RSS

Οι βασικές θέσεις των Στωικών

18 Jul

Στωικοί Ο Στωικισμός αποτελεί μία σημαντική φιλοσοφική σχολή των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων (300 π.Χ. – περίπου 250 μ.Χ.), ιδρυθείσα στην Αθήνα από τον Ζήνωνα τον Κιτιέα με κέντρο την «Ποικίλη Στοά» από όπου και πήρε το όνομά της η Σχολή.

Κατά τους στωικούς, η ανθρώπινη φύση είναι τμήμα της παγκόσμιας φύσης, η οποία καθοδηγείται και κυβερνάται από τον συμπαντικό νόμο της Λογικής. Ο άνθρωπος, ως έλλογο ον, συγγενεύει όχι μόνο με τα άλογα ζώα αλλά και με τους Θεούς και πέραν του ενστίκτου διαθέτει και ηθική αίσθηση.

Κύριο ζητούμενο του βίου είναι συνεπώς το να ζει κάποιος σύμφωνα με την φύση του, η οποία για τον άνθρωπο, μέσω της λογικότητάς του (στα λατινικά ratio), ωθεί προς την Αρετή, άρα το «κατά Φύσιν ζήν» σημαίνει «κατ’ Αρετήν ζήν». Η Αρετή είναι το μόνο αγαθό και μόνο από αυτήν εξαρτάται η ευημερία. Όλα τα υπόλοιπα πράγματα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, στερούνται αξίας, είναι «αδιάφορα».

Σύμφωνα με τον στωικισμό, καθήκον του ανθρώπου είναι να θέσει τον εαυτό του σε αρμονία με το Σύμπαν, το οποίο, ως λογικό και αγαθό, τού μεταφέρει τις ιδιότητές του. Με το να βλάπτει κανείς τους άλλους για το υποτιθέμενο ατομικό του συμφέρον, υπονομεύει κατ’ ουσίαν την ίδια του την φύση. Ο στωικός δεν αρνείται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, ούτε όμως και εξαρτάται από αυτόν, απλώς ζει ατάραχα μέσα του ενώ, σε αντίθεση προς την απόσυρση των επικουρείων, συμμετέχει σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής (λ.χ. πολιτική, οικογένεια, κ.λ.π.).

Κατά τους στωικούς, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους μέσω της κοινής λογικής φύσης τους, η αγάπη και προσφορά για την πατρίδα είναι το πρώτο βήμα της αγάπης και της προσφοράς για την μεγάλη πατρίδα όλων μας, την «κοσμόπολι» της ανθρωπότητας και του Σύμπαντος (που κυβερνάται από αιώνιους και αμετάβλητους φυσικούς νόμους), ένας τεράστιος αριθμός πραγμάτων που οι άνθρωποι αποδέχονται από ένστικτο, μπορεί να αποδειχθεί και με την Λογική, ο συμμερισμός των άλογων συναισθημάτων δεν είναι επιθυμητός, το δίκαιο είναι θέμα όχι άποψης αλλά φύσης, ο βίος καθορίζεται από την Ειμαρμένη και, φυσικά, η Μαντική ευσταθεί.

Οι Θεοί εφορεύουν στην τάξη του Κόσμου και αποτελούν πληθύνσεις μίας αρχικής πολυώνυμης θείας οντότητας, «ζώου λογικού, τελείου και νοερού», που εισδύει παντού και παίρνει τα χαρακτηριστικά του κάθε στοιχείου με το οποίο έρχεται σε επαφή. Νόμος όλων των πραγμάτων είναι η Ειμαρμένη, μία ταυτόχρονα φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια.

Σε αντίθεση προς τους επικούρειους, οι στωικοί δέχονται σε επίπεδο Θρησκείας την προσευχή και την λατρευτική πράξη, μόνο όμως όταν το περιεχόμενό τους βρίσκεται σε συμφωνία με την Μοίρα (Σενέκας, «Naturales Quaestiones», 2. 37 και 5. 25). Η προσευχή δεν μπορεί να αλλάξει τα γεγονότα, μπορεί ωστόσο να φέρει στον άνθρωπο την ορθή πνευματική κατάσταση σε σχέση με αυτά (Μάρκος Αυρήλιος, 9. 40), ενώ ως καλύτερη μορφή λατρείας των Θεών ορίζεται η κατανόηση και μίμηση της αγαθότητάς τους (Σενέκας, «Επιστ.» 95. 47 – 50).

Τέλος, όπως και στον Επικουρισμό, η πιθανότητα προσωπικής αθανασίας (με εξαίρεση την θέση του Ποσειδωνίου, της Μέσης Στοάς) απορρίπτεται.

Πηγή

Οι βασικές θέσεις των Στωικών

Θέσις πρώτη.

Ο Άνθρωπος, ως «έμβιο όν που έχει την ικανότητα να κάνει έλλογη χρήση των παραστάσεών του» («ΖΩΟΝ ΧΡΗΣΤΙΚΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΛΟΓΙΚΩΣ», Επίκτητος), οφείλει να διάγει τον βίο του σε συμφωνία τόσο προς την συμπαντική, όσο και την ανθρώπινη φύση. Για τον Άνθρωπο, το «κατά Φύσιν ζήν» εξασφαλίζεται από την αξιοποίηση του «Λόγου», δηλαδή του πυροειδούς πνεύματος το οποίο εντός των ανθρωπίνων όντων γίνεται η αφορμή της συνειδήσεως της σχέσεως προς εαυτόν, αλλήλους και Κόσμο (η οποία, με τη σειρά της, εκδηλώνεται αυτομάτως ως ικανότης σκέψεως, σχεδιασμού, αναλύσεως και ομιλίας), αξιοσημείωτον είναι δε το γεγονός ότι μέγα τμήμα της φιλοσοφικής προσπαθείας των στωϊκών, αφιερούται τελικώς στην κατάδειξη του ορθού και καταληπτού της εννοίας «Λόγος», πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα της Σχολής, με όλα τα μέσα που είχαν οι διδάσκαλοι της Στοάς στη διάθεσή τους, Ο μέσος Άνθρωπος συνδέεται με την Φύση ή τον Θεό, μόνον ως λογικός, δηλαδή ενεργητικός παράγων. Ο φιλόσοφος Άνθρωπος όμως, αυτός που πορεύεται προς εκείνον που οι στωϊκοί αποκαλούν «Σοφό», μέσω της Φυσικής Φιλοσοφίας, της Ηθικής και της Λογικής, κάνει ένα βήμα πέρα από την απλή «Λογικότητα». Για να ζήσει «κατά Φύσιν», οφείλει προηγουμένως να γνωρίζει ποια γεγονότα είναι αληθινά και σε τι συνίσταται η «Αλήθεια» (ως λέξη, σύνθετος, εκ του στερητικού α- και του ρήματος λανθάνω, δηλ. κρύβομαι).

Εδώ ακριβώς πρέπει να τονισθεί ότι οι Στωϊκοί αποτολμούν μία σαφή διάκριση μεταξύ «Αληθείας» και «Αληθούς». Η ΑΛΗΘΕΙΑ, από την μία πλευρά, νοείται ως σύνθετη και πολύπλοκη και μπορεί να ορισθεί ως κατάληψη της «πρώτης αιτίας τού καθετί αληθινού» (Μάρκος Αυρήλιος). «Αλήθεια» είναι συνεπώς η «Γνώση» του αιτιακού πλέγματος το οποίο ελέγχει τα κοσμικά γεγονότα. Είναι χαρακτηριστικό του «Σοφού» και είναι σταθερή (σε αντίθεση με τις κάποιες αληθείς προτάσεις του οποιουδήποτε κοινού ανθρώπου, τις οποίες δεν μπορεί να αποδείξει απέναντι στις τυχόν προσπάθειες ανασκευής τους) και ενσώματη. Το ΑΛΗΘΕΣ από την άλλη πλευρά, είναι «απλό και ομοιόμορφο» και ισχύει για κάθε πρόταση που δηλώνει αυτό που συμβαίνει, είναι δηλαδή απλή δήλωσις μίας καταστάσεως, άρα ασώματον. 

 Θέσις δευτέρα. 

Ως «Φύσις» (εκ του ρήματος «φύειν», δηλαδή εκ του γεννάν) ορίζεται η εντός του Κόσμου Δύναμις και Αρχή, η οποία «..διαμορφώνει και δημιουργεί όλα τα πράγματα» (SVF 2, 937), «..δίδει στον Κόσμο ενότητα και συνοχή» (SVF 2, 549, 1211), «..κινείται μόνη της και δημιουργεί ως πύρινο πνεύμα ή τεχνικόν πύρ» (SVF 2, 1132 κ. ε.), «..εκδηλώνεται ως Ανάγκη και Ειμαρμένη» (SVF 2, 913), «..εκδηλώνεται ως Ψυχή του Κόσμου, Θεός, Πρόνοια, Δημιουργός, Ορθός Λόγος» (SVF 1, 158, 176, SVF 3, 323). Ο Κικέρων (De Natura Deorum, II, 22) διασώζει ότι, από τη Στοά, η Φύση ορίζεται ως «τεχνικόν πύρ, πνεύμα πυρώδες και έμφρον, έμφυτον και αυτουργόν», ο δε Διογένης Λαέρτιος σημειώνει (7, 148) ότι οι στωϊκοί «ονομάζουν Φύση άλλοτε εκείνο που συγκρατεί τον Κόσμο και άλλοτε εκείνο που παράγει τα επίγεια πράγματα. Η Φύση είναι ένας τρόπος του υπάρχειν ο οποίος αλλάζει αφ’εαυτού, σύμφωνα με σπερματικές εσωτερικές του αιτίες, και παράγει και συγκρατεί τα πράγματα που γεννώνται από την ίδια σε καθορισμένους χρόνους και τα διαμορφώνει όμοια με εκείνα από τα οποία προέρχονται..». Ο Κόσμος, άφθαρτος, αγέννητος και μόνος αρχιτέκτων της εσωτερικής του τάξεως, επιδέχεται λογική εξήγηση και είναι καθεαυτόν ένα λογικώς οργανωμένο οικοδόμημα. Όλα, ορατά και αόρατα, είναι οργανικά τμήματα μίας Θείας Ενότητος. Όλα, μηδενός εξαιρουμένου, οι Θεοί, η ύλη, οι αρετές και, φυσικά, οι άνθρωποι, αποτελούν μέλη μίας συμπαντικής Πολιτείας με σαφείς, δίκαιους αλλά και απαρά βατους νόμους, την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Κοσμόπολι». Όλα τα μέλη της «Κοσμοπόλεως» είναι τέκνα της ιδίας Αρχής και προς άλληλα οφείλουν φιλότητα και διαρκή σεβασμό.

 Θέσις τρίτη.

Το «εκδηλωμένο» τμήμα της «Κοσμοπόλεως» του Κόσμου,  εξουσιάζεται από μία αιώνια και θαυμαστή αρμονία αντιθέτων (λ.χ. «ποιούν» και «πάσχον»). Η γένεσις του εκάστοτε Κόσμου συντελείται από δύο πρωταρχικές Αρχές, αντιδιαμετρικώς αντίθετες, η μία εκ των οποίων είναι παθητική («Ύλη») και η άλλη ενεργητική («Θείος Λόγος»), που επιδρά πάνω στην πρώτη. Το δημιουργικό αίτιο (που ονομάζεται και «Ποιούσα Αρχή», «Ψυχή του Κόσμου», «Ζεύς», «Θεός»), το οποίο άλλοτε μεν συστέλλεται σε ένα μόνον σωματικό Όν, άλλοτε δε διαστέλλεται σε απείρους «σπερματικούς Λόγους», είναι ΚΑΙ εγκόσμιο, όπως σε όλες τις Εθνικές και «πολυθεϊστικές» Κοσμοαντιλήψεις, και ορίζεται, συμφώνως προς τα ανωτέρω, ως το πυροειδές πνεύμα που διαχέεται ακόμη και στα απειροελάχιστα τμήματα του Κόσμου και τα συνέχει. Περιγράφεται δε αυτός ο «Λόγος – Ζεύς» και ως «Ειμαρμένη» (επειδή θέτει τα πάντα σε απόλυτη σύνδεση κάτω από μία αυστηρή νομοτέλεια), «Πρόνοια» (επειδή διέπεται από Αγαθότητα και Φιλότητα και επιτρέπει σε κάθε λογικό όν την απόλυτη εμπιστοσύνη προς τις επιλογές της) και «Φυσικός Νόμος» (επειδή θέτει και συγκρατεί σε αιώνιο τάξη τα άπειρα τμήματα του Κόσμου). 

 Θέσις τετάρτη. 

Ο καθένας και το κάθε τι, συνδέεται με το Αιώνιο Όλον και τον Θεό, μέσω μίας εσωτερικής προσωπικής θεότητος, του λεγομένου «Δαίμονος Εαυτού». Ο «Δαίμων Εαυτού» είναι ο σύνδεσμος της ψυχής μας με την Ψυχή του Παντός, με τον Αιώνα του Όλου Κόσμου (ο «Αιών» εδώ ας νοηθεί με την ομηρική έννοια, ως έδρα και πηγή της υπάρξεως). Δεν θεωρούνται σοβαρές οι θεωρίες περί προσωπικής αθανασίας, ως «ψυχή» δε ορίζεται «η εσωτερική, έμφυτη και αδιάσπαστη πνοή η οποία διατρέχει όλα τα τμήματα του σώματος, όσο η ομαλή αναπνοή του ζώντος όντος είναι παρούσα στο σώμα». Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ο οποίος τριχοτομεί την ανθρώπινη ψυχή και ορίζει την Δικαιοσύνη ως την αρετή η οποία προσδιορίζει τον ρόλο του κάθε τμήματος της ψυχής, διακοσμώντας μάλιστα την περιγραφή του σχήματος αυτού με μύθους μεταφυσικούς που κάνουν λόγο για μία υποτιθέμενη «πτώση» της ψυχής, που με τη σειρά της υποβιβάζεται σε κεντρικό χαρακτήρα μίας ηθικοθρησκευτικής εσχατολογίας, η Στοά θεωρεί ΕΝΙΑΙΑ την ψυχή (εκτός από «ένθερμο» και σωματική) και αντιστέκεται σθεναρώς στον πειρασμό της Ελληνιστικής Εποχής να την εγκλωβίσει σε εσχατολογίες. Οι στωϊκοί ομιλούν για 8 διαφορετικά τμήματα της ψυχής, μόνον με βάση τη θεωρία της «Συμπαθείας» και τη θεωρία της «Τάσεως», δίχως ποτέ να θίξουν την αρχική ενότητα συγκροτήσεως της ψυχής ως οντογενετική Αρχή. Η ΕΝΙΑΙΑ ψυχή έχει απλώς 8 διαφορετικά «διαμερίσματα»:

το «Ηγεμονικόν»,
τις 5 Αισθήσεις ή «Αισθητικά»,
το «Σπερματικόν»
και το «Φωνητικόν»,

με κέντρο όλων των κινήσεών της το πρώτο, το οποίο παρομοιάζεται με μία αράχνη που στέκει στο κέντρο ενός ιστού, δεχομένη όλα τα μηνύματα για ο,τιδήποτε την πλησιάζει. Εξοπλισμένη με αυτά τα «διαμερίσματά» της, η ψυχή φθάνει στην πλήρη ανάπτυξή της όταν κατορθώνει να προσλαμβάνει τις λεγόμενες «κοινές έννοιες» (αυτό υπολογίζεται από τους στωϊκούς στο 7ο έτος της ανθρωπίνης ηλικίας) και γίνεται η ίδια μία πλήρης λογική αλλά και γενετική Αρχή όταν φθάνει στην «ωριμότητά» της (από 14 ετών, καθώς το άτομο έχει πλέον διαμορφωμένες μέσα του όλες τις «κοινές έννοιες» ή «εμφύτους προλήψεις», δηλαδή τις φυσικές γνώμες που συνιστούν μία κοινή για όλους τους ανθρώπους έννοια).

Θέσις πέμπτη. 

Η Ελευθερία ορίζεται ως η σπάνια πνευματική κατάσταση του «Σοφού», η οποία επιτρέπει, μέσω της Γνώσεως, την γαλήνια αποδοχή των αναποτρέπτων πραγμάτων ακόμη και στις αρκετές περιπτώσεις που αυτά είναι «δυσάρεστα» για τον πεπερασμένο εαυτό. Ακόμη και αυτοί οι ίδιοι οι Θεοί, οι κατ’εξοχήν ελεύθεροι, από τη στιγμή που ώρισαν και διέταξαν την πορεία των πραγμάτων, όπως ορθώς παρατηρεί ο Σενέκας υποτάσσονται απολύτως σε αυτήν, μη δυνάμενοι ή μη ενδιαφερόμενοι να την αλλάξουν ή ακυρώσουν. Η Μοίρα στέκει πάνω ακόμη και από τους Θεούς και, με εντελώς ανελαστικό τρόπο, «οδηγεί τον θέλοντα και παρασύρει τον μη θέλοντα». Η κάθε ανθρώπινη ψυχή διαθέτει συνεπώς ελευθερία βουλήσεως και όχι ελευθερία πράξεως, αλλά μόνον δυνατότητα πράξεως. Επιπροσθέτως, μόνον η λεγόμενη «Πεποίθησις» αποτελεί πραγματική πράξη της ψυχής. Ο μόνος ελεύθερος θνητός είναι ο «Σοφός», διότι μιμείται τους κατεξοχήν ελευθέρους (τους Θεούς) σε αυτή την απολύτο συμφιλίωση με τη ροή των πραγμάτων (ο Επίκτητος γράφει χαρακτηριστικά ότι «η Ελευθερία συνίσταται στο να επιθυμούμε να έλθουν τα πράγματα όχι όπως θέλουμε, αλλά όπως συμβαίνουν»). Ο «Σοφός», κατέχων την Αρετή, παραμένει ελεύθερος ακόμη και μέσα σε δεσμά, γιατί αντέχει το να πράττει μόνον όσα εξαρτώνται από αυτόν, παραμένοντας ψύχραιμος και ήρεμος απέναντι σε όσα δεν εξαρτώνται από αυτόν. Αντιθέτως, οι αμέτρητοι υποτιθέμενοι «ελεύθεροι» που ταπεινώνονται και εξευτελίζονται για μία ανώτερη κοινωνική θέση ή για διάφορα υλικά αγαθά, είναι άθλιοι και δούλοι (διακρινόμενοι απλώς σε «μικροδούλους» ή «μεγαλοδούλους», αναλόγως του μεγέθους των επιδιώξεών τους)

Θέσις έκτη.

Κύριο βιοτικό προτεινόμενο είναι η απλότης του βίου μέσα από την οδό της μετριοπαθείας, της ανοχής και της λιτότητος, με σεβασμό προς τους Πατρώους Τρόπους (ρωμαϊστί, Mos Maiorum). Οι ανώτατες δυνάμεις είναι οι εσωτερικές του εαυτού, αλλά ο βίος οφείλει να είναι πάντοτε προσανατολισμένος προς την δημόσια δράση. Η απόσυρση επιτρέπεται μόνον ως προπαρασκευή για επόμενη δημόσια δράση.

 Θέσις έβδομη.

Η πνευματική εξέλιξις στο ανθρώπινο στάδιο, το οποίο «στοιχειώνεται» από τον παράγοντα «Λογικότης», αποκτάται μόνον με την επίμονη και επίπονη φιλοσοφική αναζήτηση του «Αγαθού». Η Φιλοσοφία είναι η ασφαλής οδός για την «Αρετή», η οποία θεμελιώνεται μόνον επάνω στην επαφή με την Γνώση (η οποία ορίζεται ως ασφαλής, δηλαδή αντικειμενική και αληθής). Η Γνώσις διαφέρει από την Δοξασία, η οποία είναι ασθενής ή ψευδής γνώσις. Κατά τον Ζήνωνα (όπως διασώζεται στον Κικέρωνα, Academica, 1, 41-42) η κάθε ασθενής ή ψευδής γνώσις μπορεί και πρέπει να ταυτίζεται, δικαίως, με την Άγνοια. Ο Αρκεσίλαος επεσήμανε ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην Γνώση και την Άγνοια.

 Θέσις ογδόη.

Η «Αρετή» πρέπει να είναι το απόλυτο «προς απόκτησιν», η «Κακία» το απόλυτο «προς αποφυγήν». Σε προέκταση της επισημάνσεως του Αρκεσιλάου αναφορικώς με την Γνώση και την Άγνοια, όλα τα υπόλοιπα ανάμεσα στην «Αρετή» και την «Κακία» κατατάσσονται στα λεγόμενα «Αδιάφορα». Ο Στοβαίος μας παραδίδει ότι κατά του στωϊκούς η «Αρετή» χωρίζεται σε «πρώτες» και «υποτεταγμένες» (δευτερεύουσες) επιμέρους Αρετές.  Το Κακόν υπάρχει μόνον «κατά παρακολούθησιν της Αρετής ή του Αγαθού» και δεν είναι δυνατόν να λείψει από τον Κόσμο, καθώς η Αρμονία και η Τελειότης έχουν πάντοτε ως προϋπόθεσή τους την ύπαρξη των αντιθέτων (της «εναντιότητος»). Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος, οι Θεοί διέταξαν να υπάρχουν, αναμεσα σε άλλα αντίθετα, η Αρετή και η Κακία «για την αρμονία του συνόλου». Το ηθικό Κακόν δεν αποτελεί συνεπώς πραγματικό Κακόν διότι χρησιμεύει στην αρμονία του συνόλου και εκπληροί έναν σαφή σκοπό. Το λεγόμενο «Κακόν» δεν είναι παρά η χυδαιοτέρα και κατωτάτη μορφή του «Αγαθού» και, αντιστοίχως, ο φαύλος άνθρωπος στέκει απλώς, αυτοτιμωρούμενος κατ’ουσίαν, στην κατώτατη βαθμίδα του ανθρωπίνου είδους, προδότης της φύσεώς του και αυτοϋποβιβασθείς σε άλογο ζώον. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν απειλείται από την ύπαρξη του φαύλου, όπως και δεν απειλείται από την πέριξ αυτού ύπαρξη των φυτών και των αλόγων ζώων. Δεν υπάρχει δε ΠΟΤΕ «ευδαιμονία» των φαύλων, αφού η όποια νομιζομένη σαν τέτοια, δεν είναι παρά φάντασμα βασιζόμενο σε εξωτερικά αγαθά και άλλα πράγματα που για τον ενάρετο είναι απλώς «αδιάφορα προηγμένα».

 Θέσις ενάτη.

Είναι παράλογη κάθε επιθυμία που αντιτίθεται στην θέληση των Θεών. Η συνταγή για έναν ευτυχή ανθρώπινο βίο είναι η «Απάθεια», η εκμηδένιση δηλαδή κάθε προσωπικής επιθυμίας για απόκτηση πραγμάτων ή για αλλαγή καταστάσεων, μόνον όμως όταν η «Λογικότης» τις καταδεικνύει να είναι πέρα από τις εκάστοτε ανθρώπινες δυνατότητες. Η «Απάθεια» οδηγεί σε μία άμεση ζωή, δίχως την εξαπάτηση από την υπερελπίδα ή τον τρόμο της αγωνίας για ένα μέλλον που, αντικειμενικώς, κείται έξω από τον έλεγχο της «Πεποιθήσεως».

 Θέσις δεκάτη.

Ο Κόσμος, είναι αιωνία, λογική, έμψυχος και ζώσα ύλη, η οποία, απλώς, αυτοαναπλάθεται περιοδικώς δι’ Εκπυρώσεων. Τα πάντα είναι ενσώματα, τίποτε από όσα υπάρχουν δεν είναι ασώματον, στο δε εσωτερικό του Κόσμου δεν υπάρχει θέση για κανένα κενό, παρά το ότι ο ίδιος βρίσκεται μέσα σε ένα ατελείωτο κενό (στην στωϊκή ακριβολογία, ο όρος «Σύμπαν» ή «Πάν» υποδηλώνει το σύνολο του Κόσμου και του περιβάλλοντος κενού, ενώ ο όρος «Όλον» υποδηλώνει μόνον τον Κόσμο δίχως το κενό). Πραγματικά είναι μόνον τα σώματα, ό, τι δηλαδεί μπορεί να ενεργεί ή πάσχει. Ενσώματος είναι και ο Λόγος – Θεός («το αμέσως Θείον»), όπως ενσώματες και έμψυχες είναι και οι «Αρετές», τα «Πάθη», η «Σοφία», οι ενέργειες, οι δονήσεις, οι λέξεις, ακόμη και οι κινήσεις του φαντασιακού (καθώς υφίσταται άμεση σύνδεση του τελευταίου με τον ενδιάθετο λόγο). Η γλώσσα, αυτομάτως «εικονοποιεί» και δίνει ύπαρξη σε ό,τι εκφράζει, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι άμεσα προσιτό στις αισθήσεις. Το σύνολο των εμπεριεχομένων στον Κόσμο νοούνται ως «το εμμέσως Θείον».

Εκτός από το καθαρό της αρχαίας Ελληνικής σκέψης, οι βασικές θέσεις των Στωικών νομίζω καταδικνείουν τον υπέρτατο σκοπό του ανθρωπίνου βίου ταυτόσημο με την ευδαιμονία. (από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά “Θεοίς Συζήν. Εισαγωγή Στον Στωϊκισμό”, Εκδόσεις “Ανοιχτή Πόλη”, Αθήναι 2001) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

———————————

[…]Σύμφωνα με τον ιδρυτή του Στωϊκισμού, τον Ζήνωνα, ο άνθρωπος έχει σαν σκο­πό το «όμολογουμένως ζην», δηλαδή να ζει σύμφωνα με το λόγο, εφόσον οι νοητικές και συναισθηματικές λειτουργίες αυτού του λόγου είναι σύμφωνες μεταξύ τους. Ο διάδοχος του Ζήνωνα στη διεύθυνση της στωϊκής σχολής, ο Κλεάνθης, ερμήνευ­σε το «όμολογουμένως ζην» σαν τη συμφωνία της ζωής του ανθρώπου με τη φύση. Ο τρίτος σημαντικός εκπρόσωπος της στωϊκής σχολής, ο Χρύσιππος, προσέθεσε στην ερμηνεία του Κλεάνθη μία παρατήρηση: ο σκοπός του ανθρώπου είναι να ζει σύμφωνα με την ατομική και την καθολική φύση. Αυτή η εκδοχή έγινε παραδεκτή απ’ όλους τους μεταγενέστερους Στωϊκούς.

Η έννοια της φύσης ταυτίζεται στο Στωϊκισμό με τη δημιουργική αιτία του κό­σμου, τον θεό. Ο θεός είναι λόγος και η δημιουργική του δραστηριότητα ακολουθεί ένα σχέδιο το οποίο αποκαλύπτει τον θεό σαν πρόνοια. Κάθε ζωντανό πλάσμα δημιουργείται από τη φύση με τρόπο ώστε να μπορεί από μόνο του να φτάσει στην τε­λειότητα της ατομικής του φύσης· κατέχει δηλαδή όλες αυτές τις ιδιότητες που καθορίζουν τον ειδικό χαρακτήρα αυτού του πλάσματος. Ο σκοπός που του ανατίθε­ται από τη φύση είναι να ενεργοποιήσει αυτές του τις ιδιότητες. Η ενεργοποίηση αυτών των ιδιοτήτων επιτυγχάνεται με την προσαρμογή του όντος στον εξωτερικό κόσμο.

Τα πρώτα δώρα της φύσης στον άνθρωπο αποβλέπουν στην επιβίωση και αποτελούν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης: είναι η προσαρμογή του ανθρώπου στην σύστασή του, η αγάπη που αισθάνεται για αυτόν τον ίδιο και η αυτοσυνείδηση. Οι πρώτοι σκοποί του ανθρώπου, εκείνοι δηλαδή που υπακούουν στην αρχική του σύσταση, είναι οι βιολογικοί και οι παραπλήσιοι σκοποί, δηλαδή η υγεία, τα πλούτη, η δόξα κ.λ.π.· με ένα λόγο είναι όλοι εκείνοι οι σκοποί που αποβλέπουν στην προ­σαρμογή του υπάρχοντος στον εξωτερικό κόσμο. Η αναζήτηση αυτών των σκοπών δεν διαφέρει διόλου, σύμφωνα με τους Στωϊκούς, από τη βιολογική μέριμνα των ζώων.

Η φύση έδωσε στον άνθρωπο και το λόγο, δηλαδή όλες τις διανοητικές λειτουργίες καθώς επίσης και τις έννοιες του αληθούς και του ψευδούς, του καλού και του κακού και την έννοια του θεού. Αν και ο λόγος μπορεί να φτάνει στην ωριμότητά του στην ηλικία της εφηβείας, εντούτοις η ορθή ανάπτυξη του λόγου θεωρείται ο μόνος σκοπός του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος αναζητήσει αυτόν τον αληθινό σκο­πό, τότε ο ορθός λόγος κυβερνά όλες τις σκέψεις, τις προθέσεις και τις πράξεις. Η διακυβέρνηση του ορθού λόγου χαρακτηρίζεται από την αντικειμενική ορθότητα των κρίσεων και από την συμφωνία των κρίσεων, των προθέσεων και των πράξεων μεταξύ τους. Ό,τι δηλαδή κρίνεται ορθό, γίνεται συγχρόνως βούλημα και ακολου­θεί το δρόμο προς την κατάλληλη πράξη. Αυτή είναι η συμφωνία του ατομικού λό­γου με τη φύση του. Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι ο θεός είναι λόγος· είναι ο κα­θολικός λόγος που κυβερνά τον κόσμο σύμφωνα με ορισμένους νόμους, ακολου­θώντας ένα αυτοεπιβαλλόμενο κοσμικό σχέδιο. Η συμφωνία του ατομικού και του καθολικού λόγου είναι η αποδοχή και η εκούσια συνεργασία του ανθρώπου στο σχέδιο της θείας πρόνοιας. Ο σοφός προσαρμόζει τη βούλησή του στη θεία βούλη­ση και ενεργεί με τρόπο ώστε να διευκολύνει την πραγματοποίηση του θεϊκού σχε­δίου. Η διαφορά μεταξύ του λογικού και του βιολογικού σκοπού βρίσκεται στο αν­τικείμενο της συμφωνίας: ο λογικός σκοπός αποβλέπει στη συμφωνία των κρίσεων και της βούλησης με τις εντολές της θείας πρόνοιας, ενώ ο βιολογικός σκοπός απο­βλέπει στη συμφωνία της βούλησης με τον εξωτερικό κόσμο.

Αν ο άνθρωπος αφηνόταν μόνος του, θα έφτανε οπωσδήποτε στην τελειότητα της φύσης του. Υπάρχουν όμως διάφορες «παρά φύσιν» αιτίες που υποσκάπτουν και εμποδίζουν την ανάπτυξη του ορθού λόγου. Αυτές οι αιτίες είναι τα πάθη. Τα πάθη είναι οι λανθασμένες κρίσεις περί του καλού και του κακού που ακολουθούν­ται από μία ασυγκράτητη ορμή προς την αναζήτηση (ή την αποφυγή) του αντικει­μένου της λανθασμένης κρίσης. Τα βασικά πάθη είναι τέσσερα: η ηδονή, η λύπη, η επιθυμία και ο φόβος. Από αυτά, η ηδονή και η λύπη αφορούν κάτι που θεωρείται ότι προξενεί αντίστοιχα όφελος ή ζημία στο παρόν. Η επιθυμία και ο φόβος αφο­ρούν ένα αντικείμενο που θεωρείται ότι θα προξενήσει όφελος ή ζημία στο μέλ­λον. Οι προϋποθέσεις εμφάνισης των παθών εντοπίζονται στην προ-λογική ηλικία και η αιτία τους είναι πιο πολύ κοινωνική παρά ψυχολογική. Υπάρχει μία προδιάθε­ση σ’ ένα ορισμένο πάθος που θα έμενε χωρίς αποτέλεσμα, αν δεν υπήρχε η επιρροή εξωτερικών παραγόντων. Η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου στην παιδική ηλικία, οι συναναστροφές, καθώς επίσης και η παραδοχή των αξιών που αναγνωρίζει ομόφωνα η κοινωνία οδηγούν τον άνθρωπο σε μία λανθασμένη ιδέα περί του τί είναι καλό και τί είναι κακό. Καλό θεωρείται ό,τι αποβλέπει στην εκπλήρωση των βιολογικών και των παραπλήσιων σκοπών, που είναι αδιάφοροι από την άποψη της αλήθειας. Ήδη όταν ο λόγος φτάνει στην ωριμότητά του κατά την νεανική ηλικία είναι διεστραμμένος, κακός και λανθασμένος. Αντί να κυβερνάται από τον ορθό λό­γο ο άνθρωπος κυβερνάται από τα πάθη. Η στωϊκή ηθική προτείνει μία θεραπευτική αγωγή που αποβλέπει στην ανόρθωση του λόγου. Οι παραινέσεις, ο αναλογισμός κάθε συγκεκριμένης κατάστασης καθώς επίσης και η ορθή διαπαιδαγώγηση αναπτύσσουν την ορθότητα των κρίσεων και εξαλείφουν με αυτό τον τρόπο τα πάθη.

Ο στωϊκός σοφός είναι «ἀπαθής» από την άποψη της «ἀπαθείας», δηλαδή της ανυπαρξίας πάθους, και των επακολουθημάτων της. Η «ἀπάθεια» του σοφού δεν συγχέεται βέβαια με αυτή την άλλη μορφή της «ἀπαθείας», την αναισθησία του ωμού και του σκλη­ρού. Ο σοφός είναι «ἀπαθής», διότι δεν μπορεί να χάσει την κατάσταση της σοφίας («διά τό ἀνέμπτωτον εἶναι»).

Η «Ἀπά­θεια» είναι η οριστική εκρίζωση του πάθους και η αποδέσμευση από τα «οὐκ ἐφ’ ἠμΐν» (ό,τι δεν εξαρτάται από εμάς, δηλαδή η αναζήτηση των βιολογικών και παρα­πλήσιων σκοπών). Εφόσον εκφράζει τη βασική συναισθηματική διάθεση του σοφού έναντι όλων των πραγμάτων, η «ἀπάθεια» είναι η ανυπαρξία ταραχής και ανησυχίας («ἀταραξία») και προέρχεται από την εκρίζωση του φόβου και της επιθυμίας. Η ψυχή του στωϊκού σοφού είναι «υγιής, εγκρατής, ακλόνητη, ατρόμητη, που καμιά δύναμη δεν την σπάει, που κανένα συμβάν δεν την εξάπτει ούτε την καταθλίβει». Ο κατευνασμός του πάθους θα φέρει στον στωϊκό σοφό ειρήνη, ηρεμία και ευτυχία. Οι διαθέσεις στο στωϊκό σοφό είναι χωρίς θυμό «ἀόργητος», χωρίς λύπη «ἂλυπος», χωρίς καμιά επιθυμία «ἐκτος πάσης ἐπιθυμίας». Ο στωϊκός σκοπός είναι ηθικός, διότι αποβλέπει στην ενάρετη ζωή. Στο στωϊκό δόγμα θεωρούν τον εξωτερικό κόσμο αδιάφορο για την πραγματοποίηση του ιδεώδους, διότι ο δεσμός που ενώνει τον άνθρωπο με την εξωτερική πραγματικότη­τα αποτελεί την «παθητική» κατάσταση και πρέπει να καταστραφεί. Η συμπεριφορά του στωϊκού σοφού προέρχεται από την κά­θαρση των αισθημάτων. Η έννοια της στωϊκής «ἀπαθείας» εκφράζει την ανυπαρξία προ­σκόλλησης σ’ ό,τιδήποτε προέρχεται από την αισθητική αντίληψη, καθώς επίσης και από τη γνώση που βασίζεται στην αισθητική αντίληψη.

Στο πλαίσιο του Στωϊκισμού η ιδέα του εγώ και η ιδέα της διάρκειας αυτού του εγώ είναι αληθείς, διότι έχουν δοθεί στο υπάρχον από τη φύση για την προστασία του. Αυτές οι δύο ιδέες δεν είναι επομένως λάθη αλλά φυσι­κές και καθολικές ιδέες. Η ζωή όμως με την έννοια της αναζήτησης των βιολογικών σκοπών είναι αδιάφορη για το λογικό ον που κυβερνάται από τον ορθό λόγο. Εντού­τοις τα «ἀδιάφορα» επιζητούνται από τον σοφό, αν αυτός δεν εμποδίζεται από τα γε­γονότα. Τα γεγονότα εκφράζουν κατά την στωϊκή αντίληψη το κοσμικό σχέδιο της θείας πρόνοιας. Ο σοφός προσπαθεί ν’ ανακαλύψει αυτό το σχέδιο μέσω της ερμη­νείας των γεγονότων και προσαρμόζει τη θέλησή του στη θέληση του θεού. Κατά συ­νέπεια τίποτα δεν τον εμποδίζει να θέλει να ζήσει, εφόσον η ερμηνεία των γεγονότων δεν του έχει αποκαλύψει τη διαταγή του θεού ν’ αποσυρθεί από τη ζωή. Η υπακοή σ’ αυτή τη διαταγή είναι η κρίσιμη στιγμή όπου η ζωή γίνεται in facto αδιάφορη. Σ’ αυ­τή την άποψη αρμόζει να προστεθεί μία παρατήρηση. Ο σοφός είναι έτοιμος να πεθάνει σε κάθε στιγμή, αν δεχτεί τη διαταγή από το θεό, διότι είναι αποδεσμευμένος από το σώμα και απ’ ό,τι αναφέρεται σ’ αυτό. Η μόνη του προσκόλληση αφορά την κατεύθυνση της βούλησής του, που εξαρτάται από την ορθότητα των κρίσεων· όσο λε­πτή και εσωτερική και αν είναι αποτελεί ακόμα μία προσκόλληση στο εγώ, το οποίο έχει απομονωθεί από κάθε εξωτερική αναφορά για να συγκεντρωθεί στην ψυχή, στη λογική του δηλαδή ουσία. Η ίδια προσκόλληση στο λόγο επιτρέπει στο σοφό να προτιμήσει, αν οι περιστάσεις το υποδεικνύουν, το θάνατο από τη ζωή. Η «εὒλογος ἐξαγωγή του βίου», δηλαδή ο εκούσιος θάνατος, σαν έκφραση της πραγματοποίησης της συμφωνίας του ατομικού και του καθολικού λόγου. Ο στωϊκός προτείνει ένα είδος εγκόσμιας αποδέσμευ­σης, όπου το εγώ βρίσκει τις καθολικές ρίζες του στην ένωσή του με το θεϊκό λόγο.

Σύμφωνα με το Χρύσιππο, οι δυνατές επιλογές περί του τέλους του «ἀγαθοῦ» είναι τρεις. Είναι ή «τό καλόν», ή η ηδονή, ή ο συνδυασμός του «καλοῦ» και της ηδονής. Κάθε άλλη επιλογή συγκαταλέγεται σε μία από αυτές τις τρεις κατηγορίες. Η στωϊκή επιλογή είναι αναμφίβολη: «τό καλόν» είναι το μόνο «ἀγαθόν». Μόνη η αρετή κατέ­χει μία απόλυτη ηθική αξία. Ο εγωισμός που προκύπτει από τον ηδονισμό έχει την ιδιότητα να τονίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εγώ, ν’ αναζητεί το προσωπικό συμφέρον σ’ όλες τις προθέσεις· ακόμη περισσότερο η ηθική της ηδονής θεωρεί τον άνθρωπο σαν ένα αυτόνομο σύνολο που έχει σκοπό αυτόν τον ίδιο. Αντίθετα η αρε­τή είναι η διακυβέρνηση του ορθού λόγου που απαλλάσσει τον άνθρωπο από την εγωκεντρικότητα και τον συνδέει με το σύνολο του κόσμου. Είναι η υπέρβαση των ατομικών συμφερόντων. Αλλά γιατί είναι προτιμότερη η ζωή σύμφωνα με την αρετή παρά η ζωή σύμφωνα με την ηδονή; Διότι μόνη η αρετή είναι ικανή να θεμελιώσει μία ανθρώπινη κοινωνία απαλλαγμένη από το κακό και από τη δυστυχία. Αυτή μόνη είναι ικανή να ενώσει τους ανθρώπους με την αγάπη, τη φιλία και τη δικαιοσύνη. Η αποδέσμευση δεν είναι επομένως κατάσταση απομόνωσης· είναι το άνοιγμα προς τον άλλο πάνω σε βάσεις ισότητας, αλτρουϊσμού (ανιδιοτέλειας) και αρμονίας.

Η στωϊκή ηθική ξεχωρίζει από τα ηθικά δόγματα της αρχαιότητας λόγω του απόλυτου χαρακτήρα της: ο άνθρωπος είναι ή κακός ή καλός· ό,τι πράξει ο κακός είναι κακό και αντίθετα ό,τι πράξει ο καλός είναι καλό. Η στωϊκή ηθική αρνείται τη μεσότητα μεταξύ δύο ακραίων παθών σαν τη χρυσή τομή της αρετής. Η αρετή επιτυγχάνεται με την εκρί­ζωση των παθών και όχι με τον μετριασμό τους. Οι κυνικοί φιλόσοφοι, πρόδρομοι από πολλές πλευρές των Στωϊκών, είχαν εισαγάγει στον ελληνικό χώρο τη θέση του ηθικού απόλυτου. Εντούτοις φαίνεται ότι λόγω της συμπεριφοράς τους δεν κατέκτησαν ούτε την εκτίμηση ούτε τον σεβασμό των συμπολι­τών τους. Αντίθετα ο Στωϊκισμός από τις αρχές του είχε μεγάλη απήχηση στον πα­νελλαδικό χώρο. Οι πρώτοι στωϊκοί φιλόσοφοι θεωρούνταν πρότυπα εγκράτειας. Πολλοί βασιλείς ζήτησαν στωϊκούς φιλόσοφους για σύμβουλους της πολιτείας ή για παιδαγωγούς των διαδόχων τους. Αυτή η γρήγορη διάδοση του Στωϊκισμού φανε­ρώνει ότι η στωϊκή ηθική ταίριαζε στη νοοτροπία των Ελλήνων χωρίς να προσκρούει στα ήθη και έθιμα της εποχής, και ακόμα φαίνεται ότι εξέφραζε και αντιμετώ­πιζε μ’ επιτυχία τον προβληματισμό της εποχής της.

Υπάρχει επομένως λόγος ν’ αναζητηθεί η προέλευση της στωϊκής ηθικής στις ανατολικές χώρες; Εκείνο που έχει επισύρει ιδιαίτερα την προσοχή των φιλολόγων και των ιστορικών είναι η ξενική ί­σως καταγωγή των τριών πρώτων διευθυντών της στωϊκής σχολής. Ο ιδρυτής της σχολής, ο Ζήνωνας, φέρεται ότι ήταν φοινικικής καταγωγής, ενώ ο Κλεάνθης και ο Χρύσιππος κατάγονταν από την εξελληνισμένη Μικρά Ασία. Είναι άγνωστο αν στην πρώτη τους πατρίδα οι τρεις φιλόσοφοι είχαν γνωρίσει τα διάφορα μυστικιστικά ρεύ­ματα της εποχής, εκ των οποίων είναι πολύ πιθανό μερικά να είχαν μακρινή συγγέ­νεια με την ινδική σκέψη. Οι πνευματικές ανταλλαγές του αρχαίου μεσογειακού κό­σμου και της Ινδίας παραμένουν ακαθόριστες. Πολλές γνώμες έχουν εκφραστεί, αλ­λά παραμένουν απλές υποθέσεις λόγω έλλειψης τεκμηρίων. Άλλωστε όλες οι θεμε­λιώδεις αρχές της στωϊκής ηθικής βρίσκονται στον ελληνικό χώρο. Η μεθοδική σκέ­ψη, η σημασία της λογικής, η έξαρση της διάνοιας σαν βασικής λειτουργίας του αν­θρώπου και κατά συνέπεια η έξαρση του λόγου σαν αντικείμενου της φιλοσοφικής σκέψης είναι κοινά χαρακτηριστικά της αρχαίας φιλοσοφίας που μοιράζεται και ο Στωϊκισμός. Ο Στωϊκισμός συστηματοποίησε και απολυτοποίησε αυτές τις αρχές.

Εκείνο το οποίο πρέπει νά τονιστεί, είναι ότι η ασκητική θέση είναι ανεξάρτητη από τον μυστικισμό. Ο Στωϊκισμός μπορεί να θεωρηθεί σαν ασκητική ηθική μέσα στα πλαίσια του αρχαίου κόσμου, διότι αποβλέπει στην αποδέσμευση του ανθρώπου από τα εγκόσμια. Από την άποψη της ινδικής σκέψης αυτή είναι μία μερική αποδέσμευση που δεν μπορεί να φτάσει την ύψιστη κατάσταση (είτε αυτή θεωρείται το Nibbâna από τους Βουδδιστές είτε η ένωση με το Brâhman από τους Ινδουϊστές). Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά των ινδικών ασκητικών σχολών που λείπουν από την στωϊκή ηθική είναι ο σκοπός της απολύτρωσης από το θάνατο και η πρακτική αγωγή για την πραγματοποίηση της απολύτρωσης. Η στωϊκή ηθική δεν είναι μία αγωγή αλ­λά μία θεωρία περί του ύψιστου «ἀγαθοῦ». Ο πρακτικός τρόπος κατάκτησής του απασχόλησε πολύ λίγο τους πρώτους Στωϊκούς και φαίνεται χωρίς μεγάλη αποτελεσματικότητα.

Η στωϊκή ηθική είναι η ελληνική μορφή αναζήτησης της αποδέσμευσης, ο ελληνι­κός ασκητισμός που περιέχει όλα τα γνωρίσματα της καθαρής ελληνικής σκέψης. Ο Στωϊκισμός προτείνει μία διανοητική αγωγή με κύρια στοιχεία τον αναλογισμό και την παραίνεση.

Πηγή

δες επίσης :
Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη

Το ασκητικό ιδεώδες κατά τον αρχαίο Βουδισμό και Στωικισμό

Advertisements
 

Tags: , , , , , , , , , , , ,

One response to “Οι βασικές θέσεις των Στωικών

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: