RSS

Καθημερινότητα και Κοινή Λογική

04 Ιον.

Κοινή Λογική  Το ερώτημα της κοινωνικής φύσης της καθημερινότητας και των τρόπων γνώσης οδηγεί το παρόν άρθρο, και σε μια φιλοσοφική-εννοιακή διερεύνηση της έννοιας της καθημερινότητας, που μπορεί να αναγνωρίσει την πραγματικότητα με «άλλους όρους». Θα θέσουμε ως αρχή μας μια θεμελιώδη παραδοχή: οι τρόποι του κοινωνικού-είναι της καθημερινότητας αφορούν ταυτόχρονα και πάντοτε συγκεκριμένες μορφές γνώσης, συγκεκριμένες μορφές του γνωρίζειν και ειδικά τις πιο κοινές μορφές, δηλαδή τις άτυπες μορφές γνώσης της καθημερινότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι τρόποι της ύπαρξης των υποκειμένων μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και δομές αποτελούν «ήδη» πάντοτε συγκεκριμένους τρόπους κατανόησης και ερμηνείας μιας πραγματικότητας – άρα και συγκεκριμένους τρόπους δράσης και διαντίδρασης.

«ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ»

Σχηματικά από τη μια μεριά βρίσκονται διάφορες θεωρήσεις οι οποίες θέλουν να προσδώσουν (ή να εγγράψουν) στην καθημερινότητα μία και μοναδική ουσία ή λειτουργία (π.χ., κοινωνική αναπαραγωγή). Αντίθετα, η καθημερινότητα δεν έχει μία και μοναδική σταθερή ουσία, είναι καταστατικά σχεσιακή και εμφανίζεται μόνο μέσα από τις επιμέρους ιστορικές της εκφάνσεις.

Το καθημερινό είναι αυτό που βρίσκεται συνέχεια μπροστά μας αλλά δεν το «βλέπουμε», και αυτό το «μη-ορατό» αποτελεί την προϋπόθεση κάθε δυνατότητας θέασης του κόσμου.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι η έννοια μιας «κατασκευής» της κοινωνικής πραγματικότητας. Πολύ απλά, η έννοια της κατασκευής αμφισβητεί σοβαρά τη δεδομενικότητα και τη φυσικότητα αυτής της καθημερινότητας τονίζοντας ότι η αντικειμενικότητα που ονομάζεται «καθημερινή πραγματικότητα» αποτελεί μια διυποκειμενική σύνθεση επιμέρους υποκειμενικοτήτων· όλα αυτά δεν αφορούν κάποια υποτιθέμενη «φυσικότητα» της καθημερινής πραγματικότητας αλλά αποτελούν συμβολικές κοινωνικές κατασκευές, οι οποίες εγγράφονται και μέσα στον ψυχισμό των υποκειμένων μέσω των διαδικασιών της κοινωνικοποίησης.

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εμπειρία της καθημερινότητας η οποία να μην συμβολοποιείται -δηλαδή που να μην ανήκει τελικά σε ένα πεδίο λόγου και νοήματος- και να μην έχει μια φαντασιακή διάσταση ως εκπλήρωση επιθυμιών, ενορμήσεων ή ταυτίσεων των υποκειμένων, -τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει πέρα και έξω από το λόγο. Θεωρούμε ότι, δεν μπορούμε να βιώσουμε μια ύπαρξη που να είναι απόλυτα διάφανη στον εαυτό της και απόλυτα συνειδητή· η καθημερινότητα είναι ταυτόχρονα ο όρος, το όριο αλλά και το υπόλειμμα της θεωρητικής συνείδησης.

Η φιλοσοφία -την οποία εδώ θεωρούμε ως εμβληματική για το θεωρητικό λόγο εν γένει- θεωρεί την καθημερινότητα ως μια αναγκαία μεν αλλά ασήμαντη και εφήμερη φαινομενικότητα του βίου και ως το κατεξοχήν εμπόδιο για την κατανόηση της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό γιατί η καθημερινότητα εμφανίζεται να συγκαλύπτει, ακριβώς μέσω της αμεσότητας, της οικειότητας, της δεδομενικότητας και της κοινοτοπίας της, τόσο την αυθεντικότητα της ύπαρξης όσο και την προσπάθεια κατανόησης της ουσίας του υπερβατικού Εγώ. Συγκαλύπτει συνεπώς, και δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη βαθύτερη «ουσία» του. Γι’ αυτό είναι το κατεξοχήν εμπόδιο σε μια αυθεντική ερμηνεία του Dasein (Εδωνά-είναι).
Εάν, ωστόσο, υπάρχει ένα «σημείο μηδέν» του καθημερινού, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ο θάνατος,
Αυτή η προοπτική της περατότητας ορίζει το καθημερινό ως καταστατικά εφήμερο· το καθημερινό είναι αυτό ακριβώς που αποκρύπτει την καταστατική περατότητα του ανθρώπινου βίου και τη «βεβαιότητα» του θανάτου
Αποκρύπτει δηλαδή την ενδεχομενικότητα και το ρίσκο που καταστατικά ενέχει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, καθηλώνοντας το νόημα των πραγμάτων, των λέξεων και των σχέσεων.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Κάθε έννοια κοινωνικής τάξης (social order) ως ολότητα των ιστορικά καθορισμένων σχέσεων εξουσίας και κυριαρχίας όχι μόνο αναπαράγεται αλλά και νομιμοποιείται και φυσικοποιείται μέσα στην καθημερινότητα. Δεν ζούμε μόνο σε μια κοινή καθημερινότητα αλλά μέσα σ’ αυτήν εγγράφονται αναγκαστικά όλοι οι κοινωνικοί διαχωρισμοί, ανταγωνισμοί και αντιφάσεις των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών· αυτό σημαίνει ότι μέσα στην «ίδια» καθημερινή πραγματικότητα διαφορετικές «επιλογές» είναι ιστορικά δυνατές για κάθε άτομο και κάθε κοινωνική ομάδα λόγω της διαφορετικής και άνισης πρόσβασής τους στους πόρους της εξουσίας (οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής). Εδώ τίθεται τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά το θέμα της κοινωνικής ανισότητας. Οι ανισότητες παράγονται, αναπαράγονται και νομιμοποιούνται ιστορικά. Κάθε συζήτηση συνεπώς για την καθημερινότητα θα πρέπει να λάβει υπόψη της την καταστατική αυτή «λειτουργία» της αναπαραγωγής αλλά και νομιμοποίησης μιας «υπάρχουσας τάξης πραγμάτων». Όσον αφορά τις ιδεολογικές λειτουργίες της καθημερινότητας, η συμβολή του μαρξισμού -και εδώ- είναι καθοριστική στο βαθμό που η καθημερινότητα δεν αποτελεί μια «ουδέτερη» κατάσταση του βίου αλλά είναι το κατεξοχήν πεδίο δημιουργίας μιας πρωταρχικής συναίνεσης που θεμελιώνει κάθε έννοια κοινωνικής και πολιτικής τάξης (order)· ακριβώς μέσα από αυτή τη συναίνεση (η οποία αφορά ένα αυτονόητο «έτσι κάνουν όλοι οι άνθρωποι», «έτσι είναι η κοινωνία» κ.λπ.) η καθημερινότητα λειτουργεί αναπαραγωγικά και νομιμοποιητικά ως προς τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις (status quo). Ωστόσο η έννοια της συναίνεσης (consensus) έχει πάντοτε διττή όψη. Αφορά επίσης και την αναπαραγωγή και νομιμοποίηση των κυρίαρχων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών ρυθμίσεων και των δομών της εξουσίας και της κυριαρχίας. Έτσι ένας ολόκληρος κόσμος αξιών, ιδεών, κανόνων, θεσμών και ηθών (αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε Lebenswelt – βιόκοσμος) αναπαράγεται διαρκώς και έμπρακτα μέσα από τις πρακτικές, τους λόγους και τις τελετουργίες της καθημερινότητας, τις περισσότερες φορές πέρα και έξω από τον συνειδητό έλεγχο των επιμέρους υποκειμένων. Από την άποψη αυτή η καθημερινότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κατάσταση του βίου, ας πούμε, «συντηρητική», με την έννοια ότι δεν ανατρέπει αλλά συνήθως αναπαράγει και δικαιώνει μια σειρά από ιστορικά καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες στις καπιταλιστικές κοινωνίες είναι εν πολλοίς σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης.

Τα υποκείμενα, βεβαίως, σε μεγάλο βαθμό δεν «επιλέγουν», αλλά «κληρονομούν» τις ταυτότητές τους, οι οποίες καθορίζουν τη θέση τους μέσα στην κοινωνική χωροθεσία (ιεραρχία), και συνεπώς τις πρακτικές και τους τρόπους ζωής που ακολουθούν μέσα στην καθημερινότητά τους, και βιώνουν εδώ τις πρωταρχικές μορφές του συν-ανήκειν με τους άλλους ως κοινωνικές σχέσεις σταθερές, αμετάβλητες, δεδομένες και φυσικές (πράγμα βεβαίως που συνιστά κατεξοχήν ιδεολογική παραγνώριση) μέσα από τις καθημερινές τους επαναλαμβανόμενες πρακτικές και τελετουργίες.

Μπορεί μια φιλελεύθερη ιδεολογία να διακηρύσσει ότι στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού τα πάντα πλέον είναι «δυνατά» για όλους και ότι όλοι μπορούν να επιλέξουν «ελεύθερα» τους τρόπους της καθημερινής τους ζωής, όμως αυτό δεν είναι αυταπόδεικτο ούτε εμπειρικά ούτε θεωρητικά γιατί παραγνωρίζει και αποκρύπτει ακριβώς αυτές τις οικονομικής, πολιτισμικής, πολιτικής ή άλλης ιστορικής μορφής καταστατικές δεσμεύσεις επάνω στην καθημερινή ζωή των υποκειμένων.

Έτσι η καθημερινότητα μπορεί να θεωρηθεί ως το πεδίο πραγμάτωσης της διαλεκτικής μεταξύ επικαθορισμού και ελευθερίας στο βαθμό που τα υποκείμενα δεσμεύονται πάντοτε από κοινωνικο-ιστορικούς καθορισμούς (από τρόπους ζωής, από μορφές σχέσεων, από καθορισμένες ταυτότητες) που υπερβαίνουν την ατομική τους βούληση· ταυτόχρονα εδώ εμφανίζεται και η έμπρακτη δυνατότητά τους να «πράξουν διαφορετικά», δηλαδή να πραγματώσουν την ελευθερία τους. Πιο απλά, η καθημερινότητα δεν είναι ούτε και μια κατάσταση απόλυτα «ελεύθερων επιλογών» τις οποίες υποθέτει μια φιλελεύθερη ιδεολογία (π.χ., «ο καθένας καθορίζει τα του βίου του»). Η εμπειρική διαπίστωση ότι η καθημερινότητα πολλών ανθρώπων στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες βιώνεται ως αφόρητα επαναληπτική, ως ρουτίνα, δηλαδή ως «βαρετή», «πληκτική» και «κοινότοπη»· εδώ ανοίγονται σημαντικά ζητήματα μιας προσπάθειας κριτικής της καθημερινότητας μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές της μορφές.

Κάθε κοινωνική μορφή δημιουργεί συγκεκριμένες δομές και αναπαράγουν διαρκώς στα υποκείμενα την αίσθηση μιας κοινωνικής τάξης (social order) μέσα στην καθημερινή πραγματικότητα. (Ο Α. Λέφεβρ (στην Κριτική της καθημερινής ζωής) υποστηρίζει ότι στις νεωτερικές κοινωνίες έχουν χαθεί τα μεγάλα στυλ ζωής που χαρακτήριζαν προ-νεωτερικές ιστορικές περιόδους· στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες οι άνθρωποι προσπαθούν να συνθέσουν τρόπους ζωής στην καθημερινότητα τους εκλεκτικιστικά μέσα από ένα κολάζ ετερογενών πρακτικών, ιδεών και τελετουργιών που εντέλει αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, στυλ καταναλωτικών συνηθειών.) Η προβληματική των κωδίκων συνεπώς θέτει το σημαντικό θέμα (θεωρητικό αλλά και εμπειρικό) τόσο του πώς και ποιες πρακτικές επιλέγονται ως οι κυρίαρχες όσο και το θέμα των σχέσεων και των συνδυασμών μεταξύ τους, σε κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι η καθημερινότητα αποτελείται από μια σειρά κωδίκων οργάνωσης -δηλαδή κατασκευής- της καθημερινής πραγματικότητας στη διπλή της υπόσταση, ως ταυτόχρονα αντικειμενική/υποκειμενική (δηλαδή ως διυποκειμενική), που αφορούν πεδία δράσης και διαντίδρασης ήδη δομημένα ιστορικά, τα οποία αναπαράγονται αλλά και αναδιοργανώνονται διαρκώς σύμφωνα με αυτές τις ρυθμιστικές αρχές. Εάν λοιπόν επιχειρήσουμε να δούμε την καθημερινότητα κάτω από αυτό το πρίσμα, το επιχείρημα εδώ είναι ότι μέσα σ’ αυτούς τους κώδικες που διέπουν την οργάνωση των καθημερινών πρακτικών στο χωρο-χρόνο, υπάρχουν εγγεγραμμένες τόσο πρωταρχικές μορφές συμβίωσης και επικοινωνίας όσο και λογικές και στρατηγικές κυριαρχίας και εξουσίας, δηλαδή λογικές αναπαραγωγής και νομιμοποίησης μιας «κυρίαρχης τάξης πραγμάτων»· υπ’ αυτή την έννοια οι κώδικες αυτοί ενσαρκώνουν και αναπαράγουν διαρκώς την ιδεολογία μέσα στην καθημερινότητα, αφενός, γιατί τοποθετούν τα υποκείμενα άνισα μέσα στην κοινωνική χωροθεσία (ως προς την πρόσβαση στους πόρους της εξουσίας), και, αφετέρου, γιατί αποκρύπτουν καταστατικά την ιστορική τους σχετικότητα και τους τρόπους της επιλογής/κατασκευής τους.

Θα πρέπει, επίσης, να προσθέσουμε όσον αφορά τις καθημερινές πρακτικές ότι η καθημερινότητα έχει μια συνηθειακή δομή, δηλαδή αφορά μια σειρά συνηθειών (ή και πειθαρχιών) της συνείδησης, της πράξης και του σώματος που θα μπορούσαν να εννοηθούν σύμφωνα με την έννοια του habitus (έξις)· θεωρούμε λοιπόν ότι η καθημερινότητα «διδάσκεται» από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής μας -κυρίως μέσα από τους σημαντικούς θεσμούς κοινωνικοποίησης, όπως η οικογένεια και το σχολείο- και αφορά μια σειρά από «πειθαρχίες», μαθήσεις και συνήθειες καθημερινών πρακτικών και τελετουργιών οι οποίες εγγράφονται βαθειά μέσα στον ατομικό ψυχισμό. Αυτό το αυτόματο (αλλά και το κοινότοπο) των σκέψεων, των πράξεων και των στάσεων του καθημερινού αφορά μια πληθώρα φαινομενικά δεδομένων και «φυσικών» τρόπων ερμηνείας και κατανόησης του κόσμου, του εαυτού και του άλλου (δηλαδή, άτυπων μορφών γνώσης) που καθοδηγούν την καθημερινή δράση και διάδραση. Και εδώ είναι φανερό ότι η καθημερινότητα είναι καταστατικά κοινωνική και ιστορική στο βαθμό που όλες αυτές οι καθημερινές συνήθειες/έξεις αποτελούν τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικά και ιστορικά καθορισμένες μορφές σχέσεων εξουσίας εγγράφονται μέσα στα υποκείμενα δεσμεύοντας την ατομική πράξη.

«ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ»: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Μιά κριτική θεώρηση της καθημερινότητας -αλλά και ολόκληρη η μαρξιστική, κατά βάση, παράδοση της «κριτικής της καθημερινής ζωής»- είναι κατά κύριο λόγο μια κριτική των ιδεολογικών μορφών και λόγων της καθημερινότητας. Υπάρχει εδώ μια ολόκληρη μαρξιστική παράδοση «κριτικής της αλλοτρίωσης»· γενικότερα, η έννοια της αλλοτρίωσης μας φαίνεται προβληματική ως αναλυτικό εργαλείο για την κοινωνική θεωρία. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε απλώς να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στις σύγχρονες υστερο-καπιταλιστικές κοινωνίες όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την καθημερινότητά τους ως βαρετή, κοινότοπη, αποξενωμένη, μη-δημιουργική κ.λπ. και αναλώνονται σε ένα αέναο κυνήγι του «καινούργιου», του «ενδιαφέροντος», του «μοντέρνου» και εντέλει μιας εφήμερης «δόξας» που τους ανασύρει προσωρινά από την ανωνυμία. (Ο συνεχής πολλαπλασιασμός των εκπομπών και των εντύπων που ασχολούνται με το «life-style» αλλά και των παιχνιδιών τύπου «big brother» δεν μπορεί να είναι φαινόμενο άσχετο με αυτές τις τάσεις στην καθημερινότητα των σύγχρονων κοινωνιών.) Δεν μπορούμε λοιπόν να αγνοήσουμε ότι η καθημερινότητα θέτει διαρκώς τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά το ζήτημα του «πώς να διάγει κάποιος το βίο του» και συνεπώς το ζήτημα της ευτυχίας· και παρότι δεν θεωρούμε την ευτυχία καθαυτή ως συλλογικό και πολιτικό αίτημα, από την άλλη μεριά δεν μπορεί να είναι εντελώς άμοιρη των υλικών και κοινωνικών συνθηκών και όρων με τους οποίους οι άνθρωποι ζουν την καθημερινότητά τους στις σύγχρονες κοινωνίες. Η μαρξιστική παράδοση, συνεπώς, με την ιδιαίτερη έμφαση που δίνει στο γεγονός ότι μέσα στην καθημερινότητα αναπαράγονται έμπρακτα όροι ζωής μπορεί να μας προσφέρει συνάμα μια κριτική της μη-πραγμάτωσης και διάλυσης αυτών των όρων μέσα στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. (Είναι, οι ίδιοι οι όροι του καπιταλιστικού συστήματος -π.χ., η ατομική ιδιοκτησία, η μισθωτή εργασία, το ατομικό κυνήγι του κέρδους, η εκμετάλλευση κ.λπ.- που δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη δομών αλληλεγγύης αλλά και προσωπικής δημιουργικότητας και οδηγούν στον κοινωνικό ανταγωνισμό και στην καθημερινή αποξένωση και αλλοτρίωση.)

Μια κριτική της καθημερινότητας δεν μπορεί παρά να είναι μια κριτική της ιδεολογίας που αφορά όλες τις σχέσεις και τις πρακτικές της καθημερινότητας, μια κριτική δηλαδή των μορφών της διαστρέβλωσης, παραγνώρισης και φυσικοποίησής τους. Και εδώ εμπλέκεται ένα χειραφετητικό αίτημα μιας μεγαλύτερης διαφάνειας (ως αίτημα απο-κάλυψης των δομών εξουσίας, ανισότητας και κυριαρχίας) των κοινωνικών σχέσεων, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη το γεγονός ότι η πλήρης διαφάνεια δεν είναι εφικτή στο βαθμό που η καθημερινότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μια κατάσταση του βίου απόλυτα διαφανής γιατί τότε θα αυτο-αναιρείτο ως τέτοια. Η κριτική αυτή της καθημερινότητας, συνεπώς, μπορεί να λάβει τη μορφή της αμφισβήτησης της δεδομενικότητας, της φυσικότητας και της αμεσότητας των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών.

Δεν θεωρούμε την ιδεολογία ως ένα «φαινόμενο» καθαρά αρνητικό ή ένα ψευδολόγημα ή απλώς μια «τύφλωση» ως προς μια «αλήθεια» που μπορεί κάπως να αποκαλυφθεί. Για εμάς η ιδεολογία είναι ένα φαινόμενο καταστατικό του κοινωνικού και παραγωγικό σχέσεων, θεσμών και λόγων· η ιδεολογία είναι ένα φαινόμενο που τοποθετεί τα άτομα ως υποκείμενα μέσα στο κοινωνικό, και συνεπώς χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε καθημερινότητα ούτε καθημερινός λόγος.

Η καθημερινότητα
συγκαλύπτει το γεγονός ότι όλες οι πρακτικές, οι τελετουργίες και τα πρότυπα της καθημερινής δράσης είναι ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένα και άρα δεν έχουν τίποτα το φυσικό, το δεδομένο και το αυτονόητο. Όχι μόνο αυτό, αλλά «ιστορικά διαμορφωμένα» σημαίνει ότι είναι, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν ιστορικών ανταγωνισμών και αγώνων· η ιστορικότητα αυτών των πρακτικών -δηλαδή οι συνθήκες ανάδυσης και επιρροής τους, το γεγονός ότι μέσα από μια διαδικασία ανταγωνισμού κυριάρχησαν αυτές και όχι κάποιες άλλες κ.λπ.- είναι αυτό ακριβώς που συγκαλύπτεται μέσα στην καθημερινότητα (π.χ., όταν λέμε «έτσι είναι η ζωή» ή «έτσι κάνουν όλοι οι άνθρωποι»). Την ίδια στιγμή συγκαλύπτεται και η ίδια η ιστορικότητα των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην καθημερινότητα όσο αυτές οι σχέσεις μέσα στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες είναι, σε μεγάλο βαθμό, σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης. Θεωρούνται λοιπόν φυσικές και δεδομένες οι σχέσεις που διέπουν τόσο την καπιταλιστική εργασία όσο και την καπιταλιστική ανταλλαγή και κατανάλωση που και οι δύο αφορούν ένα πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου της καθημερινότητας σήμερα. Θα μπορούσε συνεπώς κάποιος να υποστηρίξει ότι η «κυρίαρχη ιδεολογία» -αυτή δηλαδή η οποία αναπαράγει και νομιμοποιεί υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας- ενσαρκώνεται μέσα στις κυρίαρχες πρακτικές, τελετουργίες και σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών. (θα μπορούσαμε, π.χ., να σκεφθούμε τις καθημερινές πρακτικές και σχέσεις στις υστερο-καπιταλιστικές κοινωνίες από την πλευρά της υπέρμετρης ανάπτυξης του ατομικισμού ως ένα καθημερινό και αέναο κυνήγι της ατομικής επιτυχίας, πλούτου, δόξας κ.λπ..)

Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι
αυτή η συγκάλυψη, την οποία θεωρούμε εδώ ως καταστατική της καθημερινότητας, δεν είναι ούτε τυχαία ούτε απλώς ένα ψευδολόγημα ούτε μια συνωμοσία μιας τάξης ή κοινωνικής ομάδας. Είναι το απαραίτητο στοιχείο που θεμελιώνει μια κοινωνική τάξη (social order) και που μέσω της κατασκευής μιας πρωταρχικής συναίνεσης μέσα στην καθημερινότητα, για τους «περισσότερους ανθρώπους», αναπαράγει, δικαιώνει, φυσικοποιεί και νομιμοποιεί την υπάρχουσα ως την κυρίαρχη πραγματικότητα. Αυτό αφορά και την έμφαση σε ένα παρόν που εμφανίζεται ως ίδιο με το χθες και θεωρείται ότι θα είναι ίδιο με το αύριο· αυτό σημαίνει ότι η καθημερινότητα εν πολλοίς αναφέρεται στον ήδη υπάρχοντα κόσμο που θεωρείται και ο μόνος εφικτός κόσμος. Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο ιδεολογικό χαρακτηριστικό της καθημερινότητας, δηλαδή ότι, μέσα από τη βεβαιότητα ότι «έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι τα πράγματα», αγνοείται όχι μόνο το ρίσκο και η διακινδύνευση που ενέχει κάθε ατομική ύπαρξη (ο θάνατος) -αλλά και η συλλογική (π.χ., μια φυσική ή οικολογική καταστροφή)- αλλά και το θεμελιακό γεγονός ότι η καθημερινή πραγματικότητα, μέσα στην οποία υπάρχουμε εδώ και σήμερα, δεν ήταν πάντοτε έτσι, δεν είναι αναγκαστικά η καλύτερη (π.χ., μια απλοϊκή ιδέα «προόδου») και δεν θα είναι έτσι για πάντα – είναι δυνατόν συνεπώς να αλλάξει.

Θεωρούμε ότι αυτή η φαινομενική καθήλωση του νοήματος είναι υπαρκτή και καταστατική της συγκρότησης μιας «καθημερινής πραγματικότητας» αλλά είναι πάντοτε προσωρινή, ατελής και σχετική, στο βαθμό που πάντοτε διαφεύγει και «γλιστράει». Το ιδεολογικό στοιχείο εδώ αφορά το ότι αυτό το νόημα (νοήματα) των λόγων και πράξεων εμφανίζεται στην καθημερινότητα «ως εάν» να ήταν δεδομένο και καθηλωμένο, αιώνιο και αυτονόητο, ως εάν δηλαδή να ξέραμε ήδη πάντοτε τι σημαίνει και συνεπώς να μη χρήζει καμίας ερμηνείας (εξ ου και το αυτονόητο του καθημερινού).

Σχέση ιδεολογίας και καθημερινότητας. Ο καθημερινός λόγος στις διάφορες μορφές του -και ειδικά στη συνηθέστερη και κυρίαρχη μορφή του ως κοινή λογική ή κοινός νους- επιλέγει, συσχετίζει και οργανώνει κάτω από μια φαινομενική αμεσότητα, φυσικότητα και δεδομενικότητα μια σειρά από νοήματα και ρητορικούς τρόπους που στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν τα χαρακτηριστικά του δεδομένου, του αυτονόητου, του κοινότοπου και του φυσικού και ενέχει σημαντικότατες ιδεολογικές λειτουργίες· θα μπορούσαμε ίσως και να ισχυρισθούμε ότι ο καθημερινός λόγος είναι η ιδεολογία par excellence. (πρέπει να δεχθούμε ότι μέσα στον καθημερινό χωρο-χρόνο συνυπάρχουν πολλές τάξεις και μορφές του λόγου, όπως είναι ο επιστημονικός, ο ποιητικός, ο θρησκευτικός κ.λπ., και να προσθέσουμε ότι οι σχέσεις μεταξύ τους δεν είναι απλώς συνύπαρξης αλλά και πολλές φορές ανταγωνιστικές. Εμείς, ωστόσο, εδώ αναφερόμαστε στη συνηθέστερη μορφή λόγου μέσα στις καθημερινές σχέσεις που την ονομάζουμε «κοινή λογική».) Η ιδεολογία -της οποίας σημειώνουμε ότι κανείς δεν είναι αμέτοχος- δεν είναι κάτι το οποίο συμβαίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή σε σπάνιες στιγμές του ανθρώπινου βίου· αντίθετα η ιδεολογία εμφανίζεται έμπρακτα μέσα στην καθημερινότητα και ενσαρκώνεται μέσα σε ρηματικές μορφές και ειδικά στην κατάσταση του λόγου που ονομάσαμε «κοινή λογική». Η «κοινή λογική» συνεπώς είναι μια τεράστια δεξαμενή κοινών (δηλαδή διυποκειμενικών) όσο και κοινότοπων νοημάτων και ρηματικών πρακτικών, τα οποία εν πολλοίς συμπυκνώνουν και ενσαρκώνουν την κυρίαρχη ιδεολογία· αποτελεί, θα λέγαμε, την ουσία αυτού που θα ονομάζαμε καθημερινή «οπτική» της πραγματικότητας. Μέσα και μέσω αυτής μεταδίδεται και αναπαράγεται διαρκώς μια πληθώρα από «διαδεδομένες» απόψεις, πρότυπα, κοινοτοπίες, συναισθήματα, κανόνες, ιδέες και ηθικές παραδοχές, που όλα νομιμοποιούνται μόνο και μόνο επειδή τα συμμερίζεται ο «μέσος, καθημερινός άνθρωπος» και που ως κύριο χαρακτηριστικό τους έχουν την μη-κριτική αποδοχή και το αυτονόητό τους. (Βεβαίως όταν μιλάμε για «κυρίαρχη ιδεολογία» δεν αναφερόμαστε αναγκαστικά σε ένα συνεκτικό μόρφωμα ή ρηματική μορφή αλλά σε συναρθρώσεις και τρόπους οργάνωσης ετερογενών στοιχείων, λόγων και επιμέρους ιδεολογιών (πολιτικών και κοινωνικών), οι οποίες έχουν ως κύρια λειτουργία τους την αναπαραγωγή, νομιμοποίηση και φυσικοποίηση των υπαρχουσών κοινωνικών – πολιτικών – οικονομικών ρυθμίσεων, αυτούς τους κοινότοπους καθημερινούς τρόπους εγκαθίδρυσης της επικοινωνίας και «κατασκευής» των σχέσεων,)

Από αυτή την άποψη, ο «κοινός νους» είναι το κατεξοχήν πεδίο πραγμάτωσης της ιδεολογίας -τόσο των πολιτικών αλλά και ειδικά κοινωνικών ιδεολογιών όπως η ανδροκρατία, η τεχνοκρατία, ο καταναλωτισμός, ο ατομικισμός κ.ά-, το πεδίο δηλαδή των λόγων που καθοδηγούν την ατομική και συλλογική πράξη· την ίδια στιγμή, αυτός ο λόγος έχει σημαντικότατες λειτουργίες αναπαραγωγής, δικαίωσης, φυσικοποίησης και νομιμοποίησης μιας σειράς καθοριστικών κοινωνικών-πολιτικών-οικονομικών σχέσεων που ονομάσαμε «κυρίαρχη πραγματικότητα». Συνάμα, η κοινή λογική έχει μια σαφή ομαλοποιητική και κανονιστική λειτουργία ως προς την καθημερινή πράξη και αποτελεί σημαντικό μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου ο οποίος, μέσω της κατασκευής μιας -υποτιθέμενης- συναίνεσης, αποτελεί το «υλικό» που συγκολλά και αναπαράγει την κοινωνική τάξη (social order).

Επιλεγμένα αποσπάσματα από την εργασία  «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ»
του Ηρακλή Μαυρίδη  Δρ. Κοινωνιολογίας. Διδάσκων ως Ειδικός Επιστήμονας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , ,

2 responses to “Καθημερινότητα και Κοινή Λογική

  1. ο Άσκοπος

    06/07/2013 at 1:35 ΜΜ

    Η λογικη δεν είναι και τόσο πολυπλευρη.Εμείς θελουμε και κάνουμε τα πράγματα δύσκολα.Ακομα και τα θέματα που θεωρούμε υποκειμενικά ολα έχουν κριτήρια σωστού και λάθους.Η σημερινή εποχη λέει οτι δεν υπάρχει σωστο και λάθος.Δεν μπορεί μεσα στην πάροδο των αιώνων και μεσα απο τόσους αγώνες να λεμε οτι δεν υπάρχει σωστό και λάθος.Ας πουμε η βία και ο ξυλοδαρμός δεν μπορεί να θεωρείται μια υποκειμενική κατασταση.Δεν μπορεί μια ομαδα ανθρωπων όπως οι κουκουλοφόροι οπου τις περισσότερες φορές καταστρεφουν δημόσιες περιουσιες και καταστήματα που ανηκουν στην εργασία και στην προσπαθεια άλλων Ανθρώπων να θεωρείται ένα θέμα υποκειμενικό.Επιπλέον παρανομες απεργίες οπου το πρωί κλείνουν τους δρόμους και εμποδίζουν τους υπολοιπους να πηγαίνουν στην δουλεια και δημιουργούν πρόβλημα στην ανάπτυξη της οικονομίας δεν νομίζω οτι χρειάζεται η υποκειμενικοτητα για να καταλαβουμε οτι ολα αυτα που βλέπουμε κατα καιρους και στην επικαιρότητα είναι σοβαρά λάθη με σοβαρες επιπτώσεις.Δεν νομίζω οτι οι μολοτοφ που χρησιμοποιούν στα γήπεδα και το σπάσιμο των κερκίδων είναι θεμα υποκειμενικοτητας.Οπως επιπλέον δεν νομίζω οτι είναι καλό για λόγους φάρσας να περνεις πορτοκάλια απο τα δέντρα και να τα πετάς στα παράθυρα άλλων σπιτιων.Δεν νομίζω οτι ο πολεμος που γίνεται με όπλα και πυρηνικες επιθέσεις τίθεται θέμα υποκειμενικοτητας.Οταν στη Συρία αλλα και σε αλλες χωρες του Αραβικου έθνους βλεπεις σχεδον γκρεμισμένα σπίτια και παιδιά να κυλιούνται στο αίμα αυτα δεν τίθονται θεμα σωστούς και λάθους,γιατι αυτά είναι εγκλήματα.Όταν στο όνομα της επιστήμης εγινε το Τσερνομπιλ,το Χιροσίμα και το Ναγκασάκι εδω δεν είναι θέμα υποκειμενικότητας,γιατι είναι σαφες ότι μιλαμε για εγκλημα και για λάθος.Όταν βλέπεις χιλιάδες νέοι να πεθαίνουν απο ναρκωτικά δεν νομίζω οτι εδω υπάρχει περιθωριο για σωστό και λάθος,αλλα αυτα τα αποτελέσματα είναι λάθος.Δεν νομίζω ότι στην Κορέα που κάνουν πυρηνικές δοκιμές σε βάρος της φύσης και να ζητάει ο Ο.Η.Ε να μην συνεχιστούν οι πυρηνικές δοκιμές να τίθεται θέμα σωστού και λάθους.Δεν νομίζω οτι το να βρίζεις έναν μεγάλο Ανθρωπο τίθεται θέμα υποκειμενικότητας.Παρολα αυτά δεν υπάρχει σεβασμός στους μεγάλους ανθρώπους.Οταν διατυπώνεις απαντησεις που προωθούν την βία ως κατι καλο ακομα και αν αυτη βία γίνεται χωρίς λογο δεν νομίζωι οτι κα εδώ τίθεται θεμα σωστου και λαθους.Να μην μιλήσουε και για τους εκατομμύρια Ανθρώπους που πέθαναν στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.Τωρα έχουμε και την οικονομικη κριση εξαιτιας της επιλογης για αμέτρητη καλοπέραση και παράνομο πλουτισμό.Ας μην μιλήσω για τις πυρκαγιές,την ξυλοκοπεία και την παράνομη οικοδόμηση οικοπέδων.Ας μην μιλήσω για την μεγιστη και ανώτατη βία της φτώχειας,εξαιτίας της ανισοτητας μεταξύ πλουσίων και φτωχών και της κοινωνικής αδικίας.

    Πραγματικά πόση υποκειμενικότητα είναι απαραίτητη για να κατανοησει καποιος το πιο απλο πράγμα που είναι η Αγάπη και η Δικαιοσύνη.

     
  2. Αβερράνδος

    19/09/2013 at 2:52 ΜΜ

    «Το λάθος της κοινής συνείδησης έγκειται στο ότι μετατρέπει το φανερό σε προφανές. Ενώ για την εγρήγορη συνείδηση τίποτε δεν είναι προφανές».
    Χ. Μαλεβίτσης.

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: