν τον όχι και τόσο εκπαιδευμένο νου, που όμως έχει όρεξη και βούληση να μάθει περισσότερα.
Είναι πολλοί οι άνθρωποι στην Ελλάδα που δεν είχαν κανένα για να τους δώσει εκείνη την αρχική ώθηση που θα ήταν αρκετή για να αλλάξη το ρου της ζωής των.

Θα είμαι ιδιαίτερα ευτυχής εάν έστω και ένας μόνο άνθρωπος ωφεληθεί από αυτή την “απαράμιλλη” εργασία του: Νικόλαου Κ. Αγγελή, Επίκουρου Καθηγητής Παν/μίου θεσσαλίας

Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη
που μπορείτε να την βρείτε εδώ

Δες επίσης “Αγαθή / Φαύλη πολιτεία


About these ads
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , ,

6 responses to “Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη

  1. Καχύποπτο Κοτσίδι

    Φεβρουαρίου 22, 2014 at 12:23 πμ

    Ένα από τα τελευταία βιβλία του Daniel Kahneman (Nobel Οικονομικών 2002), το “Τhinking fast and slow” http://www.amazon.com/Thinking-Fast-Slow-Daniel-Kahneman/dp/0374533555, βασιζεται εξ’ολοκλήρου στην ανάλυση και επεξήγηση (με πειραματικά μέσα) της διάκρισης που κάνει ο Αριστοτέλης σε θεωρητικό και πρακτικό νου, σε θεωρητική και πρακτική γνώση (χωρίς ωστόσο, αν θυμάμαι καλά, να κάνει ο συγγραφέας νύξη στο έργο του Αριστοτέλη).

     
  2. Καχύποπτο Κοτσίδι

    Φεβρουαρίου 22, 2014 at 12:27 πμ

    όλα ή σχεδόν όλα έχουν ειπωθεί από τους αρχαίους τελικά. Εμείς απλά εμβαθύνουμε

     

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 53 other followers

%d bloggers like this: