RSS

Να έχεις ή να είσαι;

12 Μάι.

Να είσαι ή να έχεις[..]Το είμαι στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εκφράζεται με τη ρίζα es, που σημαίνει υπάρχω, υφίσταμαι μέσα στην πραγματικότητα. Η ύπαρξη και η πραγματικότητα προσδιορίζονται σαν κάτι το «αυθεντικό, το μόνιμο, το αληθινό». (Στα σανσκριτικά έχουμε το sant, που δηλώνει το «υπαρκτό», το «πραγματικά καλό», «το αληθινό».) Το είμαι σημαίνει ετυμολογικά κάτι περισσότερο από μια δήλωση ταυτότητας ανάμεσα στο υποκείμενο και το κατηγορούμενο. Σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα περιγραφικό όρο ενός φαινομένου. Δηλώνει την πραγματικότητα της ύπαρξης αυτού (ανθρώπου ή πράγματος) που είναι. Δηλώνει την αλήθεια και την αυθεντικότητά του/της/του. Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι είναι, αναφερόμαστε στην ουσία του ανθρώπου ή του πράγματος και όχι στην εμφάνισή του/της/του.

Η προκαταρκτική έρευνα της έννοιας των ρημάτων έχω και είμαι οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα:

  • Όταν χρησιμοποιώ τα ρήματα είμαι ή έχω, δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένες ιδιότητες ενός υποκειμένου, όπως δείχνουν οι φράσεις: «έχω αυτοκίνητο» ή «είμαι λευκός» ή «είμαι ευτυχισμένος». Αναφέρομαι σε δύο βασικούς τρόπους ύπαρξης, σε δύο διαφορετικές στάσεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μου και τον κόσμο, σε δύο διαφορετικά είδη χαρακτηροδομής. Η υπεροχή του ενός από τους δύο τρόπους καθορίζει την ολότητα της σκέψης, του συναισθήματος και της δράσης του ανθρώπου.
  • Όταν το έχει καθορίζει τον τρόπο ύπαρξής μου, η σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο είναι κτητική. Θέλω δηλαδή να κάνω τον καθένα, το καθετί, ακόμα και τον εαυτό μου, ιδιοκτησία μου.
  • Όσο αφορά το είναι σαν τρόπο ύπαρξης, εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο κατηγορίες. Η μία είναι αντίθετη στο έχει, όπως αναφέρει ο Du Marais, και δηλώνει ζωντάνια και αυθεντική σχέση με τον κόσμο. Η άλλη είναι αντίθετη στο φαίνεσθαι και αναφέρεται στην αληθινή φύση και την αληθινή πραγματικότητα ενός άνθρωπου ή πράγματος, σε αντίθεση με μια απατηλή εμφάνιση.

[..]Η διαφορά ανάμεσα στα διάφορα εκπαιδευτικά επίπεδα, από το γυμνάσιο μέχρι το πανεπιστήμιο, βρίσκεται βασικά στο ποσό της πολιτιστικής περιουσίας που παρέχεται και που αναλογεί περίπου στο ποσό της υλικής περιουσίας, που οι σπουδαστές περιμένουν ν’ αποκτήσουν αργότερα στη ζωή τους. Οι αποκαλούμενοι λαμπροί σπουδαστές είναι αυτοί που μπορούν να επαναλάβουν, με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, τα λόγια και τις σκέψεις των διαφόρων φιλοσόφων. Μοιάζουν με καλά πληροφορημένο ξεναγό σε μουσείο. Αυτό όμως που δε μαθαίνουν είναι το -τι υπάρχει πέρα απ’ αυτό το είδος της κτητικής γνώσης. Δε μαθαίνουν ν’ αμφισβητούν τους φιλόσοφους, να συζητούν μαζί τους. Δε μαθαίνουν να συλλαμβάνουν τις αντιθέσεις των ίδιων των φιλοσόφων ή γιατί αυτοί δεν ασχολούνται με ορισμένα προβλήματα ή γιατί αποφεύγουν ορισμένα θέματα. Δε μαθαίνουν να ξεχωρίζουν ανάμεσα στο τι ήταν το καινούριο και στο τι οι συγγραφείς αναπόφευκτα θα σκεφτόντουσαν και θα έγραφαν, σύμφωνα με την «κοινή λογική» της εποχής τους. Δε μαθαίνουν ν’ ακούνε έτσι ώστε να καταλαβαίνουν πότε οι συγγραφείς μιλάνε μόνο με το μυαλό τους και πότε με το μυαλό και την καρδιά μαζί. Δε μαθαίνουν ν’ ανακαλύπτουν αν οι συγγραφείς είναι αυθεντικοί ή ψεύτικοι και πολλά άλλα πράγματα.

[..]παράδειγμα απόλαυσης χωρίς την τάση κατοχής είναι η ανταπόκρισή μας απέναντι στα μικρά παιδιά. Κι εδώ ακόμα υποψιάζομαι ότι υπάρχει μια μεγάλη δόση απατηλής συμπεριφοράς —απατηλής και για μας τους ίδιους— γιατί στην πραγματικότητα θέλουμε να δούμε τους εαυτούς μας στο ρόλο ανθρώπων που πραγματικά αγαπούν τα παιδιά. Αλλά κι αν ακόμα υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υποψίας, πιστεύω ότι η αυθεντική, ζωντανή ανταπόκριση προς τα παιδιά δεν είναι καθόλου σπάνια. Αυτό μπορεί να συμβαίνει κατά ένα τουλάχιστο μέρος γιατί —αντίθετα με τα συναισθήματα για τους έφηβους και τους ενήλικες— οι περισσότεροι άνθρωποι δε φοβούνται τα παιδιά κι έτσι αισθάνονται ελεύθεροι να εκφράσουν την αγάπη τους, πράγμα που δε μπορεί να γίνει όταν υπάρχει στη μέση φόβος.

[..]Αυτό που καθορίζει τη στάση καθενός απέναντι στον εαυτό του είναι το γεγονός ότι η ικανότητα και τα προσόντα δεν είναι αρκετά για την απόδοση σε μια δοσμένη δουλειά: πρέπει να είναι ικανός να «προβάλλει την προσωπικότητά του», σε ανταγωνισμό με πολλούς άλλους για να μπορέσει να επιτύχει. Αν, για να κερδίσει κανείς τη ζωή του, αρκούσε να στηριχτεί σ’ ό,τι ξέρει και σ’ ό,τι μπορεί να κάνει, η αυτοεκτίμηση του θα ήταν ανάλογη με τις ικανότητές του, δηλαδή με την αξία χρήσης του. Αλλά αφού η επιτυχία εξαρτάται κύρια από το πώς πουλάει κανείς την προσωπικότητά του, τότε κάθε άτομο βιώνει τον εαυτό του σαν εμπόρευμα ή μάλλον ταυτόχρονα και σαν πωλητή και σαν εμπόρευμα που πουλάει. Το άτομο δεν ασχολείται με τη ζωή και την ευτυχία αλλά με το πώς θα γίνει πιο άξιο για πούλημα.

Ο σκοπός του αγοραστικού χαρακτήρα είναι η απόλυτη προσαρμογή, έτσι που να είναι επιθυμητός κάτω απ’ όλες τις συνθήκες στην αγορά της προσωπικότητας. Οι προσωπικότητες με αγοραστικό χαρακτήρα δεν έχουν ούτε εγώ (όπως είχαν οι άνθρωποι το δέκατο ένατο αιώνα) που να τους ανήκει, που να μην αλλάζει, που να μπορούν να κρατηθούν απ’ αυτό, γιατί συνέχεια αλλάζουν το εγώ τους σύμφωνα με το αξίωμα: «είμαι όπως με επιθυμείς». Τα άτομα που ανήκουν στον αγοραστικό χαρακτήρα δεν έχουν κανένα σκοπό, εκτός από το να κινούνται και να δουλεύουν με όσο μεγαλύτερη ικανότητα μπορούν. Αν τους ρωτήσει κανείς γιατί πρέπει να κινούνται τόσο γρήγορα, γιατί πρέπει να δουλεύουν με τη μεγαλύτερη ικανότητα, δεν έχουν να δώσουν μια γνήσια απάντηση: δίνουν ορθολογικοποιήσεις όπως «για να δημιουργήσουμε περισσότερες δουλειές» ή «για να μεγαλώσει περισσότερο η εταιρία». Έχουν ελάχιστο ενδιαφέρον, τουλάχιστο συνειδητά, για φιλοσοφικά ή θρησκευτικά προβλήματα, όπως γιατί ζει κανείς και γιατί τραβάει σ’ αυτή την κατεύθυνση κι όχι σε μια άλλη. Έχουν τα μεγάλα τους εγώ που συνέχεια αλλάζουν, αλλά κανένα απ’ αυτά δεν έχει έναν εαυτό, ένα πυρήνα, μια αίσθηση ταυτότητας. Η «κρίση ταυτότητας» της σύγχρονης κοινωνίας είναι στην πραγματικότητα η κρίση που προκαλείται από το γεγονός ότι τα μέλη της έγιναν όργανα χωρίς εαυτούς. Η ταυτότητά τους στηρίζεται στη συμμετοχή τους στις εταιρίες (ή σε κάποια άλλη γιγάντια γραφειοκρατία). Όπου δεν υπάρχει αυθεντικός εαυτός, δεν υπάρχει και ταυτότητα.

Ο αγοραστικός χαρακτήρας ούτε αγαπάει ούτε μισεί. Αυτές οι «ξεπερασμένες συγκινήσεις» δεν ταιριάζουν σε μια χαρακτηροδομή που λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά σ’ εγκεφαλικό επίπεδο κι αποφεύγει τα αισθήματα, γιατί αυτά τα αισθήματα, καλά ή κακά, εμποδίζουν τον κύριο σκοπό των αγοραστικών χαρακτήρων: το πούλημα και την ανταλλαγή — ή για να το πούμε καθαρά, τη λειτουργία σύμφωνα με τη λογική της «μεγαμηχανής» όπου ανήκουν, χωρίς να ρωτάνε τίποτα παρά μόνο πόσο καλά λειτουργεί.

[..]Αν όλοι αυτοί που ενδιαφέρονται μπορούσαν ν’ απαλλαγούν από την κομματική φρασεολογία και να καταλάβουν ότι έχουν όλοι τούς ίδιους στόχους, η πιθανότητα για μια αλλαγή θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη… Ακόμα παραπέρα, βλέπουμε ότι οι πιο πολλοί πολίτες αρχίζουν πια να χάνουν κάθε ενδιαφέρον για την υπακοή στο κόμμα και τα κομματικά συνθήματα. Οι άνθρωποι σήμερα αποζητούν άτομα που έχουν σοφία και δικές τους πεποιθήσεις και το θάρρος να δρουν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους.

Ακόμα και μ’ όλους αυτούς τους ελπιδοφόρους παράγοντες που αναφέραμε, οι πιθανότητες για την απαραίτητη ανθρώπινη και κοινωνική αλλαγή φαίνονται πολύ ισχνές. Η μόνη μας ελπίδα βρίσκεται στην ελκυστικότητα αυτού του νέου οράματος. Το να προτείνει κανείς τη μια ή την άλλη μεταρρύθμιση που δεν αλλάζει το σύστημα, είναι ανώφελο μακροπρόθεσμα γιατί αυτή η μεταρρύθμιση δε μπορεί να έχει μέσα της κανένα ισχυρό κίνητρο. Ο «ουτοπικός» στόχος είναι πιο ρεαλιστικός απ’ ό,τι ο «ρεαλισμός» των σημερινών ηγετών. Η πραγμάτωση της νέας κοινωνίας και του νέου ανθρώπου είναι δυνατή μόνο αν τα παλιά κίνητρα του κέρδους, της εξουσίας και της διανόησης αντικατασταθούν με νέα: με την τάση του είναι, του δοσίματος, της κατανόησης, αν δηλαδή ο αγοραστικός χαρακτήρας αντικατασταθεί με τον παραγωγικό, το γεμάτο αγάπη χαρακτήρα, αν η κυβερνητική θρησκεία αντικατασταθεί με το νέο ριζοσπαστικό — ανθρωπιστικό πνεύμα.

Επιλεγμένα αποσπάσματα από το:
Να έχεις ή να είσαι; του Erich Fromm
Μετάφραση: Ελένη Τζελέπογλου
Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1978

Κεφαλαιοκρατισμός – προτεσταντισμός – προτεσταντική ηθική
Το φαινόμενο της Αλλοτρίωσης
Τα δεδομένα

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: