RSS

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ και Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ 17Ν

11 Ιαν.

Σύνθημα2 Με αφορμή την δίκη των μελών της 17Ν, έχει ανοιχτεί μια ευρύτατη συζήτηση για τον αν τα διαπραχθέντα, [υπό την αίρεση φυσικά τυχόν καταδίκης των κατηγορουμένων], αδικήματα έχουν πολιτικό χαρακτήρα ή όχι.

Ανεξάρτητα των απόψεων όλων των εμπλεκομένων, [υπό οιανδήποτε ιδιότητα], στην όλη υπόθεση, δεν έχει υπάρξει προσέγγιση στο θέμα, με αυστηρά νομική ματιά, χωρίς σκοπιμότητες και πολιτικούς ή δικαστικούς υπολογισμούς.

Ας επιχειρηθεί, λοιπόν, με βάση το κατηγορητήριο και με άξονα τα δεδομένα της Ελληνικής έννομης τάξης, [χωρίς φανατισμούς και ακρότητες, τώρα που το θέμα τυπικά, σε πρώτο βαθμό, έχει λυθεί], μια προσέγγιση στο ζήτημα.

1.Στη βάση μιας απλής γραμματικής προσέγγισης του κατηγορητηρίου, [οίκοθεν νοείται, προς αποφυγή παραπομπής και ανάγνωσης εκατοντάδων σελίδων, ότι το κατηγορητήριο συντάχθηκε με βάση τα λίγο ως πολύ γνωστά αδικήματα], είναι προφανές ότι η νομική φύση των αποδιδόμενων κατηγοριών μπορεί να συλληφθεί μόνον στα πλαίσια της εννοίας του «συνθέτου πολιτικού αδικήματος», [βλ. σχετικά Ε. Αποστολόπουλου, Α. Καμινάρη, Π. Κομματά, Α. Κότσιφα, «Το πολιτικόν έγκλημα», εκδόσεις Νομικής Βιβλιοθήκης, 1978, σελ. 51, Β. Παπαναστασίου, «Πολιτικά εγκλήματα και αι επ΄αυτών διακρίσεις», Ποινικά Χρονικά ΛΑ, 1981, σελ. 14 και 17, και Β. Παπαδάτου, ΝοΒ 1977, σελ. 325].

2.Ως σύνθετο πολιτικό έγκλημα θεωρείται η ένωση πολιτικού και κοινού εγκλήματος. Στην πολιτική ιστορία αμιγώς «απλό» πολιτικό έγκλημα σπάνια συναντάται, ως εκ της αδυναμίας τέλεσης μεμονωμένων πράξεων πολιτικής ανυπακοής.

3.Κατά συνέπεια η σύμπλεξη πράξεων του κοινού ποινικού δικαίου με πράξεις ιδεολογικά ωθούμενες είναι de facto αναγκαία για την επίτευξη του τεθέντος πολιτικού στόχου.

4.Για τον προσδιορισμό του πολιτικού εγκλήματος έχουν διατυπωθεί τρεις θεωρίες, [ως αντιστάθμισμα της απουσίας νομοθετικού ορισμού της εννοίας].

Α. Σύμφωνα με την πρώτη, την αντικειμενική θεωρία, κριτήριο διάκρισης και εντοπισμού του πολιτικού εγκλήματος είναι η φύση του δικαιώματος που προσβάλλεται. Έτσι το πολιτικό έγκλημα χαρακτηρίζεται από το αντικείμενο του και όπως το όρισε η Διεθνής Διάσκεψη για την ενοποίηση του ποινικού Δικαίου της Κοπεγχάγης το 1935, είναι το έγκλημα που στρέφεται κατά της οργανώσεως και της λειτουργίας του Κράτους καθώς και κατά των δικαιωμάτων των πολιτών που απορρέουν απ΄αυτήν.

Β. Σύμφωνα με την επόμενη θεωρία, την υποκειμενική, μια πράξη προσλαμβάνει τον χαρακτηρισμό και το «χρώμα του πολιτικού εγκλήματος κατά τας περιστάσεις και αναλόγως του υποκειμένου σκοπού», [βλ. έτσι και Κ. Τσουκαλάς «Τα ορκωτά Δικαστήρια», εκδόσεις Π.Δ. Σακελλάριος 1929, σελ. 210].

Γ. Τις αντιθέσεις και τα κενά, που παρουσιάζουν οι δυο παραπάνω θεωρίες, έρχεται να καλύψει μια τρίτη, [συμβιβαστική ή μικτή], θεωρία, η οποία συνδυάζει τόσο τη φύση του προσβαλλομένου αγαθού όσο και το σκοπό του δράστη. Προτείνεται δηλ., σύμφωνα με τη μικτή θεωρία, να λαμβάνονται υπόψιν και τα δυο κριτήρια των δυο προηγουμένων θεωριών.

5.Είναι προφανές ότι οι διαλαμβανόμενες στο κατηγορητήριο πράξεις, [και αληθών υποτιθεμένων στο σύνολο τους], κάτω από το πρίσμα οποιασδήποτε θεωρίας δεν μπορεί παρά να υπαχθούν στην έννοια των πολιτικών αδικημάτων.

6.Αν και το κίνητρο δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, δεν είναι ευχερής η απόδοση ταπεινών κινήτρων, [π.χ. ενδεικτικά κινήτρων φιλοκερδείας ή κινήτρων προσωπικού συμφέροντος], στις περιγραφόμενες πράξεις. Δεν προϋπήρχε εμπεδωμένη σχέση μεταξύ των θυμάτων και των φερομένων ως δραστών, δεν τίθεται δηλ. ζήτημα προσωπικής, [εξ΄οποιασδήποτε αιτίας εκπορευομένης], αντιδικίας. Θα μπορούσε κανείς να επιλέξει τον, [εντελώς ατυχή από νομικής και ουσιαστικής πλευράς], νομικό χαρακτηρισμό του «απρόκλητου», [ο οποίος, όμως, αν ληφθεί κατά κυριολεξία, μάλλον, συνάδει με την έννοια του ακαταλόγιστου].

7.Κατά συνέπεια, [στα πλαίσια της υποκειμενικής θεωρίας, όπου ως άξονας εκλαμβάνεται η υποκειμενική στόχευση του δράστη], με βάση το προβληθέν, εκ μέρους των κατηγορουμένων, κίνητρο της πολιτικής αλλαγής, [και μη υπάρχοντος άλλου, τουλάχιστον κατά τη συλλογιστική του κατηγορητηρίου], ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων ως πολιτικών είναι αναπόφευκτος. Ουσιαστικά πρόκειται περί εγκληματικής συμπεριφοράς ένεκεν προϋφισταμένης ανάλογης πεποίθησης απολύτου ορθότητας.

8.Αλλά και στα πλαίσια της αντικειμενικής θεώρησης η πολιτική φύση των αδικημάτων και η σύνδεση τους με τη Πολιτειακή λειτουργία και κρατική διαχείριση είναι δεδομένη. Συνεπώς καλύπτονται πλήρως και τα δυο κριτήρια της τρίτης μικτής θεωρίας.

9. Προς επίρρωση των προαναφερομένων επισημαίνεται ότι κάθε πράξη άρνησης συναίνεσης και αποδοχής, [παθητικής ή ενεργητικής, όπως π.χ. δια των αναφερομένων στο παρόν κατηγορητήριο τρόπων], των όρων λειτουργίας του πολιτικού-οικονομικού και κοινωνικού συστήματος και της εξουσίας που το εποπτεύει και το καθοδηγεί, εμπεριέχει, τουλάχιστον νοηματικά, και μια αντίδραση – προσπάθεια αλλαγής δομών και διαδικασιών, η οποία τείνει στην αναίρεση του, [του «συστήματος»], και φυσικά στην προώθηση μιας άλλης λύσης και προοπτικής εξουσίας, [βλ. έτσι Θ.Θ. Κονταξή, «Το έγκλημα της απείθειας», εκδόσεις Π. Σάκκουλα, 2000, σελ. 30 και G. Bocca «Εμείς οι τρομοκράτες», εκδόσεις INDEX, 1993, σελ. 34, «ο τρομοκράτης προσπαθεί να ανατρέψει το σύστημα αξιών και αρχών προσπαθώντας να επιβάλλει νόμους ή σκοπεύοντας να ανακατατάξει την κοινωνία ή να της καθορίσει κατεύθυνση].

10.Και υπ΄αυτήν την έννοια η φερόμενη ως «ενεργητική» άρνηση του πολιτικού συστήματος, εκ μέρους των κατηγορουμένων, στερείται ταπεινών αιτίων, [αφού εξ΄ορισμού ο νοηματικός χώρος της αμφισβήτησης εμπεριέχει και πολιτική πρόταση και τελικό –ασχέτως αξίας και αποδοχής- πολιτικό στόχο], και επιβεβαιώνει τις προβληθείσες απόψεις τους περί πολιτικών κινήτρων.

11.Σχηματοποιώντας σε αφηρημένο επίπεδο, οποιαδήποτε, πρακτική και θεωρητική, αμφισβήτηση, [κάθε πράξη άλλωστε σύμφωνα με τη λογική του Γκράμσι], της διαχειριστικής τάξης του «συστήματος» και συνεπώς της εξουσίας είναι πολιτική πράξη, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του δράστη.

12.Αυτή την αμφισβήτηση της εκάστοτε ενεστώσας τάξης πραγμάτων και τη διακύβευση του κύρους, των συμφερόντων και των ισορροπιών που αυτή, [η τάξη πραγμάτων], εκφράζει και εκπροσωπεί, έρχεται ο νομοθέτης, [με συγκεκριμένες τυποποιήσεις, και με αναγωγή αγαθών σε έννομα], και τη θεωρεί αξιόποινη ως έκφραση μη ανεκτής επιδίωξης ή καλύτερα μη επιτρεπτού τρόπου αντιπαράθεσης. Άλλωστε το εκάστοτε πολιτικό σύστημα εξουσίας καθιερώνει κατ΄αποκλειστικότητα τους τρόπους διαχείρισης του, [χωρίς ποτέ όπως είναι αυτονόητο να προβλέπει διαδικασίες ανατροπής του], αναπαραγωγής του και φυσικά διατήρησης του.

13.Άκρως ενδεικτική τόσο της προσπάθειας να περιοριστεί η έννοια του πολιτικού εγκλήματος όσο και της έμμεσης αναγνώρισης ότι, τελικά, υφίσταται πολιτικό έγκλημα, είναι η Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου για την έκδοση εγκληματιών, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 1689/1987, σύμφωνα με την οποία, [και για προφανείς λόγους], «η απόπειρα κατά της ζωής αρχηγού κράτους δεν θεωρείται πολιτικό έγκλημα», [κατά συνέπεια υφίσταται, γενικώς, πολιτικό έγκλημα. Ποιο είναι, όμως, άραγε;].

14.Αυτό επιβεβαιώνεται απολύτως και από τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων αδικημάτων του κατηγορητηρίου ως «τρομοκρατικών», [βλ. σχετικά και τον χαρακτηρισμό ανάλογων τροποποιήσεων του ΠΚ αλλά και ειδικών ποινικών νόμων ως «αντι-τρομοκρατικών διατάξεων»], και όχι ως εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου.

15.Κάθε τι δηλ. που συντείνει στη διάχυση φόβου και στη διακύβευση του εξουσιαστικού συγκροτήματος και των πολιτικών θεσμών τιμωρείται ακριβώς λόγω του είδους της στόχευσης, [εξ΄ού και οι καθησυχαστικές δηλώσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, μετά από κάθε ανάλογα χαρακτηριζόμενη πράξη, περί πολιτικής σταθερότητας και αξιοπιστίας των θεσμών, οι οποίες, προφανώς, υπονοούν ότι το πολιτικό σύστημα δεν κινδυνεύει παρά τις όποιες προσπάθειες ανατροπής του από ενέργειες ανάλογες των φερομένων ως τελεσθέντων από τους κατηγορουμένους].

16.Αυτή η επανειλημμένη, δημόσια και επίσημα καταγεγραμμένη στην έννομη τάξη ομολογία περί μη πολιτικής διακύβευσης οδηγεί, [από μια άλλη σκοπιά], αναπόδραστα στο συμπέρασμα περί της πολιτικής φύσης των πράξεων του κατηγορητηρίου.

17.Κάθε πράξη μη αμιγώς στοχεύουσα στην ανατροπή-αλλαγή των όρων λειτουργίας της Πολιτείας, [σύμφωνα με την αυστηρά υποκειμενική αντίληψη των εκάστοτε κατηγορουμένων, π.χ. διαδήλωση παρά την αντίθετη απαγόρευση], αλλά έχουσα υποστηρικτικό ρόλο σε άλλη πράξη, [π.χ. κλοπή χαρτιού και ξύλων για την αναγραφή και ανάρτηση συνθημάτων στην παραπάνω διαδήλωση], και με την οποία στερρώς συνδέεται, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως αμιγώς πολιτική πράξη. Απόδειξη το γεγονός ότι η υποστηρικτική πράξη δεν θα είχε νόημα τέλεσης και ουδέποτε θα ελάμβανε χώρα αν δεν είχε ως σημείο αναφοράς-εξυπηρέτησης την πρωτεύουσα πράξη, εκ της οποίας αρύεται, [αναγκαστικά], και τον πολιτικό χαρακτηρισμό.

18.Κατά συνέπεια όλες οι αναφερόμενες πράξεις του κατηγορητηρίου λαμβάνουν τον χαρακτηρισμό του πολιτικού εγκλήματος. Αν οι περιγραφόμενες πράξεις, [κύριες και υποστηρικτικές], στο παρόν κατηγορητήριο δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα τότε τι απέμεινε να ενταχθεί στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος; Όπως επισημαίνει και ο Ι. Μανωλεδάκης, «Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, άρθρο 1-49», γ΄έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, 1992, σελ. 214, «για να φτάσει ο πολιτικός εγκληματίας στο στόχο του, πρέπει να προσβάλει θέλοντας και μη ένα πλήθος από έννομα αγαθά … το κράτος είναι ένα έννομο αγαθό περιχαρακωμένο από άλλα έννομα αγαθά, ανθρώπινες ζωές, προσωπικές ελευθερίες, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες κλπ, … και για να φτάσεις σ΄αυτό πρέπει να περάσεις από τα αγαθά αυτά».

19.Το κατηγορητήριο αναφέρεται, λοιπόν, σ΄ένα ενιαίο σύνολο πράξεων, που υπηρετούσε τη στόχευση των κατηγορουμένων προς την κατεύθυνση προβολής και επικράτησης των υποκειμενικών πολιτικών τους απόψεων. Ο εξτρεμιστικός ή μη χαρακτήρας των πολιτικών πεποιθήσεων τους δεν συμμετέχει, [δεν είναι και λογικά δυνατή και συμβατή ηπία πολιτική αντιπαράθεση με την τέλεση ποινικά προβλεπόμενων πράξεων], στη διαμόρφωση του πολιτικού χαρακτηρισμού. Εξ΄ ορισμού, άλλωστε, μόνον ενέργειες υπέρβασης, πολιτικά ανορθόδοξες σύμφωνα με την εκάστοτε κρατούσα αντίληψη περί Πολιτειακής λειτουργίας, οδηγούνται προς δικαστική διερεύνηση και κρίση.

20.Κατόπιν όλων αυτών το ορισθέν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση; [στη βάση της απλής λογικής, η οποία ως λυδία λίθος κάθε νομικής κατασκευής, συνιστά μονόδρομο]. Μη αποδοχή του πολιτικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων πράξεων έχει ως, προφανή, συνέπεια την αναίρεση των Συνταγματικών προβλέψεων περί πολιτικού εγκλήματος του άρθρου 97 παραγρ. 1, [με την έννοια ότι αν δεν υπάγεται η παρούσα υπόθεση, ως εκ των, ακριβώς προσδιορισθέντων, συγκεκριμένων υλικών αντικειμένων των πράξεων, στην έννοια του πολιτικού αδικήματος, τι υπάγεται ή τι μέλλει να υπαχθεί;].

21.Ακροτελεύτια παρατήρηση: η καταδίκη και η αποδοκιμασία αναλόγων πράξεων, [των επονομαζόμενων τρομοκρατικών], δεν μπορεί να συγχέεται με το νομικό δέον και τις αρχές μιας δίκαιης δίκης.

Διαφορετικά το νομικό καθεστώς της χώρας έχει διακοσμητική αξία αφού δεν θα εφαρμόζονται οι αρχές του αλλά η εκάστοτε υποκειμενική εκτίμηση ορισμένων. Συνεπώς ή αποδεχόμαστε τα Συνταγματικά πλαίσια λειτουργίας της Πολιτείας και συνακόλουθα και το υφιστάμενο νομικό σύστημα ή αποφασίζουμε ότι το τελευταίο ισχύει όταν μας συμφέρει και μας βολεύει. Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού και συνεπώς άκρως επικίνδυνα για το δικαϊκό μας σύστημα, αφού δια του τρόπου αυτού δημιουργείται «δεδικασμένο» σκοπιμότητας σε βάρος της νομιμότητας.

ΑΘΗΝΑ 11 ΙΟΥΝΙΟΥ 2003

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ Θ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΝΟΜΙΚΗΣ

Πηγή σε pdf

====== = = = = = = ======= = = = = = = ======= = = = = = = =======

Ο σεβασμός του πολιτεύματος και η υπεράσπιση της καθεστηκυίας τάξης

Του Μάκη Καβουριάρη

Την 9η ημέρα της δίκης της 17Ν, το Δικαστήριο απορρίπτοντας την ένσταση της υπεράσπισης περί αναρμοδιότητας του, λόγω του πολιτικού χαρακτήρα των αδικημάτων, όρισε το πολιτικό έγκλημα. Σύμφωνα με τα πρακτικά «ως πολιτικό έγκλημα νοείται εκείνο που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της καθεστηκυίας τάξης, που υπάρχει σύμφωνα με το ισχύον πολίτευμα και ως συναφές εκείνο που τελεί σε τέτοια συνάφεια ώστε η προσβολή που επέρχεται σε κάποιο έννομο αγαθό, να έχει άμεσο αποτέλεσμα στην παρασκευή των μέσων για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος. Κάθε άλλο έγκλημα το οποίο δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα, δεν υπάρχει στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος έστω και αν τελέστηκε από τον δράστη με αφορμή τα πολιτικά του φρονήματα ή τις αρχές του ή τον σκοπό τέτοιων επιδιώξεων».
Δεδομένου ότι το σύνταγμα και οι νόμοι δεν ορίζουν το πολιτικό έγκλημα, με την απόφαση του, το Δικαστήριο δημιούργησε νομολογία επί του θέματος. Κοντολογίς, από εδώ και πέρα, πολιτικό έγκλημα είναι αυτό που στρέφεται κατά του πολιτεύματος και τείνει προς την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης.
Η απόφαση αυτή μας οδηγεί στην εξής παράδοξη κατάσταση. Αν δεν θεωρούμε ως πολιτικές ενέργειες τις αξιόποινες πράξεις κάποιας οργάνωσης, όταν δεν στρέφονται κατά του πολιτεύματος και δεν τείνουν προς την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, γιατί θα δεχτούμε τον πολιτικό χαρακτήρα των μη αξιόποινων πράξεων, όταν αυτές δεν αναφέρονται στο πολίτευμα και την καθεστηκυία τάξη;
Σύμφωνα με την απόφαση οι ενέργειες των οργανώσεων που κινούνται στο πολιτικό πεδίο, αρχής γενομένης από τα κόμματα, έχουν πολιτικό χαρακτήρα μόνον αν συνδέονται με το πολίτευμα και την καθεστηκυία τάξη, είτε θετικά ως ενέργειες υπεράσπισης του πολιτεύματος και αναπαραγωγής της καθεστηκυίας τάξης, είτε αρνητικά απειλώντας το πολίτευμα και επιδιώκοντας την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Έτσι όμως οδηγούμαστε σε ένα περιορισμό του πολιτικού πεδίου και σε επικίνδυνες για την κοινωνία καταστάσεις.
Η τρομοκρατία, πέρα από την ποινική της διάσταση για το αξιόποινο των ενεργειών της, έχει πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Αν δεν τις πάρουμε υπόψη και περιοριστούμε στην τιμωρία των ενόχων θα την βρίσκομε συνεχώς μπροστά μας. Γιατί βρισκόμαστε σε μια νέα περίοδο βαρβαρότητας. Γιατί ο πολιτισμός μας και οι αξίες του περνάνε δοκιμασία. (Αυτές τις μέρες ζούμε την πιο τραγική έκφραση αυτής της βαρβαρότητας. Το σύνθημα των Αμερικάνων στον ανελέητο βομβαρδισμό του Ιράκ είναι : Να φοβίσουμε, να τρομοκρατήσουμε τους Ιρακινούς για να παραδοθούν και να τους σώσουμε!).
Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και της ατομικής βίας πρέπει να γίνει με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Και στην Ελλάδα είναι λίγες οι παρεμβάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Μερικά άρθρα στην Αυγή και τη Εποχή και βέβαια το άρθρο του Μάριου Πλωρίτη με τον τίτλο «ποιον ωφελούν οι φόνοι» στο Βήμα της 18/6/2000.
Στη απόφαση του Δικαστηρίου, που αρνείται τον πολιτικό χαρακτήρα των αδικημάτων της 17Ν, έχουμε μια παράλληλη αναφορά στο πολίτευμα και την καθεστηκυία τάξη, η οποία μπορεί να εκληφθεί και ως ταύτιση.
Και καλά με το πολίτευμα δηλαδή με «το πολιτειακό καθεστώς μιας χώρας, όπως ορίζεται από τους κανόνες του Συντάγματος» (βλ. λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη). Υποχρέωση όλων των πολιτικών οργανώσεων και των πολιτών είναι ο σεβασμός του. Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος «.Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Όλοι λοιπόν έχουμε υποχρέωση να σεβόμαστε το πολίτευμα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας όπως αναγνωρίζεται στο άρθρο 1 του Συντάγματος.
Όμως γιατί να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο σεβασμό την καθεστηκυία τάξη, το κυρίαρχο σύστημα, το καθιερωμένο σύστημα θεσμών, αξιών και αντιλήψεων, σύμφωνα πάντα με τον Μπαμπινιώτη. Και καλά με τους θεσμούς (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική εξουσία, διάκριση των εξουσιών κλπ), που συνδέονται με την έννοια του πολιτεύματος. Με τις αξίες όμως και τις αντιλήψεις που περιλαμβάνει ο παραπάνω ορισμός τι γίνεται; Γιατί η δράση για την ανατροπή ή την αλλοίωση τους πρέπει να θεωρηθεί εγκληματική ενέργεια και μάλιστα του κοινού ποινικού δικαίου; Όταν σημαντικές αξίες του πολιτισμού μας έχουν φθαρεί, όταν επικρατούν αντιλήψεις που επιτρέπουν την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων, την οποία απαγορεύει το Σύνταγμα και αδιαφορούν για την κοινωνικά αλληλεγγύη, την οποία αναγνωρίζει το Σύνταγμα, τότε οι πολίτες έχουν δικαίωμα και καθήκον να αγωνίζονται για την αλλοίωση ή και την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Για τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν θα μιλήσουμε αργότερα.
Πιο αναλυτικά μπορούμε να ορίσουμε την καθεστηκυία τάξη ως την δράση των ηγεμονικών κοινωνικών ομάδων και των πολιτικών, συνδικαλιστικών και άλλων εκφράσεων τους. Μπορούμε επίσης να την ορίσουμε ως το σύνολο των συμφερόντων που επιδιώκουν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους οικονομικούς, πολιτικούς και επικοινωνιακούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την προώθηση αυτών των συμφερόντων. Ακόμα, πρόκειται για το σύνολο των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών που χρησιμοποιούνται για την ασφάλεια και την ιδεολογική συνοχή της καθεστηκυίας τάξης.
Όμως, όταν η δράση των ηγεμονικών κοινωνικών ομάδων διευρύνει τις αντιθέσεις, αναπαράγει τις ανισότητες, περιθωριοποιεί μεγάλες κατηγορίες του πληθυσμού και αυξάνει την φτώχεια.
Όταν τα διαπλεκόμενα συμφέροντα έχουν κυριαρχήσει στον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής.
Όταν η ανεργία αυξάνεται παρά την συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα στην εργασία και την προστασία της από το κράτος, (άρθρο 22 του Συντάγματος).
Όταν ο βασικός μισθός είναι μικρότερος από το 50% του μέσου βασικού μισθού στις χώρες της ΕΕ.
Όταν οι συνταξιούχοι περιφέρουν την απελπιστική οικονομική τους κατάσταση από τις προχωρημένες ώρες των λαοκών αγορών που πέφτουν οι τιμές στην Βουλή για 15 ευρώ αύξηση :
Όταν η κοινωνική αλληλεγγύη περνάει σε δεύτερη μοίρα, γιατί οι κοινωνικές δαπάνες ανήκουν στα μη παραγωγικά έξοδα της καπιταλιστικής συσσώρευσης.,
Όταν το ιδιωτικό συμφέρον ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον με κατάφωρη καταπάτηση του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Όταν οι αναφορές σε σκάνδαλα δεν προκαλούν την άμεση παρέμβαση της εισαγγελικής αρχής.
Όταν στο όνομα της πάλης ενάντια στην τρομοκρατία η καθεστηκυία τάξη θωρακίζεται με τρόπους που τείνουν να περιορίσουν βασικές ελευθερίες.
τότε οι πολίτες έχουν δικαίωμα και καθήκον να αγωνίζονται για την αλλοίωση ή και την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Γιατί είναι αυτή που παραβιάζει βασικές αρχές του πολιτεύματος.
Για όλους αυτούς τους λόγους, με απόλυτο σεβασμό στο πολίτευμα, ας μου επιτρέψει το σεβαστό Δικαστήριο να μην θεωρώ έγκλημα την πάλη για την αλλοίωση ή και την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης.
Και όχι βέβαια με τα ατελέσφορα και πέρα από τις αντιλήψεις και τον πολιτισμό της αριστεράς μέσα της τρομοκρατίας και της ατομικής βίας, που σε τελευταία ανάλυση αναπαράγουν την καθεστηκυία τάξη.

Πηγή

====== = = = = = = ======= = = = = = = ======= = = = = = = =======

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Αρθρο 97, παράγραφος 1

Ούτε οι δημοκρατίες, ούτε τα αυταρχικά καθεστώτα, ούτε και οι δικτατορίες μπορούν να χωνέψουν την έννοια του πολιτικού εγκλήματος. Μια παλιά συνταγματική αρχή, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, κινδυνεύει τώρα να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας…  

Η συζήτηση περί του πολιτικού ή μη χαρακτήρα των εγκλημάτων της τρομοκρατίας, κυριαρχείται από πρόχειρα και ηθικολογικά στερεότυπα, καταντώντας να φαίνεται σαν μια ανταλλαγή αφορισμών, μεταξύ φανατικών υπερασπιστών, απ’ τη μια, και πολέμιων των τρομοκρατών, από την άλλη.

Κι όμως, λίγο πριν από τη σύλληψη των κατηγορουμένων για τη 17Ν, ελάχιστοι πίστευαν ότι η δράση των τρομοκρατών δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, δίχως αυτή η θέση, που κατά κόρον εκφραζόταν επί 27 χρόνια, να θεωρήθηκε ποτέ «ύβρις» – όπως σήμερα ισχυρίζεται ο υπουργός Δικαιοσύνης Φίλιππος Πετσάλνικος και ολόκληρο σχεδόν το πολιτικοδημοσιογραφικό προσωπικό της χώρας.

Ανάμεσα στις λίγες νηφάλιες φωνές, που επιμένουν στην επιστημονική και την πολιτική τους άποψη για το χαρακτήρα των εγκλημάτων των τρομοκρατών, είναι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Φοίβος Ιωαννίδης. Κρατούμενος πολλά χρόνια στα κελιά της χούντας, γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία και τις ευρύτερες προεκτάσεις που έχει για τη δημοκρατία η εύκολη αποδοχή ή η απόρριψη τέτοιων δύσκολων νομικών εννοιών. Οι απόψεις του κ. Ιωαννίδη δεν είναι σημερινές. Τις υποστήριζε πάντοτε και, όπως είναι γνωστό, και κατά τη «συνοπτική διαδικασία» ψήφισης του πρόσφατου «τρομονόμου» (2928/2001).

* «Ο όρος «πολιτικό έγκλημα» είναι συνταγματικός όρος (σ.σ. άρθρο 97 Σ). Δεν τον γέννησα ούτε εγώ, ούτε κάποιος ιδιόρρυθμος αριστερίζων. Δεν είναι καινοφανής όρος», μας λέει ο κ. Ιωαννίδης, θυμίζοντας την προέλευσή του από τα πρώτα, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, συντάγματα. «Τα Συντάγματά μας πάντοτε καθόριζαν και την αρμοδιότητα των δικαστηρίων που εκδικάζουν τα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και τη δυνατότητα της κυβέρνησης να παρέχει αμνηστία, ειδικά και μόνο σε αυτά».

* Οπως όμως είναι γνωστό, το Σύνταγμα δεν ορίζει ποιο είναι ακριβώς το πολιτικό έγκλημα. Αυτό έχει αφεθεί στην επιστήμη και στη νομολογία. «Εχουν γραφτεί τόμοι επ’ αυτού, έχουν αναπτυχθεί οι τρεις θεωρίες -η υποκειμενική, η αντικειμενική και η μεικτή- και υπάρχει σειρά αποφάσεων ημεδαπών και αλλοδαπών δικαστηρίων». Η υποκειμενική στέκεται στο αν τα κίνητρα του εγκλήματος είναι πολιτικά. Στην αντικειμενική, πολιτικό είναι το έγκλημα που στρέφεται ευθέως κατά της πολιτειακής τάξης, κατά του πολιτεύματος.

* Τον κ. Ιωαννίδη τον εκφράζει περισσότερο η μεικτή θεωρία, «η οποία δέχεται ως βασικό κριτήριο το κίνητρο, αλλά το συναρτά και με το εάν η συνολική δραστηριότητα του εγκληματία, αμέσως ή εμμέσως, προσβάλλει την πολιτειακή τάξη, την αυθεντία της πολιτείας, το πολίτευμα. Αλλά και τότε, όταν έχουμε σύνθετο ή μεικτό πολιτικό έγκλημα, χρειάζεται να υπάρχει και η αναλογία της πράξης με τον επιδιωκόμενο στόχο».

* Σε κάθε περίπτωση, κανένα δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να κρίνει επιεικέστερα τα πολιτικά εγκλήματα: «Ενα πολιτικό έγκλημα, όταν είναι μεικτό ή σύνθετο, όταν δηλαδή προσβάλλει και άλλα έννομα αγαθά, ενδεχομένως και υψίστης σημασίας όπως είναι η ανθρώπινη ζωή, όταν παραβιάζει τους κανόνες του ποινικού δικαίου, άσχετα αν όντως τα κίνητρα είναι πολιτικά ή η στόχευση είναι κατά του πολιτεύματος, δεν κρίνεται διαφορετικά από το δικαστήριο».

* Στην περίπτωση των πράξεων των κατηγορουμένων ως μελών της 17Ν, ο συνομιλητής μας θεωρεί ότι πρόκειται για σύνθετα πολιτικά εγκλήματα. «Η δολοφονία ενός πολιτικού, με πολιτική στόχευση, δολοφονία που επιδιώκει και πολιτική παρέμβαση, είναι αναντίρρητα πολιτικό έγκλημα και, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν ορισμένοι, πιθανόν να κρίνεται πιο αυστηρά από μια ανθρωποκτονία του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να τιμωρηθεί βαρύτερα, ενόψει της επικινδυνότητας που εμπεριέχει. Το να αφαιρείται η ζωή ενός ανθρώπου, για λόγους π.χ. ερωτικής αντιζηλίας, ή προσβολής κ.λπ., οσοδήποτε μεγάλο κακό κι αν είναι, είναι μια πράξη προφανώς μεγάλης βαρύτητας, αλλά οι συνέπειές της δεν έχουν τέτοια κοινωνική επικινδυνότητα όσο οι συνέπειες από τη δολοφονία ενός πολιτικού. Διότι, σ’ αυτή την περίπτωση, πέρα από την αφαίρεση του πιο πολύτιμου αγαθού, της ζωής ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, μπορεί να έχουμε πολλαπλασιαστικές και βαρύτατες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο. Θυμίζω ότι από τη δολοφονία του αρχιδούκα στο Σεράγεβο οδηγηθήκαμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο».

Ολα τα παραπάνω κλονίζουν, ουσιαστικά, κάθε επιχείρημα όσων με πάθος υποστηρίζουν ότι, αν ένα έγκλημα χαρακτηριστεί πολιτικό, αυτομάτως αποκτά ενός είδους ηθικό έρεισμα, σε αντίθεση με τα κοινά ποινικά εγκλήματα.

* «Κανείς δεν υποστηρίζει ότι επειδή η δολοφονία του αείμνηστου Μπακογιάννη είναι πολιτική δολοφονία, οι ένοχοι θα πρέπει να τιμωρηθούν λιγότερο από όσο στη δολοφονία του αστυφύλακα Μάτη, για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα που, κατά τη γνώμη μου, δεν αποτελεί πολιτικό έγκλημα – διότι υπερβαίνει την αναλογικότητα που πρέπει να έχει η δράση και δεν συναρτάται, κατ’ ανάγκην, με την πολιτική στόχευση των όποιων άλλων πράξεων».

Η τήρηση του συντάγματος

Η συζήτηση, αναπόφευκτα, έρχεται στο ζήτημα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, στον υφιστάμενο «τρομονόμο», καθώς και στην επίκληση από πολλούς του νόμου 1789/88 με τον οποίο κυρώθηκε η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας».

* «Εάν δεχτεί κανείς ότι οι κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει πολιτικά εγκλήματα, τότε, είναι σαφέστατο, το Σύνταγμα ορίζει ότι πρέπει να δικαστούν από μεικτό ορκωτό δικαστήριο και, συνεπώς, η διάταξη του νόμου κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, που αφαιρεί από το μεικτό ορκωτό την αρμοδιότητα για την εκδίκαση τέτοιων εγκλημάτων και την υπάγει στο αμιγές δικαστήριο των Εφετών, είναι, κατά τη γνώμη μου, αντισυνταγματική».

* Ως προς την περίφημη Ευρωπαϊκή Σύμβαση, ο κ. Ιωαννίδης είναι κατηγορηματικός, για δύο λόγους:

«Κατ’ αρχήν, καμία σύμβαση, όπως και κανένας νόμος, δεν είναι πάνω από το Σύνταγμα. Η δε συγκεκριμένη σύμβαση δεν αναφέρεται στο ποιο είναι πολιτικό έγκλημα και αν είναι ή δεν είναι η τρομοκρατία πολιτικό έγκλημα. Αναφέρεται μόνο στη δυνατότητα εκδόσεως σε άλλη χώρα».

Οπως είναι γνωστό, πολλά παίζονται γύρω από τον προσδιορισμό της έννοιας «τρομοκρατία», ιδίως στην παρούσα περίοδο, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η αδυναμία ενός γενικά αποδεκτού νομικού προσδιορισμού της, κατά τον βουλευτή, υποδηλώνει την πολυπλοκότητα του φαινομένου αλλά και τις επικίνδυνες παρενέργειες που περιέχει κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης και δίωξης ενός τέτοιου «ιδιώνυμου εγκλήματος».

* «Δεν μπορεί να βρεθεί ορισμός κοινά αποδεκτός και τέτοιος που, εγώ που σας μιλώ π.χ., ενώ έχω βάλει βόμβες, ενώ έχω συλληφθεί με όπλα, με αυτόματα, με σφαίρες -την ώρα που σχεδιάζαμε τη δολοφονία του κλιμακίου της χουντικής κυβέρνησης στην Κρήτη-, να μπορώ να απαντήσω …αν, τελικά, είμαι ή δεν είμαι τρομοκράτης. Εάν δεχτεί κανείς ότι με βάση τις συγκεκριμένες πράξεις που κατηγορήθηκα είμαι τρομοκράτης, τότε, όποιος μπορεί να κλέψει για να κρατήσει διά της βίας την εξουσία… με γειά του, με χαρά του. Ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερίες, ούτε τίποτα. Και οι Παλαιστίνιοι τρομοκράτες, και ο Κολοκοτρώνης, με το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», τρομοκράτης που έσφαζε και Ελληνες… Οταν έχεις τη βία από πάνω σου, όταν ο άλλος με το έτσι θέλω σε κάνει σκλάβο, βεβαίως και πρέπει να αντιδράσεις. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε το ψήφισμα του Δημοφάντους που νομιμοποιούσε προκαταβολικά την τυραννοκτονία και έδινε, μάλιστα, εξέχουσα θέση στον τυραννοκτόνο».

Εγκλημα και δημοκρατία

* Σήμερα, πολλοί δεν ανέχονται το πολιτικό έγκλημα, λέγοντας ότι σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. «Ηθικοπολιτικά, στη δική μου σκέψη», μας λέει ο κ. Ιωαννίδης, «στις χώρες όπου ισχύουν οι εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών, των ατομικών δικαιωμάτων, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι πολιτικές ελευθερίες, δεν νομιμοποιείται κανείς να χρησιμοποιεί βία. Να βγει να πείσει για τις απόψεις του. Προπαντός, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση ατομικής τρομοκρατίας. Είναι άλλο πράγμα ο πολιτικός αγώνας που μπορεί ακόμα να υπερβαίνει και τα όρια του νόμου -να διαδηλώνω π.χ. στους δρόμους, παραβιάζοντας διατάξεις του ποινικού νόμου, όπως η παρακώλυση συγκοινωνιών, αδίκημα για το οποίο επίσης έχω καταδικαστεί- και είναι άλλο πράγμα η ατομική τρομοκρατία στο σκοτάδι. Η ατομική τρομοκρατία, και μάλιστα με τη μορφή των ανθρωποκτονιών, ουδέποτε έφερε αγαθά αποτελέσματα».

Η κουβέντα πήγε στις καταλήψεις των δρόμων από τους αγρότες, στην Ν.Δ. που, τότε, ζητούσε την παραγραφή των αδικημάτων, έχοντας απέναντι τον Αρειο Πάγο ο οποίος επέμενε ότι δεν επιτρέπεται η αμνήστευση μη πολιτικών εγκλημάτων κ.ο.κ. Και έτσι, σχετικοποιώντας τους νομικούς χαρακτηρισμούς, φτάσαμε στην κατάληψη της νομαρχίας του Ηρακλείου της προδικτατορικής περιόδου και στα «τρομοκρατικά εγκλήματα» εκείνης της εποχής για τα οποία καταδικάστηκε ο Λεωνίδας Κύρκος ως «ηθικός αυτουργός», χρόνια αργότερα, όταν με το πραξικόπημα δεν είχε πια τη βουλευτική του ασυλία.

* «Από τακτικούς δικαστές καταδικάστηκε ο Λ. Κύρκος, όπως τακτικοί ήταν και οι δικαστές -τριμελές συμβούλιο πλημμελειοδικών- που χαρακτήρισαν τον Σπύρο Πλασκοβίτη, τον συγγραφέα, τον σύμβουλο της Επικρατείας, ως επικίνδυνο», θυμάται ο κ. Ιωαννίδης.

Τα προβλήματα για τις δημοκρατικές και τις ατομικές ελευθερίες που, και σήμερα, δημιουργούν οι κατασταλτικές απόψεις για την πάταξη της τρομοκρατίας, έφεραν στη μνήμη του συνομιλητή μας όχι μόνο την κόντρα του με τον υπουργό Δημόσιας Τάξης, αλλά και άλλες, απωθημένες ιστορίες.

* «Κατηγορούμαι διότι, κατά τη συζήτηση του σχετικού νόμου, όταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είπε ότι στην πράξη θα δούμε τη λειτουργία του νόμου αυτού, τον διέκοψα κι απάντησα ότι «αυτή την πράξη φοβάμαι». Μα τους νόμους άνθρωποι τους χειρίζονται. Κάποιοι άνθρωποι τους ερμηνεύουν. Τα δικαστήρια θα κρίνουν και αυτά που σας λέω, ανάλογα με τη συγκρότησή τους, με τη γενναιότητά τους. Αυτά έλεγα στη Βουλή και δέχτηκα ένα είδος ιδεολογικής τρομοκρατίας, επειδή διαφωνώ.

»Οποιος εκφράζει επιφυλάξεις για κάποιο από τα επιμέρους θέματα που ρυθμίζει ο νόμος αυτός, χαρακτηρίζεται αμέσως ως «συνοδοιπόρος των τρομοκρατών». Το παλιό «συνοδοιπόρος» που το είχα υποστεί, έχει μετατραπεί τώρα, όχι του κομμουνισμού, αλλά του νέου μπαμπούλα που βρέθηκε, «της τρομοκρατίας». Δείτε, όμως, πώς έχουν κατά καιρούς ερμηνεύσει τα περί πολιτικού εγκλήματος τα δικαστήρια, μηδέ του Αρείου Πάγου εξαιρουμένου. Στα παλιά συντάγματα, όπου ίσχυε η θανατική ποινή, υπήρχε διάταξη που έλεγε «θανατική ποινή επί πολιτικών εγκλημάτων, πλην των συνθέτων, ουδέποτε επιβάλλεται». Και ερχόταν ο Αρειος Πάγος να νομολογεί ότι δεν είναι πολιτικό έγκλημα η προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος, επειδή έτσι θα μπορούσαν να εκτελούνται οι κομμουνιστές για παράβαση του νόμου 509, χωρίς να υπάρχουν πράξεις, χωρίς να είναι σύνθετο πολιτικό έγκλημα».

Θέσαμε υπόψη του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ την άποψη της Αν Μπέρλεϊ, ιστορικού στελέχους της «Διεθνούς Αμνηστίας», ότι «τα μέλη της «17Ν» είναι πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά όχι κρατούμενοι συνείδησης», χωρίς αυτό να τροποποιεί σε τίποτα την ποινική τους μεταχείριση ή τη ζωή τους στη φυλακή, σε σχέση με όσα προβλέπονται για όλους τους κρατουμένους.

* «Ο όρος πολιτικός κρατούμενος, ούτως ή άλλως, δεν είναι νομικός. Δεν υπάρχει σε κανένα νομικό κείμενο. Κατά την πολιτική μου επομένως γνώμη, ο πολιτικός κρατούμενος είναι ο κρατούμενος συνείδησης που διώκεται για τις ιδέες του ή για τις πεποιθήσεις του, καθώς κι εκείνος που αγωνίζεται, με όποιο μέσο κι αν χρησιμοποιεί, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου του Συντάγματος, του 114 παλαιότερα, σήμερα του 120, για την ανατροπή τυραννικού καθεστώτος, για την αποκατάσταση των θεμελιωδών ελευθεριών και της δημοκρατίας. Συνεπώς, δεν θα θεωρούσα τους συγκεκριμένους κρατούμενους, που έχουν ομολογήσει πράξεις βαρύτατης εγκληματικότητας, ως πολιτικούς κρατούμενους. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Διότι δεν υπάρχει και καμιά διάκριση στη μεταχείριση που να προκύπτει από κανένα νομικό κείμενο».

Στην πράξη, ωστόσο, ο καθένας διαπιστώνει ότι οι κρατούμενοι για την υπόθεση της «17Ν» υφίστανται ορισμένες διακρίσεις, σε σχέση με τους άλλους φυλακισμένους, με σοβαρότερη την ουσιαστική απομόνωση του φερόμενου ως αρχηγού τους.

Η πάγια θέση της «Διεθνούς Αμνηστίας» για τις συνθήκες κράτησης οποιουδήποτε φυλακισμένου είναι σαφής και στρέφεται εναντίον της παρατεταμένης απομόνωσης, ή ακόμα και της απομόνωσης μικρών ομάδων, καθεστώς που μπορεί να προκαλέσει διάφορες διανοητικές, ψυχικές και σωματικές διαταραχές.

Ο τρομοκράτης κ. Ιωαννίδης

Τον Αύγουστο του 1970, ο Χένρι Τάσκα, πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, έσπευδε να καθησυχάσει με επιστολή του τον κοσμήτορα Λιρόι Μπρένιγκ στο Κολέγιο Μπάρναρντ του Πανεπιστημίου Κολούμπια: οι φυλακισμένοι αντιστασιακοί δεν ήταν πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά ποινικοί και τρομοκράτες:

«Ρωτήσαμε με διακριτικότητα τις ελληνικές αρχές ασφαλείας για την περίπτωση του κ. Ιωαννίδη και μας παρείχαν την ακόλουθη πληροφόρηση για προσωπική μας χρήση. Σύμφωνα με το φάκελό του ο κ. Ιωαννίδης δεν είναι κομμουνιστής. Ωστόσο υπήρξε μέλος της οργάνωσης νεολαίας της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), της ΕΔΗΝ (σ.σ.: εδώ ο κ. Τάσκα τα θαλάσσωσε). Οι αρχές ασφαλείας θεωρούν την ΕΔΑ ως μετωπικό κομμουνιστικό κόμμα. Το ΚΚΕ είχε κηρυχθεί εκτός νόμου το 1947. Σε κάθε περίπτωση οι αρχές ασφαλείας δεν θεωρούν τον κ. Ιωαννίδη πολιτικό κρατούμενο. Εχει καταδικαστεί από στρατοδικείο σε έντεκα χρόνια φυλακή για τρομοκρατικές δραστηριότητες. Ο κ. Ιωαννίδης κρίθηκε ένοχος για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση που ανατίναζε ηλεκτρικούς στύλους στην Κρήτη. Οταν συνελήφθη, ο κ. Ιωαννίδης και άλλα μέλη της ομάδας του είχαν στην κατοχή τους πολυβόλα».

Οι ποινικοί κατάδικοι του Εμφυλίου

Το Μάιο του 1963 ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή, διαμαρτυρήθηκε με επιστολή του προς τον αρχηγό του Εργατικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας Χάρολντ Ουίλσον, για τις θέσεις που διατύπωσε ο γνωστός πολιτικός σχετικά με την ύπαρξη πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα.

Η επίσημη ελληνική θέση ήταν ότι όλοι οι κρατούμενοι στις φυλακές από τον εμφύλιο πόλεμο ήταν απλοί ποινικοί κρατούμενοι. Ανάμεσα σε άλλα επιχειρήματα, ο Αβέρωφ επικαλέστηκε τη βιαιότητα των «εγκλημάτων των κομμουνιστών».

«Ωμιλήσατε, Κύριε, εις την Βουλήν των Κοινοτήτων περί πολιτικών κρατουμένων εν Ελλάδι και περί της στάσεώς μας έναντι αυτών, ήτις έμμεσα αποδοκιμάζεται. Συμβαίνει όμως να μην υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι εν Ελλάδι, η δε δήθεν ύπαρξις αυτών να προβάλλεται επομένως από ωρισμένους κύκλους βάσει της θεωρίας ότι ψεύδος πολλάκις επαναλαμβανόμενον μετατρέπεται πρακτικώς εις αλήθειαν. Ιδού όμως η αλήθεια: Κατά την διάρκειαν των κομμουνιστικών εξεγέρσεων και ιδία του Συμμοριτοπολέμου διεπράχθησαν φρικώδη εγκλήματα. Διεξήχθησαν δίκαι ή ελήφθησαν άλλα μέτρα και πολλοί εκλείσθησαν εις τας φυλακάς ή εξετοπίσθησαν εις νήσους. Το τέλος του Συμμοριτοπολέμου εύρεν εις τας φυλακάς, ούτω, πλέον των 20.000 κρατουμένων. (…) Διά της εφαρμογής διαφόρων μέτρων επιεικείας και λαμβανομένων προ παντός υπ’ όψιν στοιχείων ηλικίας, υγείας και καλής διαγωγής οι κατάδικοι ούτοι εμειώθησαν σήμερον εις 937. Εξ αυτών τα 2/3 περίπου έχουν καταδικασθή διά φόνους (όχι ανθρωποκτονίας λαβούσας χώραν εις μάχας ή αψιμαχίας), οι άλλοι δε διά λίαν ενεργόν και επιβλαβή ανάμειξιν εις την κομμουνιστικήν επανάστασιν.

(…) Αξιον παρατηρήσεως είναι ότι τα θύματα ήταν συνήθως πατριώται μη δεχόμενοι να εγγραφούν εις το Κομμουνιστικόν κόμμα, τέκνα ή γονείς αυτών, συγγενείς αξιωματικών, και κατά αξιόλογον αναλογίαν ιερείς ή δημοδιδάσκαλοι χωρίων. Είναι αλήθεια ότι πλην των περιπτώσεων καθ’ ας παλαιαί έριδες φονέων και θυμάτων εύρον εύκολον ευκαιρίαν αιματηρής εκδικήσεως, αι ανωτέρω αναφερθείσαι περιπτώσεις έχουν λίαν έμμεσον σχέσιν με τους πολιτικούς αγώνας: έγιναν από κομμουνιστάς με θύματα αντικομμουνιστάς.

Προτιμώμεν όμως ν’ αφήσωμεν εις άλλους να συναγάγουν εξ αυτού το συμπέρασμα ότι είναι πολιτικοί κατάδικοι οι φονεύσαντες εν ψυχρώ και με βασανιστήρια άτομα ή τέκνα και γονείς ατόμων που δεν παρεδέχοντο ή και ειργάζοντο διά να μη επιβληθή διά της βίας η α ή β ιδεολογία».

(Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα «Μερικά Κείμενα», Αθήναι 1963, σελ. 67-69).

Πολιτική και έγκλημα

Η πιο αναλυτική (και προφητική) παρουσίαση των λόγων που επιβάλλουν την αποπολιτικοποίηση της τρομοκρατίας στα σύγχρονα κράτη περιλαμβάνεται στη μελέτη του Ανδρέα Λοβέρδου «Παρεκκλίσεις πολιτικής συμπεριφοράς και σύνταγμα».

Στο κεφάλαιο «Η «τρομοκρατία», φαινόμενο της πολιτικής», ο συνταγματολόγος (και σημερινός υφυπουργός Εξωτερικών) επισημαίνει ότι όλα τα αντιτρομοκρατικά νομοθετήματα επιτάσσουν την αποπολιτικοποίηση του φαινομένου «τρομοκρατία» και παρατηρεί μεταξύ άλλων:

«Στην περίπτωση της τρομοκρατίας εναντίον του κράτους το καθοριστικό στοιχείο που συντελεί στη μη νομιμοποίησή της ως πολιτικής πρακτικής, είναι η με βίαια μέσα αμφισβήτηση από την πλευρά του υποκειμένου που την ασκεί τόσο του σκληρού πυρήνα του αστικού κράτους, την αναμφισβήτητη μονοπώληση της βίας, όσο και του θεμελιώδους, για το αστικό κράτος, μύθου των συνταγματικών πολιτικών διαδικασιών συμμετοχής στην άσκηση της εξουσίας ή, με άλλες λέξεις, η βίαιη αμφισβήτηση της μοναδικότητας και της παντοδυναμίας της συνταγματικά κατοχυρωμένης πολιτικής τάξης του σύγχρονου κράτους. Ετσι, η αποπολιτικοποιημένη τρομοκρατική πράξη, απογυμνωμένη από πολιτικοκοινωνικές διαστάσεις, εξορίζεται στο χώρο του ποινικού φαινομένου και επενδύεται όλη την αρνητική αξιολογική φόρτιση του τελευταίου· και στο μέτρο που η ιδεολογική αυτή διαδικασία συντελεστεί, η πολιτική εμβέλεια της ένοπλης αμφισβήτησης του σύγχρονου αστικού κράτους δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του υποκειμένου που πήρε την πρωτοβουλία να την ασκήσει». (…)

«Ποινικός νόμος και πολιτική είναι δύο έννοιες που δεν είναι εξ ορισμού ασυμφιλίωτες, εκτός αν απολυτοποιηθούν σε συγκεκριμένη εμπειρική τους διάσταση. Η παραβίαση συγκεκριμένου ποινικού νόμου μπορεί, π.χ., να εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος ενός πολιτικού σχηματισμού που αποσκοπεί στη δημιουργία νέας έννομης τάξης και επομένως αυτή η βούληση, αλλά και οι σχετικές πρακτικές που την υλοποιούν, μπορούν να συγκαταλέγονται στο χώρο της πολιτικής. Από αυτή τη λογική άλλωστε ξεπήδησε και η έννοια του πολιτικού εγκλήματος».

«Στην περίπτωση της αποπολιτικοποίησης της τρομοκρατίας με κριτήριο τον ποινικό νόμο, αγνοείται αυτό που η ίδια η κατασκευή του πολιτικού εγκλήματος ομολογεί, ότι δηλαδή οι έννοιες της πολιτικής και του εγκλήματος δεν αλληλοαναιρούνται αλλά αντίθετα μπορούν να συνυπάρχουν. Η πολιτική εγκληματική πράξη μπορεί να καταλογίζεται στο πολιτικό γίγνεσθαι (να «υπάρχει πολιτικά») και ταυτόχρονα να τιμωρείται ο δράστης της για τα έννομα αγαθά που έχει προσβάλει. Σε τελευταία ανάλυση, η πολιτική, τουλάχιστον ως προς την κατασκευή του πολιτικού εγκλήματος, δεν προϋποθέτει την ηθική κατάφαση». (…)

«Η δικαιική άρνηση της αναγνώρισης της πολιτικής ιδιότητας στα υποκείμενα που ασκούν τρομοκρατία δεν προκύπτει από κάποιο συγκεκριμένο, αντικειμενικό και γενικής ισχύος κριτήριο. Αντίθετα η ιστορική τρομοκρατία, η κρατική τρομοκρατία, όχι μόνο αποτέλεσε αδιαφιλονίκητα πολιτική πρακτική, αλλά δεν πρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη το αναμφισβήτητο -αν και παράδοξο- γεγονός ότι υπήρξε, στην κοιτίδα του αστικού κράτους, «μαμή» της αστικής δημοκρατίας (δικαιώματα του ανθρώπου, κοινοβουλευτισμός κ.λπ.). Ουδέποτε, επίσης, η ιστορία αρνήθηκε τον πολιτικό χαρακτήρα της τρομοκρατίας εναντίον του κράτους που ασκήθηκε στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα, έχοντας ως στόχο, τις περισσότερες φορές, την εγκαθίδρυση του αστικού κράτους. Κατά την ανάπτυξη της τρομοκρατίας, άλλωστε, χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται όλες σχεδόν οι παραδοσιακές μορφές πολιτικής δράσης (ένταξη σε πολιτικούς σχηματισμούς, αναφορά στη βασική σχέση εξουσίας κράτους-κοινωνίας, πολιτικές διακηρύξεις-προγράμματα, πολιτικές συμμαχίες-μέτωπα κ.λπ.). Η a priori, λοιπόν, αποπολιτικοποίηση της τρομοκρατικής πράξης, ως προϋπόθεση ή ως συνέπεια των αντιτρομοκρατικών νομοθεσιών, μόνο στη βούληση των κρατικών εξουσιών για την υλική και ιδεολογική καταστολή της τρομοκρατίας μπορεί να θεμελιωθεί».

Από τον πρόλογο του ίδιου βιβλίου, τον οποίο συνυπογράφουν οι καθηγητές Δημήτρης Τσάτσος και Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, δανειζόμαστε και την εξήγηση στη λυσσαλέα επίθεση που δέχονται όσοι τολμούν να αναφερθούν στον πολιτικό χαρακτήρα της τρομοκρατίας:

«Η προσπάθεια κοινωνικοπολιτικής εξήγησης σε καθιστά ύποπτο γιατί αποκαλύπτεις, ή τουλάχιστον αρνείσαι να συγκαλύψεις, την αμηχανία τής (όποιας) κρατικής εξουσίας όταν αρνείται στο φαινόμενο της τρομοκρατίας τις κοινωνικοπολιτικές του διαστάσεις. Εκείνες δηλαδή τις διαστάσεις που γεννούν την εξουσία και αναπαράγονται από την άσκησή της. Είσαι, λοιπόν, ύποπτος όταν ζητάς από την εξουσία να αποδεχτεί όχι βέβαια το φαινόμενο, αλλά ένα δρόμο προς την προσέγγισή του, που δεν μπορεί να αφήσει έξω από το πεδίο της ιστορικής ευθύνης την ίδια την πολιτεία».

(Ελευθεροτυπία, 6/10/2002)

Πηγή 1 2

Δες επίσης: Περί βίας και αντιβίας

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: