RSS

Η κρίση έπληξε και το ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο

26 Μάι.

ifs […] «υπαρκτή κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ», προειδοποιεί η Σχολή της Φρανκφούρτης.’
[…] διότι η κρίση έπληξε και το ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο.
[…] Και η κοινωνία των πολιτών πέφτει σε παρακμή, διότι οι κοινωνικές συγκρούσεις απώλεσαν τη δύναμη ενσωμάτωσης, την οποία είχαν στο τρίτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Η εξυγίανση της κοινωνίας συνίσταται στην ανανέωση της δύναμης της κοινωνίας των πολιτών μέσω της εξάσκησης στη «διατήρηση των συγκρούσεων».’ […]

Αυτά, μαζί και άλλα, αρκετά ενδιαφέροντα μπορεί να διαβάσει κανείς σε Κοινωνικές Έρευνες, που προσπαθούν να προσδιορίσουν, να ερμηνεύσουν με οπτική κριτικής τον άνθρωπο και το κοινωνικό του γίγνεσθαι.
Τα αποσπάσματα που παρουσιάζονται παρακάτω ανοίγουν την όρεξη στον αναγνώστη για περαιτέρω αναζήτηση. Η (προ)οπτική του βιωτού; μας βίου!

Η «Κριτική Θεωρία», μια μεγάλη των σχολών, το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας της Φραγκφούρτης ή IfS διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμπειρική κοινωνική έρευνα, την κοινωνική φιλοσοφία και τις κοινωνικές επιστήμες του 20ού αιώνα, γνώρισε τεράστια επιτυχία και το συνολικό έργο του σφράγισε ανεξίτηλα τον περασμένο αιώνα.

Το φιλοσοφικό ρεύμα των Horkheimer, Adorno και των υπόλοιπων μελών πέρασε στην ιστορία με το όνομα Κριτική Θεωρία ή Σχολή της Φραγκφούρτης (από τώρα και στο εξής: IfS ). Μερικές έρευνές του, όπως οι έρευνες για την εξουσία, την οικογένεια, τον αντισημιτισμό και την αυταρχική προσωπικότητα, έμειναν στην ιστορία της εμπειρικής κοινωνικής έρευνας.

Ιδρύθηκε το 1924 και γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία του υπό τη διεύθυνση του Max Horkheimer. Οι έννοιες, της κρίσης και των κοινωνικών αντιθέσεων αποτελούσαν το θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς των εμπειρικών ερευνών του.
Σήμερα, μετά από μια τριαντάχρονη διακοπή, το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, υπό τη διεύθυνση του A. Honneth, επαναδραστηριοποιείται στις εμπειρικές κοινωνικές έρευνες με ένα νέο επιστημολογικό παράδειγμα: Το Νοέμβριο του 2002, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα πορίσματα των ερευνών, που βασίζονται στο αναθεωρημένο πρόγραμμα εργασίας του. Η έννοια της κρίσης παραχωρεί τη θέση της στην έννοια του παράδοξου στο θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς του Ινστιτούτου.

Ο Κωνσταντίνος Ράντης, Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Albert-Ludwigs-Universität Freiburg, θεωρεί ότι: «Αυτό σημαίνει ότι η Κριτική Θεωρία, όπως και η αντίστοιχή της κοινωνική εμπειρική έρευνα, εγκαταλείπουν την προτεραιότητα της αντικειμενικής σφαίρας έναντι της υποκειμενικής και απεμπολούν το ενδιαφέρον τους για την άρση της κοινωνικής αδικίας.»

Ο Κωνσταντίνος Ράντης στοHONNETH VERSUS HORKHEIMER. ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ’ μετά από την παράθεση της θεωρίας της παλαιάς και της νέας σχολής, ασκεί κριτική στη σχόλή της «Κριτικής Θεώρησης», και απο εκεί είναι τα αποσπάσματα αυτού του άρθρου!

Συνεχίζει λοιπόν: Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ειδικά στη σημερινή συγκυρία κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία εκσυγχρονισμού του ύστερου καπιταλισμού με πρωτόγνωρες επιπτώσεις σε πλανητικό επίπεδο: «την οικονομική-οικολογική παγκόσμια κρίση» Με αφορμή, λοιπόν, τη δημοσίευση αυτών των ερευνητικών πορισμάτων, τα οποία βασίζονται στο νέο επιστημολογικό παράδειγμα του IfS, και την επανέκδοση της σειράς Frankfurter Beiträge zur Soziologie und Sozialphilosophie, θα επιχειρήσω μια κριτική αντιπαράθεση με τη θεωρία του σημερινού IfS, έχοντας πάντοτε ως βάση σύγκρισης την πρώιμη Κριτική Θεωρία που εκπροσωπούσε το παλαιότερο Ινστιτούτο υπό τη διεύθυνση του Horkheimer, διότι η σημερινή θεωρία του, όπως θα δούμε στη συνέχεια, προσπαθεί να την επαναπροσεγγίσει κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα. Απώτερος σκοπός της κριτικής αντιπαράθεσης είναι η εξέταση του αν και κατά πόσον η σημερινή αναθεωρημένη θεωρία, την οποία πρεσβεύει το σημερινό IfS υπό τη διεύθυνση του Axel Honneth, είναι η συνέχεια αυτής που εκπροσωπούσε το IfS υπό τον Horkheimer και αν μετά την αλλαγή του επιστημολογικού παραδείγματός του μπορεί να γίνεται λόγος για Κριτική Θεωρία. Τελικά, είναι σημαντικό να δούμε πώς σχετίζεται η παρέμβαση του σημερινού IfS με άλλα σύγχρονα προτάγματα της κοινωνικής θεωρίας και έρευνας, όπως για παράδειγμα με αυτό της «δεύτερης νεωτερικότητας» των Beck, Bonβ, Lau (Beck, Bonβ, 2001).

Στις 24 Ιανουαρίου 1931 ο Max Horkheimer ανέλαβε τη διεύθυνση του IfS εξήγγειλε ως πρωταρχικό σκοπό τη διεξαγωγή ενός διεπιστημονικού προγράμματος έρευνας, που θα βασιζόταν στη διαλεκτική αλληλοδιείσδυση της φιλοσοφικής θεωρίας και της πράξης των επιμέρους κοινωνικών επιστημών. Φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι, ιστορικοί και ψυχολόγοι να ενωθούν σε μια διαρκή κοινότητα εργασίας, να αξιοποιήσει τα αρχεία της Διεθνούς Διεύθυνσης Εργασίας (Αρχείο για την ιστορία του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος). Με την ανασυγκρότηση του IfS άρχισε να εκδίδεται από το Ινστιτούτο η θρυλική σειρά Frankfurter Beiträge zur Soziologie und Sozialphilosophie (Συμβολές της Φραγκφούρτης στην Κοινωνιολογία και την Κοινωνική Φιλοσοφία).

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙfS

Η έννοια της κρίσης αποτελούσε το θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς της πρώιμης Κριτικής Θεωρίας, και συσχετίζεται άμεσα με την αντικειμενική οικονομική κρίση και η θεωρητική της έκθεση (Darstellung) στηρίζεται στην περίφημη διατύπωσή της στον πρόλογο του Marx στο κείμενό του Για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859) (MEW, 13). Πρόκειται για την αντικειμενική αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων: «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι συνάπτουν καθορισμένες, αναγκαίες και ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, τις παραγωγικές σχέσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών τους παραγωγικών δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων σχηματίζει την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση, επάνω στην οποία ανορθώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στο οποίο αντιστοιχούν συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής προσδιορίζει γενικά την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά αντιστρόφως το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους. Σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο της ανάπτυξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις δεδομένες παραγωγικές σχέσεις ή με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, που είναι μόνο μια νομική έκφρασή τους, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί έως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται σε δεσμά τους. Τότε εμφανίζεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται ολόκληρο το πελώριο εποικοδόμημα αργότερα ή γρηγορότερα» (MEW, 13, σ. 8 κ.ε.).
Ο Horkheimer πιστοποιεί καταρχήν τη δυσαναλογία μεταξύ της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της καπιταλιστικής κοινωνίας και της χρήσης τους προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και εν συνεχεία επεκτείνει την έννοια της κρίσης και στη σφαίρα της επιστήμης, αφού την εννοεί ως παραγωγική δύναμη και παραγωγικό μέσο: «Η επιστημονική γνώση μοιράζεται τη μοίρα των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων κατά ένα διαφορετικό τρόπο: ο βαθμός εφαρμογής της βρίσκεται σε τραγική δυσαναλογία με το επίπεδο της υψηλής της ανάπτυξης και με τις πραγματικές δυνάμεις των ανθρώπων· μέσω αυτού του γεγονότος παρεμποδίζεται επίσης η περαιτέρω ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξή της». Η κοινωνική έρευνα, που οραματίζεται ο Horkheimer, έχει ως έργο της τη διάγνωση εκείνων των παραγόντων, που είναι καθοριστικοί για τη συμβίωση των ανθρώπων, όποια και αν είναι η φύση τους, δηλαδή οικονομική, φυσική ή κοινωνική. Κάτω από τη χαοτική επιφάνεια των γεγονότων υπάρχει μια δομή ενεργών δυνάμεων, στην οποία έχει πρόσβαση η εννοιολογική γνώση του ανθρώπου. Μια διάγνωση της κοινωνίας του παρόντος, συνεχίζει ο Horkheimer, χωρίς την έρευνα των τάσεων, που την ωθούν σε μια εμπρόθετη ρύθμιση της οικονομίας, καθώς και των προβλημάτων που συναρτώνται άμεσα μ’ αυτήν είναι αδύνατη. Στο βαθμό που μπορεί να γίνει λόγος για μια κρίση της επιστήμης, αυτή δεν μπορεί να χωρισθεί από τη γενική κρίση. Η σύλληψη της κρίσης της επιστήμης εξαρτάται άμεσα από την ορθή θεωρία της κοινωνικής κατάστασης. Στην επιστήμη αντικατοπτρίζονται οι αντιθέσεις της κοινωνίας του παρόντος.

Ο F. Pollock, από τους πιο στενούς συνεργάτες του Horkheimer εκείνη την περίοδο και ειδικός για την οικονομική θεωρία, είχε αναλάβει για λογαριασμό του IfS να εξειδικεύσει και να τεκμηριώσει την έννοια της οικονομικής κρίσης. Έτσι περιέγραψε στην ZfS τα χαρακτηριστικά της κρίσης, που είναι κοινά σχεδόν σε κάθε μοντέρνα οικονομική κρίση: «Περιορισμός της παραγωγής, απόλυση εργαζομένων, ανακοπή πωλήσεων, πτώση τιμών, συστολή του πιστωτικού συστήματος, σταμάτημα πληρωμών, κρίση εμπιστοσύνης, πτωχεύσεις».
Τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού της κρίσης είναι αυτά της διαδικασίας κάθαρσης των δυσαναλογιών του συστήματος και αποκατάστασης της ισορροπίας και λειτουργίας του. Η τελευταία (‘29) κρίση δεν ήταν γι’ αυτόν μια απλή επανάληψη των περασμένων κρίσεων, αλλά σηματοδοτούσε τη μετάβαση σε ένα καινούργιο στάδιο της καπιταλιστικής κρίσης· έτσι την περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα.

Η περιγραφή της κρίσης ακολουθεί σε γενικές γραμμές τη μαρξική. Η τελευταία ήταν διφορούμενη, έδινε την εντύπωση ότι κατέληγε σε μια απόλυτα ντετερμινιστική, μηχανιστική λύση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Η έννοια της κρίσης για τη μαρξική θεωρία είναι πληθυντικού αριθμού· οι κρίσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι επαναλαμβανόμενες. Όμως αυτές δεν επαναλαμβάνονται απλώς, αλλά ταυτόχρονα οξύνονται, δηλαδή αναπαράγονται σε μια υψηλότερη κλίμακα σύμφωνα με τη διαλεκτική του ορίου και του δέοντος, όπου το όριο της ανάπτυξης (η κρίση) είναι συνάμα και το δέον της υπέρβασής της. Η καπιταλιστική κρίση δεν μπορεί όμως να επαναλαμβάνεται εσαεί· σύμφωνα με τον Engels, μετά από ένα σημείο θα επέλθει η εξαφάνισή της, καθώς η προλεταριακή επανάσταση είναι αναπόφευκτη και η νίκη του προλεταριάτου σίγουρη. Η αντίληψη αυτή, η οποία απαντάται και στον Marx υπό τη μορφή της «αναγκαιότητας ενός φυσικού νόμου» (MEW, 23, σ. 791), οδήγησε ως γνωστόν τους θεωρητικούς του «ανύπαρκτου σοσιαλισμού» στην αποδοχή ενός αυτοματισμού: ότι ημέρα με την ημέρα επίκειται η αυτοκατάρρευση του καπιταλισμού μέσω της όξυνσης της κρίσης, δηλαδή της όξυνσης της αντίθεσης των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Η αιτιοκρατική μετα-ερμηνεία της αντίθεσης παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων δεν παραχωρούσε κανένα χώρο στο επαναστατικό υποκείμενο. Η αντίληψη αυτή βρέθηκε πολλές φορές στο στόχαστρο της κριτικής. Η μη εμφάνιση της αυτοκατάρρευσης του καπιταλισμού, μαζί με την αναγκαστική μετάβαση στο σοσιαλισμό, είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ίδια η έννοια της κρίσης, η εγκυρότητα της αντίθεσης παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων όχι μόνον για την επέκταση της εγκυρότητάς της στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά και για τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Η πρώιμη Κριτική Θεωρία έχει ως αφετηρία της ακριβώς τον αναστοχασμό επάνω σ’ αυτό το πρόβλημα. Από τη μια επιβεβαιώνει την όξυνση της κρίσης, αλλά από την άλλη παραιτείται από την πρόγνωση του Marx, διότι η κρίση έπληξε και το ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο. Η ερμηνεία της μη πραγματοποίησης της επανάστασης βρίσκεται στο επίκεντρο των ιστορικο-φιλοσοφικών αστερισμών ή συμφραζομένων της Κριτικής Θεωρίας και το ζητούμενο γι’ αυτήν είναι η απάντηση στο ακανθώδες ερώτημα: «γιατί δεν πραγματοποιήθηκε ο σοσιαλισμός;».

Το παράδοξο, στο οποίο κατέληξε η πρώιμη Κριτική Θεωρία, είναι αφενός η αναγκαιότητα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας για την ερμηνεία της συνολικής κοινωνικής κρίσης και αφετέρου η ανεπάρκειά της να την ερμηνεύσει εξαντλητικά. Η αναγκαιότητά της έχει νόημα μόνον ως περαιτέρω ανάπτυξη της διαλεκτικής διαδικασίας.

Με την έννοια της κρίσης, που αναπτύξαμε παραπάνω, συσχετίζεται άμεσα και η έννοια της κριτικής. Διότι κρίση και κριτική δεν έχουν μόνο μιαν ετυμολογική συγγένεια, αλλά η κριτική αποκρυσταλλώνεται σε κρίσιμες καταστάσεις ως η ορισμένη άρνηση του υπάρχοντος. Η κριτική ήρθε στο ιστορικό προσκήνιο με την ανέλιξη της αστικής τάξης.
Στη φιλοσοφία του Kant η κριτική είναι αυτοκριτική του υποκειμενικού Λόγου, είναι το αντίδοτο στην αυτοκαταστροφή του. συσχετίζεται με όλους τους θεσμούς της δημοσιότητας, δηλαδή με τους θεσμούς της κριτικής της τέχνης, της κριτικής της λογοτεχνίας, της κριτικής του θεάτρου, της κριτικής της μουσικής, στους οποίους συγκροτείται η γνώμη του κοινού, που στοχεύει στη χειραφέτησή του.

Η κριτική στην Κριτική Θεωρία ακολουθεί την εγελιανή διαλεκτική. Η κριτική ως ορισμένη άρνηση του υπάρχοντος οφείλει να δείξει το αληθές, το ορθό και το ουσιώδες, τις απραγματοποίητες δυνατότητες του υπάρχοντος. Ο Marx είναι αυτός που εφαρμόζει την κριτική στην ίδια τη βάση της, τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία βασίζεται στην ιδιοποίηση της υπεραξίας. Η μαρξική αυτή παράδοση περνάει στην πρώιμη Κριτική Θεωρία και έκτοτε γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της. Η Κριτική Θεωρία είναι απελευθερωτική, δεν στοχεύει απλώς στην καταγγελία του καταφατικού υπάρχοντος, που παρεμποδίζει την εμφάνιση και πραγματοποίηση των δυνατοτήτων ενός κόσμου με ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά υιοθετεί το μαρξικό στόχο της μετάβασης από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας, με τα ίδια τα λόγια του Horkheimer στοχεύει στην «άρση της κοινωνικής αδικίας». Η πραγματική κοινωνική αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων περνά στη θεωρητική ανακατασκευή της πραγματικότητας, ήτοι στην έκθεσή της βάσει των διαλεκτικών κατηγοριών της Κριτικής Θεωρίας, και δη ως η συνειδητή αντίθεση μεταξύ της υφιστάμενης πραγματικότητας και των εμμενών δυνατοτήτων της. Έτσι το κριτήριο της αλήθειας της δεν είναι το τυπικό κριτήριο της αλήθειας, αλλά «για την αξία μιας θεωρίας παίζει καθοριστικό ρόλο η συνάφειά της με τις δεσμεύσεις, τις οποίες αναλαμβάνουν σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή οι πιο προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις». Η Κριτική Θεωρία δεν είναι κάτι το απόλυτα νέο σε σχέση με την παραδοσιακή θεωρία, αφού διατηρεί την κληρονομιά του γερμανικού ιδεαλισμού και την αναστοχάζεται κριτικά. Η έρευνά της δεν είναι μια γενική υπόθεση έρευνας, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής προσπάθειας για τη δημιουργία ενός κόσμου, που θα ικανοποιεί τις ανάγκες και τις δυνάμεις των ανθρώπων. Δεν ασκεί κριτική βάσει μιας απλής ιδέας, μέσω ενός καθαυτό καλού, όπως ήταν η περίπτωση της παραδοσιακής θεωρίας. Επομένως, οι σκοποί της δεν είναι προκαθορισμένοι, αλλά προκύπτουν από τη συνεχή αντιπαράθεση των εννοιών της με την υφιστάμενη πραγματικότητα, ώστε να απελευθερωθεί ο άνθρωπος από τις συνθήκες σκλαβιάς και βάσει των απραγματοποίητων δυνατοτήτων της καταφατικής πραγματικότητας να πραγματοποιήσει μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο, μια δίκαιη κοινωνία της αλληλεγγύης.

Πρέπει επίσης να τονισθεί με έμφαση ότι η κριτική στην Κριτική Θεωρία δεν είναι πρωτίστως αυτή της βάσης της κοινωνίας, αλλά ξεκινάει από το εποικοδόμημα, από τα πολιτιστικά φαινόμενα και διορθώνει τη σχηματική ερμηνεία της μαρξικής μεταφοράς από τους θεωρητικούς του «ανύπαρκτου σοσιαλισμού»: γίνεται δηλαδή ριζοσπαστική υλιστική ιδεολογική κριτική. Σ’ αυτή διαδραματίζει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο η ψυχανάλυση, διότι διερευνά τους παράγοντες που διαμεσολαβούν μεταξύ της οικονομικής βάσης και του ιδεολογικού μορφώματος.

ΤΟ ΝΕΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ IfS

Στην καινούργια σειρά ο πρώτος τόμος είναι συλλογικός και τον επιμελείται ο τωρινός διευθυντής του Ινστιτούτου Axel Honneth. Φέρει τον τίτλο Befreiung aus der Mündigkeit. Paradoxien des gegenwärtigen Kapitalismus (Απελευθέρωση από τη χειραφέτηση. Παράδοξα του σημερινού καπιταλισμού). Ήδη, ο προκλητικός τίτλος του τόμου θέλει να δείξει ότι το Ινστιτούτο επιχειρεί την αλλαγή του επιστημολογικού του παραδείγματος, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής έναντι του ιστορικού του παρελθόντος και της βαριάς κληρονομιάς. Το ζητούμενο για το σημερινό IfS δεν είναι η χειραφέτηση, αλλά η απελευθέρωση απ’ αυτήν.

Ο Honneth επισημαίνει ότι για την παράδοση του παλαιού Ινστιτούτου το θεωρητικό σύστημα αναφοράς σχηματιζόταν από τη μαρξική έννοια των αντιθέσεων ή της κρίσης. Η σημερινή έρευνα όμως έχει παύσει προ πολλού να προσανατολίζεται σε ένα τέτοιο θεωρητικό σύστημα αναφοράς. Η κατηγορία του παράδοξου γίνεται η βάση του καινούργιου θεωρητικού συστήματος αναφοράς του Ινστιτούτου για να διερευνηθούν οι δομικές αλλαγές του εκσυγχρονισμένου καπιταλισμού, που από τη μια εξαρτώνται από κανονιστικές προόδους και από την άλλη τις θέτουν την ίδια στιγμή σε αμφισβήτηση, αφού τις υποσκάπτουν, τις συλλαμβάνουν μονομερώς ή συμβάλλουν στο κοινωνικό τους μονοπώλιο. Αυτή είναι η κυρίαρχη τάση της σημερινής κοινωνικής έρευνας: να μην ερμηνεύει τα πράγματα μέσω της όξυνσης της κρίσης ή των αντιθέσεων, αλλά να τα περιγράφει μέσω των παράδοξων διαδικασιών αλλαγής τους.

Η υιοθέτηση αυτής της θέσης από το IfS σημαίνει την εγκατάλειψη της θεωρίας του Marx και ταυτοχρόνως την επιστροφή στις θεωρίες των Weber και Simmel.

Η έννοια του παράδοξου έχει κατά τον Honneth δύο εκδοχές: μπορεί κανείς να τη χρησιμοποιήσει ουδέτερα ή υπό μια πραγματοποιήσιμη προοπτική, αν οι διαγνώσεις, που επιτυγχάνονται μέσω της έννοιας του παράδοξου, συσχετίζονται άμεσα με το ενδιαφέρον για την πρόοδο, η οποία απειλείται ανοιχτά από τις κοινωνικές αντιδράσεις. Οι κανονιστικές προθέσεις εξακολουθούν να είναι δεσμευτικές, λέει ο Honneth, η χειραφέτηση κινδυνεύει από την ίδια της την παρασιτική χρήση.

Το νέο ενιαίο θέμα είναι «τα παράδοξα του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού». Αυτό συνδέεται άμεσα με τη δεύτερη σημαντική αλλαγή που επιχειρεί το σημερινό IfS, δηλαδή την εγκατάλειψη της προτίμησης της σφαίρας της παραγωγής, η οποία αποτελούσε τη βάση της έρευνας του IfS υπό τη διεύθυνση του Horkheimer, και την είχε μετατρέψει, κατά την άποψη του Honneth, σε μια επαγγελματική υψηλά εξειδικευμένη έρευνα που άφηνε το πεδίο ανοικτό μόνο για την Κοινωνιολογία της βιομηχανίας. Η ανάλυση αυτή του Honneth έρχεται φυσικά σε πλήρη αντίθεση με την ανάλυση του προηγούμενου κεφαλαίου της προκείμενης πραγματείας. Στο νέο πρόταγμα εμπειρικής κοινωνικής έρευνας του IfS έχουμε μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη βιομηχανική εργασία στη σφαίρα του δικαίου, της ατομικής κοινωνικοποίησης ή των κοινωνικών σχέσεων. Γι’ αυτό το λόγο απαιτεί και το νέο πρόταγμα εμπειρικής κοινωνικής έρευνας του IfS μια «διεπιστημονική συνεργασία»,

Από το σημερινό ερευνητικό πρόταγμα του Ινστιτούτου υπό τη διεύθυνση του Honneth λείπει «η προϋπόθεση μιας ενιαίας κοινωνικής θεωρίας με διάρκεια» που θα μπορούσε να στηρίξει ένα τέτοιο πρόταγμα. «Διεπιστημονική συνεργασία» σημαίνει τώρα απλώς και μόνον ότι «η λογική των παράδοξων μπορεί να αναλυθεί συχνά υπό την ταυτόχρονη συνεξέταση διαφορετικών κοινωνικών σφαιρών». Αυτή η «διεπιστημονική συνεργασία» των επιμέρους κοινωνικών επιστημών δεν έχει να κάνει ούτε με τον «διεπιστημονικό υλισμό» του Horkheimer ούτε πολύ περισσότερο με την ιδέα της φιλοσοφικής κριτικής των Horkheimer και Adorno, αλλά βρίσκεται εγγύτερα στη συνηθισμένη νεοθετικιστική συνεργασία, στη μορφή που αυτή εμφανίστηκε και καθιερώθηκε στον αγγλοσαξονικό χώρο κατά τη δεκαετία του ’60 .

Ο Honneth προσπαθεί να μετριάσει τις εντυπώσεις που προκαλεί ο αρκετά προκλητικός τίτλος της συλλογής: πρόκειται, λέει, μόνο για προσωρινές απόψεις· οι συγγραφείς της συλλογής θέλουν απλώς να εξετάσουν και να εκθέσουν περιπτώσεις του «κατά πόσον σήμερα υπό την πίεση ενός επιταχυνόμενου «εκσυγχρονισμού» του καπιταλισμού πρέπει να αναμένουμε μια αυξανόμενη τάση μετατροπής των ελευθεριών σε καταναγκασμούς, των ηθικών νορμών σε πρόσοψη της νομιμοποίησης και της αυτονομίας σε κηδεμονία». Πρόκειται, λοιπόν, για «μια προσωρινή ερμηνεία της κατάστασης». Αυτή είναι άλλωστε η μόνιμη επωδός όλων εκείνων των προταγμάτων, τα οποία με περισσή σπουδή προσπάθησαν να βάλουν τη μαρξική αντικειμενική θεωρία της αξίας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όσο εύκολα όμως εξαγγέλλεται η μη εγκυρότητα της μαρξικής θεωρίας για τη σημερινή πραγματικότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού (η έννοια απωθείται από το προσκήνιο της κοινωνικής θεωρίας· οι περισσότεροι μιλούν για νεωτερικότητα, μεταμοντέρνο, δεύτερη νεωτερικότητα κ.ο.κ.), τόσο δύσκολα μπορούν να εδραιωθούν οι εκάστοτε μεροληπτικές κοινωνικές θεωρίες ως πραγματικά εναλλακτικές της· συνεχώς χρειάζονται προσθήκες, αναθεωρήσεις, επεκτάσεις, αναδιατυπώσεις: ένα έργο που ανακαλεί στη μνήμη την αλληγορική φιγούρα του «μαθητευόμενου μάγου».

Ότι η εκπόνηση μιας πραγματικά εναλλακτικής θεωρίας σε σχέση με τη μαρξική θεωρία είναι ένα πολύ δύσκολο έργο φαίνεται ξεκάθαρα στο κείμενο του M. Hartmann, Widersprüchen, Ambivalenzen, Paradoxien – Begriffliche Wandlungen in der neueren Gesellschaftstheorie (Αντιφάσεις, επαμφοτερισμοί, παράδοξα – Μεταμορφώσεις των εννοιών στην πρόσφατη κοινωνική θεωρία), στο οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει την αλλαγή του επιστημολογικού παραδείγματος που συντελείται στο IfS. Η πρώτη δυσάρεστη έκπληξη είναι η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην παλαιά Κριτική Θεωρία. Η αντιπαράθεση με τη μαρξική θεωρία της κρίσης γίνεται με βάση τη διατύπωση της κεντρικής αντίθεσης υλικών παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων στον περίφημο πρόλογο του Marx στο έργο του ‘Για την Κριτική της Πολιτικής Oικονομίας’ (1859), που ήδη παραθέσαμε. Αυτή εξακολουθούσε να παίζει, λέει ο Hartmann, ένα ρόλο στη διατύπωση των εναλλακτικών ερμηνειών των Offe και Habermas στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Κοινός παρονομαστής και για τους δύο διανοητές είναι η λειτουργία του προστατευτικού κράτους της ευημερίας, το οποίο συνέβαλε στο να μην εκδηλωθούν οι εμμενείς ανταγωνισμοί του ύστερου καπιταλισμού. Η τελική έκβαση της κοινωνικής λογικής των κρίσεων παραμένει ανοικτή.

Πιθανές αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις αναμένονται μόνον από εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που δεν υπόκεινται άμεσα στους κοινωνικούς καταναγκασμούς, αφού οι ταξικές συγκρούσεις είτε δεν παίζουν πια κανέναν κεντρικό ρόλο είτε έχασαν την προδηλότητά τους. Εδώ πρέπει να γίνει η υπενθύμιση ότι ο Habermas είχε εξαγγείλει αυτή τη στροφή πολύ πριν την εξέγερση του 1968 και είχε προτείνει τη συνεργασία με ομάδες που κατείχαν προνομιακή θέση επιρροής μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, θέση που υιοθετήθηκε από τους εξεγερμένους σπουδαστές. Τόσο για τον Offe όσο και για τον Habermas τα κυρίαρχα προβλήματα του ύστερου καπιταλισμού είναι τα προβλήματα νομιμοποίησης. Αυτά δημιουργούνται από την αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους της ευημερίας στη σφαίρα της οικονομίας και την αποχή των πολιτών από τις πολιτικές διαδικασίες με το συνεχές βούλιαγμα στον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό. Με την ανάδειξη του προβλήματος της νομιμοποίησης της κυριαρχίας στον ύστερο καπιταλισμό υπογραμμίζεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της Κριτικής Θεωρίας, την οποία εκπροσωπούσε ο Horkheimer, και αυτής που εκπροσωπεί ο Habermas. Ο Horkheimer δεν κατήγγειλε απλώς την κυριαρχία, αλλά έθεσε ως αίτημα την κατάργησή της· ο Habermas ομιλεί απλώς για το πρόβλημα νομιμοποίησής της. Είναι η εποχή που ο Habermas ανοίγει διάλογο με τον N. Luhmann και τον D. Bell. Ο Luhmann είχε αναφερθεί πρώτος στα προβλήματα νομιμοποίησης (Luhmann, 1993) και ο Bell στην κρίση του πολιτισμού (Bell, 1991) ως αποτέλεσμα της διάσπασης μεταξύ της κοινωνικής δομής και της πολιτιστικής δομής, η οποία δημιουργείται εξαιτίας της αντικατάστασης της προτεσταντικής ηθικής από μιαν ηδονιστική ηθική στον ύστερο καπιταλισμό. Η παλαιότερη Κριτική Θεωρία του Horkheimer και η θεωρία του Habermas εξακολουθούσαν, ωστόσο, να είναι σύμφωνες στο ότι η κρατική προστατευτική παρέμβαση θέτει εκτός λειτουργίας την οικονομία της αγοράς και την αρχή της φιλελεύθερης οικονομίας. Για τον Habermas όμως δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος νέων μορφών κυριαρχίας, αλλά απλώς η ανάγκη νομιμοποίησης της κρατικής παρέμβασης. Αυτό είναι το σημείο κλειδί για τη μετάβαση από τη μαρξική έννοια της κρίσης στη «συστημική-θεωρητική έννοια της κοινωνικής κρίσης» του Habermas. Η έννοια της κρίσης, για τους σημερινούς ιθύνοντες του IfS δεν παίζει κανένα ρόλο πλέον. Η έννοια του παράδοξου γίνεται η μαγική λέξη τους. Αισθάνονται ώριμοι ώστε να επιχειρήσουν την αλλαγή του επιστημολογικού παραδείγματος του IfS, το οποίο δεν έχει κοινό πλαίσιο αναφοράς με την παλαιά Κριτική Θεωρία. Μέσα στο ίδιο το άντρο της άλλοτε κραταιάς Κριτικής Θεωρίας αποχαιρετούν οριστικά την Κριτική Θεωρία.

Για να θεμελιώσει την έννοια του παράδοξου ο Ηartmann εξετάζει εν συνεχεία όλες τις αφηρημένες αναγωγές της έννοιας της νεωτερικότητας στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, οι οποίες επικεντρώνονται, σύμφωνα με τη σχηματική ερμηνεία του Ηartmann, στην ιστορική ανακατασκευή της έντασης μεταξύ ελευθερίας και πειθαρχίας. Ο Ηartmann καταλήγει στο ότι η δυναμική των κοινωνικών αγώνων για αναγνώριση, που χαρακτηρίζει τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες των τελευταίων δεκαετιών, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και καταναγκασμού, αλλά αυτή αφενός μπορεί να αποδοθεί καλύτερα μέσω εννοιών, όπως ένταξη/αποκλεισμός, εκτίμηση/περιφρόνηση, ευδιακρισία/αδιαφάνεια και αφετέρου αφορά όλες τις σφαίρες του κοινωνικού και όλα τα κοινωνικά στρώματα, δεν μπορεί να περιορισθεί σε μια «βασική αντίθεση». Έτσι εγκαταλείπεται η οικονομιστική περιγραφή των κοινωνικών εξελίξεων και εμφανίζονται τα λεγόμενα πλουραλιστικά μοντέλα της νεωτερικότητας, λέει ο Ηartmann, στα οποία έχει σημασία το πώς το άτομο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τις επιδράσεις του εκάστοτε περιβάλλοντος επάνω του – η τροποποιημένη έννοια του περιβάλλοντος από τον Scheler. Σ’ αυτές τις θεωρίες η μαρξική θέση ότι το κοινωνικό Είναι καθορίζει τη συνείδηση δεν διορθώνεται απλώς, αλλά χάνει την εγκυρότητά της εντελώς. Ως κλασικό παράδειγμα ο Ηartmann αναφέρει τη θεωρία του Giddens, Modernity and Self-Identity. Self and Society in the Late Modern Age (Νεωτερικότητα και ταυτότητα. Εαυτός και κοινωνία στην ύστερη νεωτερικότητα) (Giddens, 1991), η οποία ξεκινάει από «διλήμματα του εαυτού», δεν αναγνωρίζει κανένα κεντρικό ανταγωνισμό για τις κοινωνικές εξελίξεις, και αναφέρεται απλώς σε παράδοξα φαινόμενα που έχουν θετικές και αρνητικές στιγμές. Η προεργασία αυτή του Ηartmann απέβλεπε στην εισαγωγή της έννοιας του παράδοξου, την οποία θέλει να διακρίνει από την έννοια της αντίθεσης, λέγοντας ότι τα παράδοξα έχουν μεν έναν αντιθετικό χαρακτήρα, αλλά όλες οι αντιθέσεις δεν είναι παράδοξα. Μάλιστα οι αντιθέσεις, στις οποίες αναφέρεται ο ίδιος, δεν υποδηλώνουν αντιθέσεις συμφερόντων ή προθέσεων, όπως γινόταν, κατά τη γνώμη του, στη μαρξική παράδοση. Η αναφορά σε διάφορες εμπειρικές θεωρίες έχει ως σκοπό να θεμελιώσει την έννοια του παράδοξου, η οποία άλλοτε περιορίζεται στη λογικο-σημαντική σφαίρα και άλλοτε επεκτείνεται και στην αντικειμενική σφαίρα.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Για να κατανοηθεί ο χαρακτήρας του νέου επιστημολογικού παραδείγματος του IfS και το είδος της θεωρίας την οποία προωθεί, θα χρειαστεί να εξετάσουμε το δεκαετές πρόγραμμα εργασίας του. Σ’ αυτό δηλώνεται εξαρχής ότι πρότυπά της δεν είναι ούτε η πρώιμη Κριτική Θεωρία του Horkheimer, που αποκάλυπτε τις κοινωνικές δομές ως δομές κυριαρχίας και η θεωρία ήταν δεσμευτική έναντι της χειραφέτησης, ούτε η φιλοσοφική κριτική της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού, στην οποία η θεωρητική προοπτική της κριτικής της κυριαρχίας έχει την προτεραιότητα έναντι της προσδοκίας χειραφέτησης. Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού χαρακτηρίζεται μάλιστα ως ένα «ρομαντικό-ουτοπικό παράρτημα που συνάδει με μια μεσσιανική, εντέλει, προσδοκία λύτρωσης». Το πρότυπο της νέας θεωρίας του IfS είναι το «εμμενές ιδεώδες κριτικής της πρώιμης Κριτικής Θεωρίας» του Habermas. Σύμφωνα με τον Habermas, η διαλεκτική του διαφωτισμού στο τέλος του εικοστού αιώνα δεν οδήγησε σε μια μονοσήμαντη καταστροφή του συνολικού δυναμικού της χειραφέτησης, αλλά σε μια σύνθετη ιστορική φυσιογνωμία, όπου δυνάμεις της βαρβαρότητας και τερατώδεις κίνδυνοι για τον πολιτισμό αλληλεπικαλύπτονται συχνά κατά παράδοξο και αμφίλογο τρόπο με ευκαιρίες και δυνατότητες της χειραφέτησης. Η κανονιστική δεσμευτικότητα της θεωρίας έναντι της χειραφέτησης εγκαταλείπεται οριστικά και το κύριο μέλημα του προγράμματος εργασίας του IfS είναι απλώς η «εμπειρική καταγραφή και η θεωρητική αποκρυπτογράφηση αυτών των παράδοξων και αμφιλογιών». Η θεωρία, ωστόσο, κατανοείται ακόμη ως «κριτική κοινωνική θεωρία».

Το θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς του προγράμματος εργασίας του IfS είναι μια διάγνωση της εποχής και προκύπτει μέσω της γενίκευσης εμπειρικών δεδομένων των ανεπτυγμένων κοινωνιών των αρχών της δεκαετίας του ’70. Ως διάγνωση της εποχής καθηλώνεται, ωστόσο, στο πνεύμα της εποχής και δεν αποστασιοποιείται επαρκώς απ’ αυτό. Έτσι ανάγει «τον πρώτο κόσμο», ή «τη φορντική εποχή», ή «εποχή της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης», η οποία αντιστοιχεί στο τρίτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, σε πρότυπο πετυχημένης ανάπτυξης παρά τα τυχόντα προβλήματά της. Σ’ αυτή την ιστορικοκοινωνική περίοδο εξισορροπήθηκαν αρμονικά η καπιταλιστική συσσώρευση, η κοινωνική ενοποίηση και η δημοκρατική νομιμοποίηση. Με το τέλος όμως αυτής της εποχής και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού αρχίζουν να εμφανίζονται προβλήματα, τα οποία αφορούν την αποδόμηση του δικτύου κοινωνικοπολιτικής ενοποίησης, ή του επιτευγμένου επιπέδου ασφάλειας, που παρείχαν το κράτος δικαίου και οι ευκαιρίες δημοκρατικής συμμετοχής. Μαζί με την προϊούσα οικολογική καταστροφή, που προξένησε ο εκσυγχρονισμένος καπιταλισμός, αρχίζουν να απειλούνται, σύμφωνα με το θεωρητικό πρόταγμα του IfS, και οι ηθικές νόρμες που τροφοδοτούσαν την κοινωνική αλληλεγγύη και τις συλλογικότητες. Ενόψει του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού το θεωρητικό πρόταγμα του IfS μετατοπίζει το επίκεντρο του ενδιαφέροντός του από το κοινωνικό στο πολιτικό πεδίο. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι του θεωρητικού προτάγματος του IfS γίνονται στο μεν μικροκοινωνιολογικό πεδίο οι συγκρούσεις αναγνώρισης, στο δε μακροκοινωνιολογικό πεδίο οι συγκρούσεις διανομής.

Οι συγκρούσεις αναγνώρισης, που παίρνουν τη θέση των συγκρούσεων αυτοσυντήρησης, είναι η βάση της θεωρίας του Honneth. Αυτή εκλαμβάνει την αλλαγή από την κριτική κοινωνική θεωρία στην επικοινωνιακή, ως δεδομένη και αμετάκλητη. Η αλλαγή αυτή του επιστημολογικού παραδείγματος χαρακτηρίστηκε πολύ ορθά ως ένας αποχαιρετισμός της αρνητικο-διαλεκτικής φιλοσοφίας του υποκειμένου – αντικειμένουη οποία έδινε την προτεραιότητα στο αντικείμενο έναντι του υποκειμένου και πλήγωνε το ναρκισσισμό τουκαι είναι κατ’ ουσίαν μια μετάβαση σε μια κανονιστική, επιστημονικο-ορθολογική φιλοσοφία, η οποία προσανατολίζεται στη συναίνεση και την κατανόηση. Αυτή η αλλαγή επιστημολογικού παραδείγματος ακολουθεί την εμφάνιση του «γλωσσολογικού παραδείγματος» στη φιλοσοφία που εγκαινιάζει ο Wittgenstein: «Ολάκερη η φιλοσοφία είναι κριτική της γλώσσας» και «σκοπός της φιλοσοφίας είναι η λογική εξήγηση νοημάτων». Για τη θεωρία του Honneth η σφαίρα της γλώσσας εγγυάται αφενός τις νόρμες αναγνώρισης του ομιλούντος και αφετέρου την εξέτασή τους από άλλους. Σύμφωνα με το IfS το πλεονέκτημά της είναι τόσο η αναφορά της σε αξιώσεις νομιμοποίησης όσο και η εμπειρική της αναφορά σε κοινωνικές συγκρούσεις. Τα προβλήματά της, ωστόσο, είναι απαράβλεπτα και επιβαρύνουν αναγκαστικά και το θεωρητικό πρόταγμα του IfS. Χωρίς να εξετάσουμε λεπτομερώς την εμπειρική ψυχολογική θεμελίωση της θεωρίας Honneth, της θεωρίας της αναγνώρισης, αυτή παλινδρομεί, κατά τη γνώμη μου, στην ψυχολογία του Εγώ και, επομένως, ξανακυλάει, όπως οι νεοφροϋδιστές, στην επιφανειακότητα του Adler, ο οποίος συρρικνώνει τη δυναμική θεωρία του Freud, που βασίζεται στην ανακάλυψη του ασυνειδήτου και της αρχής της ηδονής, σε απλή ψυχολογία του Εγώ. Ο Adler, σύμφωνα με την κριτική του ίδιου του Freud, ανάγει τις νευρώσεις, τις ψυχικές παθήσεις ή το σχηματισμό της προσωπικότητας σε αντιδράσεις του υποκειμένου έναντι μιας πραγματικής οργανικής κατωτερότητας, την οποία προσπαθεί να υπεραναπληρώσει, και δεν τις θεωρεί ως το αποτέλεσμα της έντασης μεταξύ του Εγώ και του Υπερεγώ. Έτσι, και στη θεωρία του Honneth γίνεται μια μετατόπιση από το ασυνείδητο στη συνείδηση, το Εγώ ανεξαρτητοποιείται σε απόλυτο βαθμό και δεν γίνεται πλέον λόγος για Ich (Εγώ) και Es (Αυτό) και Über-Ich (Υπερεγώ), αλλά για Ich (Εγώ) και Mich (Εμέ). Από την υλιστική ψυχολογία του Freud, που ήταν η βάση της κριτικής κοινωνικής θεωρίας, γίνεται η μετάβαση στην πραγματιστική, λειτουργική, ορθολογιστική, εμπειρική κοινωνική ψυχολογία του G. H. Mead. Η έκλειψη του υποκειμένου, αφού έχει μετατραπεί σε ένα αντι-υποκείμενο, η έλλειψη της ενότητας του προσώπου στην υπάρχουσα κοινωνία -που εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο τόσο για την ψυχαναλυτική θεωρία όσο και για την κοινωνική θεωρία του παρόντος– στη θεωρία της αναγνώρισης του Honneth και στο νέο επιστημολογικό πρόταγμα του IfS μετατρέπεται απλώς σε πρόβλημα αναγνώρισης, το οποίο μπορεί να λυθεί μέσω της δυνατότητας συμμετοχής του ατόμου στη δραστηριότητα της επιχείρησης, στην οποία εργάζεται. Ωστόσο, η «διαλεκτική της συμμετοχής» δεν οδηγεί βέβαια σε έναν εκδημοκρατισμό, αλλά απλώς και μόνον «σε ένα είδος κοινωνικοποίησης του μερικού». Στο επίπεδο της κοινωνικής θεωρίας αυτό σημαίνει μια εξιδανίκευση της «εποχής της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης», αφού ανάγει τις νόρμες της σε απόλυτες αξίες. Αυτό βεβαίως συμβαίνει υπόρρητα και λάθρα, αφού μιλώντας για το πέρασμα στην παρακμή καθαγιάζει συγχρόνως το υπάρχον. Έτσι, μεταξύ ενσωμάτωσης (ενοποίησης) και αποκλεισμού παίρνει απερίσκεπτα το μέρος της ενσωμάτωσης (ένταξης), ξεχνώντας ότι η Κριτική Θεωρία ως διαλεκτική θεωρία δεν υποστασιοποιούσε τον ένα πόλο της αντίθεσης, αλλά, τουναντίον, με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης, προσπαθούσε να ξεσκεπάσει τη βία της ένταξης, τη βία του κοινωνικού. Οι παραμορφώσεις του χαρακτήρα στην κοινωνία του παρόντος δεν οφείλονται στον ανταγωνισμό, ο οποίος έτσι κι αλλιώς έχει εκτοπισθεί από την επικράτηση των μαμούθ τραστ, αλλά στην έμμεση απειλή σωματικής βίας εκ μέρους της κοινωνίας, την οποία το άτομο εσωτερικεύει και η οποία δεν είναι διόλου μικρότερη από τη βία, που βίωσε ο άνθρωπος στην αρχαϊκή περίοδο της ιστορίας του. Έτσι, η αναγνώριση δεν απέχει πολύ από την ενσωμάτωση, γίνεται εντέλει καθαγιασμένη ενσωμάτωση. Το «αίσθημα αδυναμίας» μπροστά στους απρόσωπους θεσμούς, που αποκαλύπτονται στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού ως δεύτερη φύση, γίνεται στη θεωρία της αναγνώρισης του Honneth «εμπειρία απώλειας», η νοσταλγία για το χαμένο παράδεισο, η οποία, ως γνωστόν, δεν είναι παρά η νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, που έχει ως πρότυπό της την ενδομήτρια ζωή –όπου όλα ήταν, λέει, αρμονικά– και έτσι γίνεται η βάση του ανθρώπινου ναρκισσισμού. Το εξιδανικευμένο παρελθόν «δικαιολογεί» την απουσία ενός σχεδίου για το μέλλον, το οποίο πρέπει να βασίζεται στις απραγματοποίητες δυνατότητες του παρόντος.

Η κοινωνία των πολιτών είναι η συμπληρωματική έννοια της έννοιας της αναγνώρισης, παρότι η πρώτη αναφέρεται στο πολιτικό-επιστημονικό επίπεδο και η δεύτερη στο κοινωνικο-φιλοσοφικό. Η «υπαρκτή κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ», προειδοποιεί το IfS, αλλά το κανονιστικό περιεχόμενό της γίνεται η λυδία λίθος του.
Η κοινωνία των πολιτών υποδηλώνει ότι η εξουσία -που ασκεί μια κοινωνία εν ονόματι του κράτους- είναι «πάντοτε αντιπροσωπευτική, αλλά ποτέ δεν μπορεί να γίνει η ιδιοποίησή της μονοπωλιακή». Επιπλέον, η κοινωνία των πολιτών δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με το θεσμικό οπλοστάσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και η κοινωνία των πολιτών πέφτει σε παρακμή, διότι οι κοινωνικές συγκρούσεις απώλεσαν τη δύναμη ενσωμάτωσης, την οποία είχαν στο τρίτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Η εξυγίανση της κοινωνίας συνίσταται στην ανανέωση της δύναμης της κοινωνίας των πολιτών μέσω της εξάσκησης στη «διατήρηση των συγκρούσεων». Η έννοια της κοινωνίας των πολιτών παραμένει στο περιγραφικό επίπεδο της λειτουργίας ή μη λειτουργίας της διαδικασίας των κοινωνικών συγκρούσεων. Ποιο ακριβώς είναι το αντικειμενικό περιεχόμενο αυτών των συγκρούσεων δεν ερμηνεύεται απ’ αυτήν.

Η περιδιάβαση του Ηartmann στις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες, για να νομιμοποιήσει τη χρήση της έννοιας του παράδοξου, η οποία αντικαθιστά την έννοια της κρίσης, δεν μπορεί να κρύψει το βασικό πρόβλημα του νέου θεωρητικού προτάγματος του IfS. Από τη στιγμή που αποκλείονται από τη θεωρητική ανακατασκευή οι αντικειμενικές κοινωνικές αντιθέσεις -οι εμμενείς αντιθέσεις του ίδιου του πράγματος- καταργείται αυτομάτως κάθε δυνατότητα διαλεκτικής θεώρησης της πραγματικότητας, κάθε δυνατότητα πραγμάτωσης της αντικειμενικής διαλεκτικής. Η διαλεκτική δεν περιστέλλεται ούτε στην κίνηση της πραγματικότητας -ο μονισμός των οντολόγων του ανύπαρκτου σοσιαλισμού, όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται από μόνες τους και δεν υπάρχει κανένας χώρος για την παρέμβαση του υποκειμένουούτε σε αφηρημένες ιδέες του υποκειμένου -οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με τις απραγματοποίητες δυνατότητες του πράγματος-. Στην Κριτική Θεωρία από τον Hegel και τον Marx ως τους Horkheimer, Adorno και Marcuse το πράγμα το ίδιο είναι εν εαυτώ αντιφατικό. Το υποκείμενο με βάση αυτές τις εμμενείς αντιθέσειςτις ενύπαρκτες δυνατότητες του πράγματοςμπορεί να πραγματώσει τους σκοπούς του. Αυτή είναι η διαλεκτική της μετάβασης από την αναγκαιότητα στην ελευθερία, όπου αίρεται ο χωρισμός της υποκειμενικής ηθικής κρίσης και της αντικειμενικής ιστορικής ανάπτυξης: ιστορία και θεωρητική έκθεση γίνονται ένα και το αυτό.

Από τη στιγμή που το ενδιαφέρον του υποκειμένου για τη μεταμόρφωση της πραγματικότητας δεν υπάρχει πια, δηλαδή ο ύστερος καπιταλισμός αναδεικνύεται τρόπον τινά σε «ύστατο φυσικό νόμο», το σύστημα των Honneth, Hartmann κ.λπ. είναι απλώς μια μεροληπτική στενογραφία του υπάρχοντος με τις αντίστοιχες συνέπειες της νομιμοποίησής του: απλώς και μόνον «είναι αναγκαία η εμπειρική καταγραφή, περιγραφή και κοινωνικοθεωρητική αξιολόγηση τέτοιου νέου είδους μηχανισμών αποκλεισμού». Η κατάργηση της εκμετάλλευσης -που συνεχίζεται σε αδιανόητη κλίμακα σε πλανητικό επίπεδο- δεν έχει για τους νέους ενοίκους του ιστορικού Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας μεγάλη σημασία. Απλώς προσπαθούν να παρουσιάσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο έναντι των Beck, Bonβ και Lau, που έχουν το προβάδισμα στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας του παρόντος με τη θεωρία της Zweite Moderne (Δεύτερης Νεωτερικότητας). Σύμφωνα με τον Hartmann, και το μοντέλο της Δεύτερης Νεωτερικότητας των Beck, Bonβ και Lau διερευνά τις μη σκόπιμες συνέπειες του εκσυγχρονισμένου παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά δεν κάνει καμία αναφορά σε κανονιστικά περιεχόμενα.

Το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας με το νέο επιστημολογικό του πρόταγμα αποχαιρέτησε οριστικά την Κριτική Θεωρία. Αυτό βασίζεται στην υποστασιοποίηση εμπειρικών δεδομένων, που πολύ σύντομα θα ανατραπούν (αν δεν έχουν ήδη ανατραπεί), και η παλαιά Κριτική Θεωρία αργά ή γρήγορα θα επανέλθει στο προσκήνιο, αφού η καπιταλιστική εκμετάλλευση συνεχίζεται υπό νέα μορφή. Έτσι, η προσπάθεια εξειδίκευσης των παραπάνω θεωρητικών προκείμενων μέσω παραδειγμάτων που επεκτείνονται σε ολόκληρο το φάσμα του καπιταλιστικού συστήματος οικονομίας, από τον βιομηχανικό τομέα έως τους σημερινούς όρους κοινωνικοποίησης και από εκεί στις παράδοξες συνέπειες της αποκρατικοποίησης για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, όπως ονομάζεται ουδέτερα ο σημερινός καπιταλισμός από τον Honneth, μένει χωρίς αντίκρισμα, γιατί λείπει, εντέλει, η γενική κοινωνική θεωρία που θα θεμελίωνε τις επιμέρους έρευνες. Η κριτική κοινωνική θεωρία περιστέλλεται στην εμπειρική καταγραφή και τη θεωρητική αποκρυπτογράφηση των παραδόξων και των αμφιλογιών του ύστερου καπιταλισμού και μάλιστα ακριβώς σε εκείνη τη χρονική στιγμή, που η 11η θέση του Marx για τον Feuerbach γίνεται επίκαιρη παρά ποτέ: «οι φιλόσοφοι έχουν ερμηνεύσει τον κόσμο μόνον κατά διαφορετικό τρόπο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε» (MEW, 3, 7). Η άρση της κοινωνικής αδικίας, η πραγμάτωση μιας κοινωνίας με ανθρώπινο πρόσωπο, μιας «κοινωνίας της αλληλεγγύης», εξακολουθεί να είναι το αίτημα μιας κριτικής κοινωνικής θεωρίας, έτσι όπως το είχε θέσει εξαρχής ο Max Horkheimer.

Κωνσταντίνος Ράντης, Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Albert-Ludwigs-Universität Freiburg

Πηγή

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , ,

5 responses to “Η κρίση έπληξε και το ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο

  1. oxtapus

    26/05/2013 at 9:27 ΜΜ

    Reblogged this on Oxtapus *beta.

     
  2. Αβερράνδος

    27/05/2013 at 4:55 ΜΜ

    Η Κριτική κοινωνική έρευνα ξεκινά από μια σαφή κριτική διάθεση απέναντι στους δεδομένους κοινωνικούς θεσμούς και δομές αναγνωρίζοντας ότι η ανθρώπινη δράση είναι δυνατόν να τους αλλάξει. Βασικό χαρακτηριστικό της κριτικής έρευνας είναι το χειραφετητικό παράδειγμα και πρόταση, δηλαδή η δυνατότητα και η αναγκαιότητα απαλλαγής του ανθρώπου από πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις και δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.
    Κεντρικοί στόχοι των κοινωνικών ερευνών με κριτικό χαρακτήρα είναι η αποκάλυψη σχέσεων και δομών κυριαρχίας, η προώθηση της συνειδητοποίησης και ενδυνάμωσης κυριαρχούμενων κοινωνικών ομάδων και η εξάλειψη των αιτίων της αλλοτρίωσης του ανθρώπου (Λάζος 1998).

    Στις κριτικές προσεγγίσεις περιλαμβάνονται μια σειρά από θεωρητικά παραδείγματα με φιλοσοφικό, επιστημολογικό και μεθοδολογικό χαρακτήρα και ενδιαφέρον.

    Βασικοί στόχοι των θεωρητικών της Σχολής της Φραγκφούρτης ήταν να αναδείξουν τους μηχανισμούς αλλοτρίωσης και καταπίεσης στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες με τρόπους που πολλές φορές είναι διαφορετικοί από αυτούς του κλασικού μαρξισμού. Για τον λόγο αυτό έννοιες όπως αυτές της κυριαρχίας, του εργαλειακού λόγου και του μονοδιάστατου πολιτισμού είναι κεντρικές για την κριτική θεωρία (Craib 1998). Παρ’ όλη την κριτική που ασκήθηκε στην κριτική θεωρία τόσο από μαρξιστές θεωρητικούς όσο και από θετικιστές κοινωνικούς επιστήμονες αυτή «…εμβολιάζει την κοινωνική θεωρία με το αναγκαίο πνεύμα της κριτικής αμφισβήτησης και της ηθικής αποτίμησης ενάντια στην κυρίαρχη αντίληψη για την ορθολογικότητα.» (Craib 1998: 465).

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: