RSS

Διαπροσωπικές σχέσεις και ποιότητα ζωής στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία

25 Οκτ.

  […]Η κοινωνική υποστήριξη (social support) ως όρος αναφέρεται στο υποκειµενικό ή αντικειµενικό επίπεδο φροντίδας, εκτίµησης και βοήθειας που δέχεται το άτοµο από άλλους ανθρώπους ή οµάδες. Ένας σηµαντικός αριθµός ερευνών έχει δείξει επανειληµµένα ότι η κοινωνική υποστήριξη (η υποστήριξη που δεχόµαστε από φίλους και γνωστούς συνδέεται µε την σωµατική και ψυχική υγεία. […]H κοινωνική υποστήριξη είναι µια βασική εννοιολογική κατασκευή και η ‘ανεπαρκής κοινωνική υποστήριξη’ αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για την υγεία. Από αυτή την σκοπιά το ‘σχετίζεσθαι’ ή διαφορετικά, οι κοινωνικοί κανόνες που καθορίζουν την συχνότητα και ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων στην ελληνική κοινωνία αποτελούν κοινωνικό αγαθό στο οποίο έχουν δικαίωµα όλοι οι πολίτες.

Μια κοινωνιοψυχολογική ανάγνωση

Κοινωνικές σχέσεις και ποιότητα ζωής

Οι κοινωνικές σχέσεις µπορεί να επηρεάσουν την ποιότητα ζωής κάποιου ατόµου µέσα από πολλά ‘κανάλια’ και ψυχολογικές διαδικασίες άµεσα είτε έµµεσα. Άµµεσα, γνωρίζουµε για παράδειγµα από µελέτες στην κοινωνική ψυχονευροανοσολογία, ότι όσο µεγαλώνει το κοινωνικό δίκτυο ενός ατόµου, όσο δηλαδή µεγαλύτερος είναι ο αριθµός των διαφορετικών ειδών σχέσεων και επαφών που έχει κανείς (π.χ., φίλους, σύντροφο/σύζυγο, συνεργάτες, κλπ.) τόσο ενισχύεται η ανθεκτικότητα του οργανισµού στο απλό κρυολόγηµα. Φοιτητές που ανάφεραν περισσότερη κοινωνική υποστήριξη είχαν µεγαλύτερη ανθεκτικότητα στον ιό της υπατίτιδας Β σε σχέση µε συναδέλφους τους µε λιγότερη κοινωνική υποστήριξη. Σε διαχρονική µελέτη φροντιστών ατόµων µε νοητικές παθήσεις όσοι είχαν χαµηλά επίπεδα κοινωνικής υποστήριξης από τρίτους (φίλους, σύντροφο κλπ.) βρέθηκαν να έχουν σηµαντική µείωση του ανοσοποιητικού συστήµατος ένα χρόνο µετά. Το διαζύγιο έχει σηµαντικές επιπτώσεις στην υγεία και την ικανοποίηση από την ζωή.

Όπως σηµειώνει η Kiecolt-Glaser (1999), µελέτες που έλεγξαν για διάφορους δηµογραφικούς και κοινωνικο-οικονοµικούς παράγοντες βρίσκουν ότι οι διαζευγµένοι έχουν τα υψηλότερα ποσοστά χρονίων αλλά και άλλων παθήσεων που περιορίζουν την λειτουργικότητά τους. Μάλιστα, ενδεικτικό των ψυχο-νευρο-ανοσολογικών διαδικασιών που σχετίζονται µε το χωρισµό είναι το εύρηµα ότι οι διαζευγµένοι έχουν πολύ ψηλότερα ποσοστά θνησιµότητας από µεταδοτικές ασθένειες όπως η πνευµονία. Σε πρόσφατη διαχρονική µελέτη της Gallo και συνεργατών (2003) σε γυναίκες µετα την εµυνόπαυση βρέθηκε ότι γυναίκες που είχαν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από το γάµο τους είχαν σηµαντικά χαµηλότερη συσσώρευση πλάκας των κεντρικών αρτηριών της καρδιάς.

Βέβαια, κάποιοι τύποι διαπροσωπικών σχέσεων φαίνεται να έχουν πολλαπλάσια συνεισφορά στα επίπεδα ικανοποίησης από την ζωή και ευημερίας σε σχέση µε άλλους.

Κοινωνιολογικές µελέτες δείχνουν ότι η ικανοποίηση από τον γάµο συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην ικανοποίηση από την ζωή από ότι άλλες µεταβλητές όπως η ικανοποίηση από την εργασία ή τους φίλους. Μελέτες µάλιστα δείχνουν ότι οι άνδρες επηρεάζονται περισσότερο από την απώλεια των συζυγικών σχέσεων καθώς στο συναισθηµατικό επίπεδο στηρίζονται περισσότερο στη σύντροφο από ότι οι γυναίκες, οι οποίες λαµβάνουν συναισθηµατικού και πρακτικού τύπου υποστηριξη από µια πλειάδα κοινωνικών επαφών. Βέβαια, της πλειάδας των κοινωνικών δικτυώσεων κάποιες γυναίκες (ιδιαίτερα εκείνες που έχουν πολλές αλλά επιφανειακές κοινωνικές επαφές) βιώνουν χαµηλότερα επιπεδα ευηµερίας και ποιότητας ζωής.

Οι κοινωνικές σχέσεις µπορεί να έχουν και έµµεσες επιδράσεις στην ποιότητα ζωής κάποιου µέσα από την συνεισφορά που έχουν στην οικονοµική ευηµερία που επηρεάζει µε τη σειρά της τα επίπεδα ψυχικής και σωµατικής υγείας. Οικονοµολόγοι που ασχολούνται µε τα οικονοµικά της ευηµερίας (Happiness Economics) έχουν προσέξει τη δυσανάλογα µεγαλύτερη θετική επίδραση που ασκούν οι διαπροσωπικές σχέσεις στην υποκειµενική ευηµερία και ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου. Σχετική συγκριτική µελέτη που αναφέρεται από τον Layard (2000) αναγνωρίζει συγκριτικά ίση και µεγαλύτερη στατιστικά επίδραση στην υποκειµενική ευηµερία το να είναι κανείς σε διάσταση ή διαζευγµένος από το να είναι άνεργος. Σε πρόσφατη µελέτη του ο Powdthavee (2008) υποστηρίζει ότι ενώ η αύξηση του εισοδήµατος ενός ατόµου δε φαίνεται να έχει σηµαντική θετική επίπτωση στην υποκειµενική του ευηµερία, η αύξηση της ποσότητας και της ποιότητας των κοινωνικών σχέσεων µπορεί να του αποφέρει µεγάλα οικονοµικά οφέλη. Στα οικονοµικά της ευηµερίας όταν εξετάσει κανείς τον οικονοµικό αντίκτυπο των διαπροσωπικών σχέσεων παρατηρεί ότι ο γάµος προσθέτει ένα σηµαντικό οικονοµικό κεφάλαιο στο εισόδηµα κάποιου σε σχέση µε το αν είναι ανύπαντρος.

Οι παραπάνω µελέτες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγµατα ενός συνεκτικού σώµατος µελετών που, στην διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, έχουν αποκαλύψει τον σηµαντικό ρόλο των κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων για την ψυχική υγεία και την ποιότητα ζωής. Μια έννοια η οποία εξηγεί πολλές από τις κοινωνικοψυχολογικές διαδικασίες που ευθύνονται για την επίδραση των διαπροσωπικών σχέσεων στην ποιότητα ζωής και την υγεία είναι αυτή της κοινωνικής υποστήριξης. Η κοινωνική υποστήριξη (social support) ως όρος αναφέρεται στο υποκειµενικό ή αντικειµενικό επίπεδο φροντίδας, εκτίµησης και βοήθειας που δέχεται το άτοµο από άλλους ανθρώπους ή οµάδες. Ένας σηµαντικός αριθµός ερευνών έχει δείξει επανειληµµένα ότι η κοινωνική υποστήριξη (η υποστήριξη που δεχόµαστε από φίλους και γνωστούς συνδέεται µε την σωµατική και ψυχική υγεία. Το µέγεθος των ερευνητικών δεδοµένων είναι τέτοιο που οδήγησε τους House, Landis, και Umberson (1988) να υποστηρίξουν ότι η κοινωνική υποστήριξη είναι µια βασική εννοιολογική κατασκευή και ότι ‘ανεπαρκής κοινωνική υποστήριξη’ αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για την υγεία. Από αυτή την σκοπιά το ‘σχετίζεσθαι’ ή διαφορετικά, οι κοινωνικοί κανόνες που καθορίζουν την συχνότητα και ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων στην ελληνική κοινωνία αποτελούν κοινωνικό αγαθό στο οποίο έχουν δικαίωµα όλοι οι πολίτες.

Κοινωνικές σχέσεις, κοινωνική δικτύωση και κοινωνική υποστήριξη στην µοντέρνα Ελληνική κοινωνία

Θα περίµενε κανείς λοιπόν, ότι λόγω κυρίαρχων σχεσιακών κοινωνικών αναπαραστάσεων  στην Ελλάδα (π.χ., φιλίας, οικογένειας κλπ.) οι κοινωνικών σχέσεις και επαφές θα έχουν µια θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής. Αυτό είναι τουλάχιστον το γενικό συµπέρασµα από πάµπολλες µελέτες σε κυρίως ατοµικιστικά πλαίσια όπως στη Βόρεια Αµερική, Ευρώπη κλπ. Όµως, αποτελέσµατα από µια σειρά πρόσφατων µελετών στην Ελλάδα αλλά και αλλού φαίνεται να συνθέτει µια διαφορετική εικόνα.

Σε ποσοτικό επίπεδο πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αντιπροσωπευτικό δείγµα 63.000 Ευρωπαίων σε 22 χώρες (ανάµεσά τους και 3400 περίπου Ελλήνων από όλη την επικράτεια) κατέγραψε στην Ελλάδα ένα από τα χαµηλότερα επίπεδα κοινωνικής δικτύωσης, και ικανοποίησης από την ζωή. Με απλά λόγια, οι Έλληνες, παρά το ότι γενικά θεωρούνται κοινωνικοί και εξωστρεφείς, δεν εκδηλώνουν αυτή την κοινωνικότητα σε βαθµό που να ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις τους.

Πίνακας 1: Συχνότητες κοινωνικών επαφών σε 5 ενδεικτικές Ευρωπαϊκές χώρες.

(Απάντηση στο ερώτηµα: «Πόσο συχνά συναντιέστε µε φίλους, συγγενείς ή συναδέλφους σε κοινωνικές εκδηλώσεις;»)

Χώρα
Ελλάδα
(2566)
Ισπανία
(1729)
Πορτογαλία
(1511)
Αγγλία
(2052)
Ολλανδία
(2364)
Ποτέ
6,40%
3,80%
2,20%
1,50%
1,10%
Λιγότερο από
μία φορά το μήνα
17,60%
5,20%
7,90%
5,70%
3,30%
Μία φορά
το μήνα
13,30%
5,80%
4,30%
7,50%
5,20%
Αρκετές φορές
το μήνα
19,20%
14,10%
11,00%
13,10%
19,10%
Μία φορά
την εβδομάδα
15,50%
15,30%
13,00%
21,10%
15,70%
Αρκετές φορές
την εβδομάδα
17,50%
29,60%
19,30%
37,90%
39,30%
Κάθε μέρα
10,20%
25,20%
42,40%
13,10%
16,30%
∆Γ/∆Α
0,20%
1,20%
0,10%
0,20%
Σύνολο
100,00%
100,00%
100,00%
100,00%
100,00%

Πηγή: ΕΚΚΕ, 2003

Περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι σε σύγκριση µε τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες η σύγχρονη Ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από:
α) Μία από τις χαµηλότερες συχνότητες φιλικών επαφών (συχνότητα επαφής µε φίλους και γνωστούς),
β) χαµηλότερο σχετικά µε τις άλλες χώρες βαθµό συνάφειας ανάµεσα στην έλλειψη συντρόφου και την συχνότητα επαφών µε φίλους/γνωστούς ( r = .07 στην Ελλάδα εναντίον r = .16 για τον Ευρωπαϊκό µέσον όρο), και
γ) αν και οι Έλληνες εµφανίζονται πάνω από τον μέσον όρο στη σηµασία που αποδίδουν σε φίλους και γνωστούς, όταν κανείς εξετάσει την συσχέτιση ανάµεσα στην πεποίθηση αυτή και στην πραγµατική συχνότητα επαφής µε φίλους και γνωστούς η συσχέτιση είναι εµφανώς χαµηλότερη από την υπόλοιπη Ευρώπη (r = .15 στην Ελλάδα σε σύγκριση µε r = .26 αντίστοιχα). Με άλλα λόγια, στο επίπεδο της κοινωνικής αναπαράστασης οι Έλληνες θεωρούν ότι είναι φιλικοί αλλά αυτό δεν αντανακλάται στη κοινωνική συµπεριφορά. Τέλος
(δ) φαίνεται ότι στην Ελλάδα η συσχέτιση ανάµεσα στο πόσα άτοµα υπάρχουν στην οικογένεια και το πόσο χαρούµενοι αισθάνονται είναι κάπως υψηλότερη από τον µέσο όρο, γεγονός που καταδεικνύει ίσως την σηµασία που έχει η οικογένεια για την ικανοποίηση από τη ζωή ( r = .09 vs. r = .03).

Στο κοινωνικό λοιπόν επίπεδο τα αποτελέσµατα αυτής της έρευνας καταδεικνύουν υστέρηση της κοινωνικής δικτύωσης στο ποσοτικό επίπεδο και της σχέσης της µε την ικανοποίηση από την ζωή στην Ελλάδα σήµερα. Τα αποτελέσµατα είναι ιδιαίτερα σηµαντικά καθώς προέρχονται από ένα αντιπροσωπευτικό δείγµα από όλη την Ελληνική επικράτεια. Τα αποτελέσµατα αυτής της κοινωνιολογικής µελέτης οδήγησαν στην διεξαγωγή περαιτέρω σειράς µελετών για την κοινωνική υποστήριξη και την καταγραφή και επίδραση της συχνότητας και ποιότητας των κοινωνικών επαφών σε πλευρές της υποκειµενικής ευηµερίας και ποιότητας ζωής. Εκεί, η εξέταση ευρηµάτων σε ένα διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, το διατοµικό ή ενδοπεριστασιακό έδειξε ότι στην καθηµερινή κοινωνική αλληλεπίδραση επιβεβαιώνονται τα ευρήµατα από την κοινωνιολογική µελέτη του ΕΚΚΕ. Καταγραφή των διαπροσωπικών επαφών δείγµατος Ελλήνων φοιτητών και σύγκριση µε αντίστοιχο Άγγλων φοιτητών για διάρκεια µιας εβδοµάδας, έδειξε ότι στην Ελλάδα, όντως παρατηρούνται χαµηλότερα επίπεδα συχνότητας επαφών.

Ενώ σε πρώτη ανάγνωση τα ευρήµατα αυτά φαίνονται αντίθετα µε την γενικώς αποδεκτή αναπαράσταση των Ελλήνων ως φιλικών, ανοιχτών κλπ., µια πιο προσεκτική κοινωνιοψυχολογική ανάγνωση δείχνει ότι συµφωνούν µε αντίστοιχα ευρήµατα από σύγκριση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στις ΗΠΑ και το Hong-Kong παλαιότερα αλλά και πιο πρόσφατα. Το παράδοξο είναι λοιπόν, ότι σε κοινωνίες όπου τα άτοµα οργανώνονται κοντύτερα στις έσω-οµάδες (και την οικογένεια) η συχνότητα (και όπως θα αναλύσω στην συνέχεια, ίσως και η συναισθηµατική ποιότητα) των διαπροσωπικών σχέσεων υστερεί σε σχέση µε την κοινωνική συµπεριφορά ανθρώπων από χώρες που δεν έχουν ανάλογη οργάνωση. Κύριο ρόλο σε αυτή την απόσταση που παρατηρείται στο επίπεδο της συµπεριφοράς παίζει η ανάγκη συντήρησης της αρµονίας ανάµεσα σε διαφορετικές εσω-οµάδες. (οικογένεια, φίλοι κλπ)

Σε συνέχεια αυτής της συλλογιστικής, µια σειρά ερευνών για την επίδραση της κοινωνικής υποστήριξης στην υποκειµενική ευηµερία, την υγεία, και την ποιότητα ζωής, παρατηρούν ότι η σχέση αυτή είναι αδύναµη ή και ανύπαρκτη πολλές φορές. Για παράδειγµα, η συχνότητα επαφών µε φίλους και γνωστούς, η κοινωνική υποστήριξη δεν είναι προβλεπτικοί παράγοντες διαφόρων δεικτών υποκειµενικής ευηµερίας και ποιότητας ζωής ενώ τόσο δοµικές όσο και λειτουργικές πλευρές της κοινωνικής υποστήριξης δεν φάνηκαν να συσχετίζονται µε δείκτες ποιότητας ζωής σε κοινοτικό δείγµα ατόµων διαφορετικών ηλικιακών οµάδων.

Τα αποτελέσµατα αυτά, προξενούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί πληροφορούν για ποιοτικές πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων και την επίδρασή τους στην ποιότητα ζωής. Κυριότερα, βρίσκονται σε αντίθεση µε πλειάδα µελετών στην κοινωνική ψυχολογία που τονίζουν τον σηµαντικό ρόλο συναισθηµατικών διεργασιών κοινωνικής υποστήριξης στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεπίδασης στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ενδεικτικά, διαχρονική µελέτη για την επίπτωση που έχει η κοινωνική αλληλεπίδραση σε ψυχονευροανοσολογικές πλευρές φανερώνουν ότι θετικά και αρνητικά συναισθήµατα στις καθηµερινές κοινωνικές επαφές µειώνουν δραµατικά τα επίπεδα του στρες. Μια πρόσφατη κοινωνιολογική-επιδηµιολογική µελέτη έδειξε ότι οι φίλοι, οι συγγενείς και οι γείτονες συµβάλλουν στην ανύψωση των επιπέδων χαράς και ικανοποίησης από τη ζωή αλλά µόνο αν µένουν κοντά στο άτοµο. Αυτό καταδεικνύει σαφώς τις θυµικού τύπου διαδικασίες που λαµβάνουν χώρα στις κοινωνικές επαφές µε τα άτοµα αυτά, δηλαδή είναι η έκφραση και επικοινώνηση συναισθηµάτων ανάµεσα στους γνωστούς και φίλους που επιδρούν στα επίπεδα ικανοποίησης της ζωής, ψυχικής υγείας και ποιότητας ζωής ευρύτερα.

Εποµένως, κανείς θα πρέπει να εστιάσει τόσο σε δοµικές πλευρές κοινωνικής δικτύωσης -που σχετίζονται άλλωστε και µε την κοινωνική διάρθρωση της µοντέρνας Ελληνικής κοινωνίας- αλλά και στην ποιότητα των διαπροσωπικών επαφών.

Τι µπορεί να σηµαίνει όµως αυτό για τις κοινωνικές σχέσεις στην Ελληνική κοινωνία και γιατί η κοινωνική υποστήριξη που λαµβάνει κανείς από το φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον δεν βελτιώνει τόσο πολύ την ψυχική του υγεία; Μήπως οι κοινωνικές επαφές µε φίλους, γνωστούς, κλπ. στην Ελλάδα έχουν διαφορετική λειτουργία από ότι σε άλλες χώρες; Ένα από τα επιχειρήµατα που θα αναλυθούν είναι ότι σηµαντικός διαµεσολαβητικός παράγοντας στην επίδραση που (δεν) έχουν οι διαπροσωπικές σχέσεις στην ποιότητα ζωής στην Ελλάδα είναι η κατασκευή του εαυτού (ιδιοκεντρισµός και αλλοκεντρισµός) και οι αντίστοιχοι κολεκτιβιστικά οργανωµένοι κανόνες που διέπουν την κοινωνική δικτύωση, τις κοινωνικές επαφές και την έκφραση του συναισθήµατος µέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Πολιτισµικές αξίες και κοινωνικές σχέσεις

Μια κεντρική διάσταση κατανόησης διαφορών ανάµεσα σε διαφορετικά πολιτισµικά πλαίσια και αξιών που σχετίζονται µε τις κοινωνικές σχέσεις και την ποιότητα ζωής είναι το δίπολο ατοµικισµός – συλλογικότητα (individualism-collectivism) και αντίστοιχες ιδιοκεντρικές ή αλλοκεντρικές κατασκευές του εαυτού (independent-interdependent self). Η διάσταση του ατοµικισµού – συλλογικότητας στο οµαδικό επίπεδο ανάλυσης και του ιδιοκεντρισµού- άλλοκεντρισµού αντίστοιχα στο ατοµικό επίπεδο αφορά τον βαθµό στον οποίον κάποιος σκέφτεται µε όρους ‘εγώ’ ή ‘εµείς’. Ο Hofstede (1983. 2001) ασχολήθηκε συστηµατικά µε τη διερεύνηση της διάστασης του ατοµικισµού – συλλογικότητας µέσα στα πλαίσια του µοντέλου του για την κατανόηση της πολιτισµικής διαφοροποίησης. Σύµφωνα µε τον Ολλανδό ερευνητή, ο ατοµικισµός αφορά σε κοινωνίες στις οποίες οι δεσµοί ανάµεσα στα άτοµα είναι χαλαροί: ο καθένας αναµένεται να φροντίζει τον εαυτό του και την άµεση οικογένειά του. Στον αντίθετο πόλο βρίσκεται η συλλογικότητα, η οποία αφορά σε κοινωνίες στις οποίες τα άτοµα από τη στιγµή της γέννησής τους είναι ενσωµατωµένα σε ισχυρές, συµπαγείς οµάδες, οι οποίες εξακολουθούν να τα προστατεύουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους µε αντάλλαγµα την τυφλή πίστη τους σε αυτές. Ο βαθµός του ατοµικισµού ή της συλλογικότητας µιας χώρας µεταβάλλεται τόσο µέσα στην ίδια την χώρα όσο και ανάµεσα σε διαφορετικές χώρες.

Εξετάζοντας τον ατοµικισµό, διαπιστώνει κανείς ότι ο µικρότερος παρανοµαστής κατανόησης των πραγµάτων είναι το άτοµο. Σε ψυχολογικό επίπεδο, ο ατοµικισµός υπαγορεύει ότι ένα άτοµο θα πρέπει να σκέπτεται και να κρίνει ανεξάρτητα, σεβόµενο µόνο την κυριαρχία του δικού του νου. Οι ρίζες του ατοµικισµού βρίσκονται στο δικαίωµα του ανθρώπου να επιδιώξει την προσωπική του ευτυχία, η οποία απαιτεί ένα σηµαντικό βαθµό ανεξαρτησίας. Θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι ο πραγµατικός ατοµικισµός εµπεριέχει την έννοια της συνεργασίας µε τους άλλους µέσα από το εµπόριο, προκειµένου να διευκολυνθούν όλοι οι εµπλεκόµενοι στην επιδίωξη της ευτυχίας τους. Η συνεργασία αυτή δεν διεξάγεται αποκλειστικά σε επίπεδο υλικών αγαθών αλλά και στο επίπεδο της γνώσης, των σχέσεων και των συναισθηµάτων. Όσον αφορά στη συλλογικότητα, ο µικρότερος παρονοµαστής κατανόησης των πραγµάτων είναι η οµάδα. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις κατεξοχήν κολεκτιβιστικών χωρών είναι το Μπαλί, η Ιαπωνία, και το Βιετνάµ.
Ως συλλογικότητα ορίζεται η θεωρία και η πρακτική η οποία καθιστά µια οµάδα, και όχι το άτοµο, ως την βασική µονάδα του πολιτικού, κοινωνικού και οικονοµικού ενδιαφέροντος. Σε συλλογικές κοινωνίες οι οµάδες, ή το κράτος, θα πρέπει να υπερέχουν σε σχέση µε τις απαιτήσεις των ατόµων.

Σε σύγκριση µε τους µέσους όρους διεθνώς, η ελληνική κοινωνία φαίνεται ότι χαρακτηρίζεται από χαµηλότερο του µέσου όρου ατοµικισµό, αλλά επίσης και από τρία επιπλέον χαρακτηριστικά αξιών στο σύστηµα ανάλυσης του Hofstede: από σχετικά υψηλό βαθµό απόστασης από άτοµα σε θέση ισχύος, υψηλότερη του µέσου όρου αρρενωπότητα, και ένα από τους υψηλότερους παγκόσµια βαθµούς αποφυγής αβεβαιότητας. Κεντρικό χαρακτηριστικό του επιπέδου συλλογικότητας της ελληνικής κοινωνίας αποτελεί η ψυχολογική σηµασία που έχει ή έσω-οµάδα για το νεοέλληνα µε καταβολές στην κολεκτιβιστική-αγροτική οικονοµική και κοινωνική δόµηση της Ελληνικής κοινωνίας. Μια απλή ανάλυση των ΜΜΕ καταδεικνύει ότι κοινωνικές αναπαραστάσεις αυτής της σηµασίας της ‘έσω-οµάδας’ τα επίθετα ‘δικός µου’ ή ‘δική µου’ εµφανίζονται τόσο συχνά στα ΜΜΕ όσο και στην συνείδηση των απλών πολιτών και είναι συνυφασµένα µε την ασφάλεια, την φροντίδα, την εξυπηρέτηση, την σιγουριά, την φιλικότητα, την στήριξη κλπ. Μέλη της έσω-οµάδας (π.χ., φίλοι, συγγενείς πρώτου βαθµού, συνεργάτες που ανήκουν στην ίδια ιδεολογία κ.α.) καλούνται να επιβεβαιώσουν αυτή την κοινωνική αξία στο καθηµερινό επίπεδο και στις καθηµερινές επαφές. Έτσι όµως εξυπηρετείται µια πλευρά της κοινωνικότητας (που έχει να κάνει µε ρόλους και κανόνες) ενώ τίθεται σε δεύτερη µοίρα η συναισθηµατική-θυµική λειτουργία των σχέσεων που έχει να κάνει µε τις ανάγκες του ατόµου (ανταπόκριση στην ψυχολογική ανάγκη για επαφή, µείωση του άγχους, µείωση της αβεβαιότητας κ.α.).

Σηµαντικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση έχει η έννοια της κατασκευής του εαυτού. Ένας σηµαντικός όγκος ερευνών υποδεικνύει ξεκάθαρα ότι τα ανθρώπινα συναισθήµατα επηρεάζονται έντονα από τις κυρίαρχες δοµές της δράσης και αλληλεπίδρασης που εκδηλώνονται στο εκάστοτε πολιτισµικό πλαίσιο. Σε κοινωνίες όπου τα άτοµα κατανοούν τον εαυτό περισσότερο συλλογικά αποφεύγουν να εκφράσουν και να επικοινωνήσουν,έχουν ανάγκη για συναισθηµατική υποστήριξη και επαφή αλλά την υπονοούν καθώς, όπως ανάφερα παραπάνω, η έµφαση στις κοινωνικές επαφές είναι περισσότερο σε θεσµικές-αναπαραστατικές πλευρές της αλληλεπίδρασης (τι αναµένει ο ‘άλλος’ από τον ‘εαυτό) και λιγότερο σε ζητήµατα θυµικά που έχουν να κάνουν µε τις ανάγκες του ατόµου. Για παράδειγµα, πρόσφατη πειραµατική µελέτη έχει δείξει ότι σε κολλεκτιβιστικές κουλτούρες τα άτοµα δίνουν έµφαση σε πλευρές του συναισθήµατος που έχουν να κάνουν µε ρόλους και κανόνες και προωθούν την εµπιστοσύνη και την διατήρηση της αρµονίας στις κοινωνικές επαφές και όχι την εκπλήρωση περισσότερο θυµικών πλευρών και αναγκών.

∆ιαπολιτισµικές µελέτες στην Κοινωνική Ψυχολογία επιβεβαιώνουν τις παραπάνω παρατηρήσεις καταδεικνύοντας ότι σε συλλογικές κοινωνίες όπου ενδηµεί η απόσταση ανάµεσα στην έσω-οµάδα και την έξω-οµάδα (τρίτοι), κύριο χαρακτηριστικό είναι η αποσόβηση της σύγκρουσης ανάµεσα στις διάφορες ‘εσω-οµάδες’ και η προσπάθεια συντήρηση της ‘αρµονίας’ (αλλά και της ψυχολογικής απόστασης) από τον ‘άλλο’.

Ενδεικτικό αυτού του µοντέλου κοινωνικής συµπεριφοράς είναι πολλές φορές η ‘αδιαφορία’ που (φαινοµενικά) δείχνουν οι έλληνες στην κοινωνική τους συµπεριφορά αλλά και το έντονο ενδιαφέρον όταν πρόκειτα για κάποιον ‘δικό µας’ ή όταν οι κατάστάσεις φέρνουν τον ‘άλλο’ ψυχολογικά πιο κοντά. Η τάση για αποφυγή δυσαρμονίας  ανάµεσα στην έσω-οµάδα και την έξω-οµάδα, η ψυχολογική απόσταση από τις διαφορετικές ‘έξω-οµάδες’, αποτυπώνονται στα κοινωνικά φαινόµενα χαµηλότερων επιπέδων κοινωνικών επαφών, επικοινωνίας ανάµεσα σε άτοµα διαφορετικών γενεών και φύλου, χαµηλά επίπεδα θετικού συναισθήματος στην καθημερινή αλληλεπίδραση κα.

Ενδεικτικό των παραπάνω είναι εύρηµα πρόσφατης μελέτης ότι σε σχέση µε αντίθετες δυναµικές σε ατοµικιστικά πολιτισµικά πλαίσια (Αγγλία), στην Ελλάδα, µια ιδιοκεντική κατανόηση του εαυτού οδηγεί σε χαµηλότερα επίπεδα θετικών συναισθημάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις, επιβεβαιώνοντας υποθέσεις για το ότι το άτοµο σε ένα συγκεκριµένο πλαίσιο θα πρέπει να υιοθετεί µια κατανόηση του εαυτού σχετική µε το κυρίαρχο µοντέλο µιας κοινωνίας.

Το γενικότερο πλαίσιο

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούνται κοινωνικές αλλαγές παγκόσµια όπου τονίζεται ο ατοµικισµός και µειώνεται η συλλογικότητα. Μεταφέρονται στο άτοµο όλο και περισσότεροι ρόλοι και ευθύνες, τις οποίες παλαιότερα αναλάµβανε η κοινωνική οµάδα.

Στην Ελλάδα οι αλλαγές αυτές έρχονται σίγουρα σε αντίθεση µε κεντρικές πολιτισµικές αξίες όπου τονίζεται η ταύτιση µε την έσω-οµάδα και µια αλλοκεντρική κατανόηση του εαυτού. Πέρα από την εξήγηση που µια τέτοια προσέγγιση των κοινωνικών σχέσεων µπορεί να προσφέρει για τα παρατηρούµενα χαµηλά επίπεδα κοινωνικών επαφών και ικανοποίησης από την ζωή στην Ελλάδα σήµερα, δηµιουργεί και ερωτήµατα για την επίδραση που µπορεί να έχει αυτή η δόµηση των κοινωνικών σχέσεων στο µέλλον σε ένα φάσµα κοινωνικών συµπεριφορών και δοµών. Για παράδειγµα, αν οι παρατηρούµενες τάσεις κοινωνικής δικτύωσης και λειτουργικών πλευρών κοινωνικής υποστήριξης συνεχιστούν και στο µέλλον, χωρίς να αναπροσαρµοστούν ανάλογα µε τις αλλαγές που επιφέρει ο αυξανόµενος ατοµικισµός, αυτό θα οδηγήσει ίσως σε µεγαλύτερες απαιτήσεις/αναγκες του ατόµου από το κράτος σε διαφορετικά επίπεδα (υπηρεσίες υγείας, συνταξιοδοτικό, κλπ).

Φαίνεται αναγκαίο για την βελτίωση της ποιότητας ζωής στην Ελλάδα, να αναπροσαρµοστουν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις και συµπεριφορές σχέσεων και κοινωνικής δικτύωσης ώστε να είναι περισσότερο σύµφωνες µε το κεντρικό µοντέλο (ατοµικοκεντρικό πλέον) οικονοµίας αλλά και των κοινωνικών αλλαγών που αυτό έχει επιφέρει.

Χρωματίζω και σταματώ! Έτσι είναι;;

Επιλεγμένα αποσπάσματα από το άρθρο του:

Κωνσταντίνου Καφέτσιου, Τµήµα Ψυχολογίας, Πανεπιστήµιο Κρήτης
«Διαπροσωπικές σχέσεις και ποιότητα ζωής στη σύγχρονη ελληνική
κοινωνία: Μια κοινωνιοψυχολογική ανάγνωση»

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: