RSS

Αληθινός Λόγος

07 Απρ.

Μωσαϊκό 4ου πΧ αι. Αλικαρνασός Μπορεί ο Κέλσος -το 178- στο έργο του ‘Αληθής Λόγος’ με δριμύτητα να επιτίθεται σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, ωστόσο εντυπωσιακότερο είναι το γεγονός ότι 18 αιώνες αργότερα στο διαδίκτυο διαπιστώνεται κυρίως η διαιωνιζόμενη –κυριολεκτικά– ακραία έκφραση· λες και από το 248 που ο Ωριγένης ασχολήθηκε για να αντικρούσει τις θέσεις του Κέλσου (ευτυχώς γιατί έτσι διασώθηκε το έργο) έως σήμερα, τίποτε άλλο χρήσιμο δεν βρίσκει κανείς σ’ ένα έργο της ύστερης αρχαιότητας το οποίο τιτλοφορείται ‘Αληθής Λόγος‘.
Έτσι λοιπόν, στο + – με τον απαραίτητο σεβασμό, αντί κάποιας αρχαιολατρίας ή θρησκοληψίας, πάλι θα κάνουμε τη διαφορά αφήνοντας ένα επιπλέον ίχνος σήμανσης που οδηγεί στο θησαυρό μας… ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει ανεκμετάλλευτος.

Αρκεί να κατορθώσει κάποιος τη νοητή μεταφορά στις τότε ιστορικές συνθήκες -του αρχαίου ελληνισμού ο οποίος ολοκλήρωνε τον κύκλο του- για να διαπιστώσει πως οι Έλληνες δεν θα είχαν καταφέρει να αλλάξουν τόσο ριζικά τον κόσμο εάν ήταν προσκολλημένοι στη θρησκεία, τον πολυθεϊσμό και την ειδωλολατρεία, (ή παγανισμό όπως μάθαμε να το λέμε δυτικότροπα) όπως τους καταλογίζεται σήμερα, γιατί απλά δεν θα τους το επέτρεπε το επίπεδο μιας τέτοιου τύπου προσκόλλησης.
Στην ψυχή του αρχαίου Έλληνα η ουσιαστική σχέση με τη φύση γέννησε το θαυμασμό, η παρατήρηση του ουρανού γέννησε την απορία και το δέος -το αποτέλεσμα μιας στοχαστικής διαδικασίας. Η αναζήτηση ερμηνείας του φυσικού κόσμου γέννησε την επιστήμη του νου, υποδεικνύοντας του τις Πρώτες Αρχές οι οποίες διέπουν τα Πάντα· οι Έλληνες κατέληξαν στο ότι η πηγή των πάντων ποτέ δεν θα καταστεί ορατή, εμφανής, κατανοητή, προσδιορίσιμη και αυτό ονόμασαν Θεό ή Το Ένα, Το Όλον, Το Παν, Το Απροσδιόριστο, Πρώτο Αγαθό, Το Ακατονόμαστο, Το Πρώτο, Το Αγαθό. Όντας καθαρά προσανατολισμένοι προς ένα ιδιότυπο μονοθεϊσμό ο οποίος όμως καμία σχέση δεν έχει με ότι σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως ‘θρησκευτικότητα’. Οι μικρότερες ιδεατές θεότητες συνδέονταν με την απαραίτητη στις τότε κοινωνίες Ευσέβεια η οποία εκφράζονταν με έργα, την υλική προσφορά ως ένδειξη ευγνωμοσύνης …»θυμάμαι την ασημαντότητά μου μέσα σε αυτό το αχανές σύμπαν, σε τιμώ και σε ευχαριστώ θεά Δήμητρα (Δήμητηρ = μάνα γή) για τα αγαθά που μου παρέχεις τόσο γενναιόδωρα»… πολύ φυσικά όλα αυτά όταν η ποιότητα της κοινωνίας στην οποία ζεις θέλει τους πολίτες εθισμένους στο σέβας. Όπως διαφαίνεται και στην αρχή του κειμένου οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την επίγνωση πως ο άνθρωπος δεν είναι άλλο από ένας μύκητας πάνω στη Γη. Και από κει εκκινούσαν όλα.
Κυρίαρχο ζήτημα της ελληνικής κοινωνίας ήταν: το είδος και η ποιότητά της. Τελεία.

καλή ανάγνωση, μελέτη και στοχασμό
αλλά κυρίως.. αναστοχασμό

Αληθής Λόγος

(Σύνθεση επιλεγμένων αποσπασμάτων. Δεν εστιάζουμε -για την ακρίβεια αποφεύγουμε- στα επιχειρήματα κατά του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού αλλά από ανάγκη μεταφέρουμε κάποια από αυτά επειδή είναι συνδεδεμένα με την επιθυμητή πληροφορία και το νόημά της. Ο σύνδεσμος επιστήμη είναι παντού ίδιος και έχει τη σημασία του. Η τρεις παρεμβάσεις βρίσκονται σε πλάγια γραφή και εντός παρένθεσης)

[…] να ασχοληθούμε με τη διδασκαλία περί φύσεως -και συγκεκριμένα με την θέση ότι ο θεός δεν έχει δημιουργήσει κανένα θνητό πλάσμα. Αντιθέτως, έργα του θεού είναι τα αιώνια και αθάνατα. Και έργα αυτών είναι τα θνητά όντα. Και η μεν ψυχή είναι έργο του θεού, η φύση του σώματος όμως είναι άλλη. Κι η φύση δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα σώματα των νυχτερίδων και των σκουληκιών και των βατράχων και των ανθρώπων. Όλα από την ίδια ύλη είναι φτιαγμένα και κατά τον ίδιο τρόπο είναι όλα φθαρτά. Η φύση τους είναι κοινή: Περνά και ξαναπερνά μέσα από διαφοροποιήσεις για να επιστρέψει στην αρχική της κατάσταση. Κανένα δε προϊόν της ύλης δεν είναι αθάνατο. Αλλά πάνω σ’ αυτά δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο. Όποιος είναι σε θέση να τα μελετήσει και να ερευνήσει με μεγαλύτερη πληρότητα, θα τα μάθει.

(Ως προς το ζήτημα του κακού, έχω να πω ότι) στον κόσμο μας, το κακό δεν θα μπορούσε ούτε να μειωθεί ούτε να αυξηθεί -ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον. Όπως συμβαίνει να είναι ίδια η υλική φύση των πάντων, έτσι συμβαίνει και η πηγή των κακών να είναι η ίδια. Τα κακά ούτε πληθαίνουν ούτε λιγοστεύουν είναι περίπου οριοθετημένα. Την προέλευση των κακών δεν είναι εύκολο να την γνωρίζει ένας μη φιλοσοφημένος άνθρωπος, γι’ αυτό, για τον πολύ τον κόσμο είναι αρκετό το να πει κανείς ότι δεν προέρχονται από τον θεό τα κακά, αλλά ότι αποτελούν κι αυτά ένα μέρος του υλικού κόσμου και της ανθρώπινης κοινωνίας· ότι ο κύκλος ζωής των θνητών είναι απαράλλαχτος από την αρχή ως το τέλος, και καθώς τα πράγματα ολοκληρώνουν τον κύκλο τους, είναι αναπόφευκτο, αυτά που συμβαίνουν τώρα να ξανασυμβούν, όπως άλλωστε και έχουν ξανασυμβεί. Και επιπλέον, ας μη νομίζουμε πως ο ορατός κόσμος, έχει διευθετηθεί προς χάρη του ανθρώπου: Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει για χάρη της διαφύλαξης του όλου -σύμφωνα με την αέναη διαδικασία αλλαγής που προανέφερα, όπου το κάθε τι μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Τα καλά και τα κακά ούτε πληθαίνουν ούτε λιγοστεύουν, και ο θεός δεν χρειάζεται να διορθώσει τον κόσμο -δηλαδή να του προσθέσει βελτιώσεις, θαρρείς κι είναι άνθρωπος που σκάρωσε από την αρχή ένα κακότεχνο έργο και τώρα πάει να το επιδιορθώσει- εξαγνίζοντας τον με το πυρ ή με κατακλυσμούς. Όσο για το τι είναι κακό και τι όχι, ας μην είμαστε και τόσο σίγουροι. Κι αν ακόμα κάτι σου φαίνεται κακό, δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι όντως κακό· δεν μπορείς πάντα να ξέρεις αν πραγματικά είναι ή όχι προς όφελος είτε δικό σου είτε κάποιου άλλου είτε του συνόλου.

Ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον θεό κατά τρόπο ώστε όλα τα μέρη του να συμβάλλουν στην ολοκλήρωση και την τελειότητα του. Τα πάντα έχουν υπολογιστεί ώστε να εξυπηρετούν, όχι το ένα το άλλο, αλλά το όλον και ο θεός για αυτό ενδιαφέρεται, κι έτσι το όλον δεν το εγκαταλείπει η πρόνοια και δεν εξελίσσεται προς το χειρότερο, ούτε ο θεός αποφασίζει ύστερα από κάποια χρονική περίοδο απραξίας να το στρέψει προς στον εαυτό του, ούτε και εξοργίζεται με τους ανθρώπους, όπως δεν εξοργίζεται με τους πιθήκους ή τα ποντίκια. Ούτε απειλές εκτοξεύει εναντίον τους· γιατί το κάθε τι στον κόσμο κατέχει τη θέση που του αναλογεί.

Ως προς τα θεολογικά ζητήματα, ικανότερος δάσκαλος είναι ο Πλάτωνας, ο οποίος στο έργο του Τίμαιος γράφει τα εξής: «Τον δημιουργό και πατέρα αυτού του κόσμου είναι δύσκολο να τον βρει κανείς, και αφού τον βρει, είναι αδύνατο να τον φανερώσει σε όλους«. Βλέπετε πώς ιχνηλατούν οι θείοι την οδό της αλήθειας και πως ο Πλάτων ήξερε ότι είναι «αδύνατον» να την βαδίσουν όλοι. Κι οι σοφοί βρήκαν την οδό αυτή ακριβώς για να πάρουμε μιαν ιδέα για τον Ακατονόμαστο και Πρώτο, για να έχουμε μιαν άποψη γι’ αυτόν είτε στη σύνθεση του με άλλα πράγματα είτε απομονωμένο είτε κατ’ αναλογία με αυτά· θέλοντας όμως τώρα να εξηγήσω αυτό που δεν μπορεί με κανέναν άλλο τρόπο να ειπωθεί, θα εντυπωσιαζόμουν πολύ αν μπορούσατε να με παρακολουθήσετε, έτσι όπως είστε σφιχτοδεμένοι με τη σάρκα και δεν βλέπετε τίποτα καθαρά.

Υπάρχει το Είναι και το Γίγνεσθαι, το νοητό και το ορατό· στο είναι αντιστοιχεί η αλήθεια ενώ στο γίγνεσθαι η πλάνη. Με την αλήθεια λοιπόν έχει να κάνει η επιστήμη ενώ με την πλάνη η γνώμη· και για το νοητό βέβαια υπάρχει η νόηση ενώ για το ορατό η όραση· και το νοητό το γνωρίζει ο νους ενώ το ορατό τα μάτια. Τώρα, ό,τι είναι για τα ορατά ο ήλιος -δηλαδή ούτε μάτι ούτε όραση αλλά αιτία για να βλέπει το μάτι και μέσω αυτού να συντελείται η όραση και να γίνονται αντιληπτά τα ορατά και να υφίστανται όλα τα αισθητά και μάλιστα για να τον βλέπουν και τον ίδιο- το ίδιο είναι για τα νοητά εκείνος: Δεν είναι ούτε νους ούτε σκέψη ούτε επιστήμη αλλά αιτία για να αντιλαμβάνεται η νόηση και να υπάρχει η σκέψη και να γνωρίζει η επιστήμη, αιτία για όλα τα νοητά και για την ίδια την αλήθεια και για την ίδια την ύπαρξη του είναι· όντας πέρα από όλα, νοητός με τη βοήθεια κάποιας άρρητης δύναμης.

Γίγνεσθαι

Είναι

ορατό, πλάνη, γνώμη, όραση, μάτια,
ό,τι είναι για τα ορατά ο ήλιος
δηλαδή ούτε μάτι ούτε όραση αλλά αιτία για να βλέπει το μάτι και μέσω αυτού να συντελείται η όραση και να γίνονται αντιληπτά τα ορατά και να υφίστανται όλα τα αισθητά και μάλιστα για να τον βλέπουν και τον ίδιο-
νοητό, αλήθεια, επιστήμη, νόηση, νους
το ίδιο είναι για τα νοητά εκείνος:
Δεν είναι ούτε νους ούτε σκέψη ούτε επιστήμη αλλά αιτία για να αντιλαμβάνεται η νόηση και να υπάρχει η σκέψη και να γνωρίζει η επιστήμη, αιτία για όλα τα νοητά και για την ίδια την αλήθεια και για την ίδια την ύπαρξη του είναι·

όντας πέρα από όλα, νοητός με τη βοήθεια κάποιας άρρητης δύναμης.

Τα παραπάνω ειπώθηκαν για ανθρώπους νοήμονες· αν καταλαβαίνετε και σεις κάτι απ αυτά, τόσο το καλύτερο για σας. Και αν πιστεύετε ότι κατέβηκε κάποιο πνεύμα από τον θεό για να προαναγγείλει τις θείες αλήθειες, να ξέρετε πως τέτοιο πνεύμα θα ‘ταν μονάχα εκείνο που θα κήρυσσε τα παραπάνω λόγια και που γεμάτοι απ’ αυτό οι αρχαίοι ανήγγειλαν πολλά και καλά που αν δεν μπορείτε να τα καταλάβετε καλύτερα να σωπαίνετε και να σκεπάζετε καλά την άγνοια σας και να μη λέτε τυφλούς αυτούς που βλέπουν και ανάπηρους αυτούς που τρέχουν, εσείς που είστε ολωσδιόλου ανάπηροι στην ψυχή και ακρωτηριασμένοι και ζείτε για ένα σώμα προορισμένο να πεθάνει. (αναφέρεται στους χριστιανούς)

Οι Έλληνες, χωρίς εντάσεις και φωνές, χωρίς να επαγγέλλονται ότι κηρύττουν τον λόγο του θεού ή του υιού του, έχουν μιλήσει γι’ αυτά καλύτερα. Αρχαίοι λοιπόν άνδρες και σοφοί φανέρωσαν κάποια πράγματα για όσους είναι ικανοί να τα καταλάβουν μάλιστα, ακόμα και ο Πλάτων του Αρίστωνα, σε κάποια επιστολή του εξηγούσε τα σχετικά με το Πρώτο Αγαθό· έλεγε ότι το Πρώτο Αγαθό «δεν γίνεται να εκφραστεί με λόγια» αλλά γεννιέται «με την πολλή συναναστροφή», και «ξαφνικά, σαν φωτιά που φουντώνει απότομα, ανάβει φως μες στην ψυχή». Λέει ακόμη: «Και αν μου φαινόταν ότι μπορούν να εκφραστούν με λόγια και να γραφούν με επάρκεια προς χρήση των πολλών, τι καλύτερο θα μπορούσαμε να κάνουμε στη ζωή μας από το να τα γράψουμε και να φέρουμε τη φύση (του Πρώτου Αγαθού) στο φως, προς μεγάλο όφελος των ανθρώπων;». Άλλοι πλατωνικοί λόγοι αποκαλύπτουν ότι «λίγοι άνθρωποι» έχουν γνώση του Αγαθού, διότι οι πολλοί, γεμάτοι «άδικη περιφρόνηση» και «αλαζονική και νωθρή ελπίδα«, επειδή τάχα κατέχουν «κάποια σπουδαία πράγματα» τα θεωρούν αληθινά.

Λέει: «Κι ακόμα περισσότερα μου ‘ρθε στο νου να πω γι’ αυτά, και λέγοντας τα, ίσως κάτι από αυτά για τα οποία μιλάω θα μπορούσε να γίνει πιο ξεκάθαρο. Γιατί υπάρχει κάποιος αληθής λόγος που στέκεται αντίκρυ σ’ αυτόν που τολμά να γράψει γι’ αυτά, και που τον έχω αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά φαίνεται πως και τώρα θα πρέπει να τον πω για άλλη μια φορά. Σε καθένα από τα όντα υπάρχουν τρία πράγματα που κάνουν την γνώση του εφικτή· η δε γνώση τουεπιστήμη) είναι το τέταρτο· και ως πέμπτο πρέπει να θέσουμε αυτό που είναι πράγματι γνωστό και αληθές. Το ένα είναι βέβαια το όνομα, το δεύτερο ο λόγος, το τρίτο η μορφή, το τέταρτο η επιστήμη«. Βλέπετε λοιπόν ότι ο Πλάτωνας, ναι μεν διαβεβαιώνει ότι ο θεός δεν είναι «ρητός», για να μη φτάσει όμως σε θέσεις που δεν θα μπορεί κανείς να ελέγξει, υποστηρίζει αυτή τη δυσχέρεια με επιχειρήματα. Γιατί θα μπορούσε, ακόμα και το μηδέν να είναι «ρητό». Ο Πλάτων δεν κομπάζει ούτε ψεύδεται, ότι δήθεν βρήκε κάτι καινούριο ή ότι κατέβηκε από τον ουρανό για να κηρύξει, αλλά ομολογεί από πού προέρχονται αυτά που λέει.

..είναι παρανόηση των λόγων του Πλάτωνα, που λέει κάπου στους Νόμους: «Πάντως ο θεός, όπως λέει και η παράδοση, ελέγχει την αρχή τη μέση και το τέλος όλων των όντων, και προχωρεί σε ευθεία, σύμφωνα με τη φύση. Και πάντα τον ακολουθεί η δικαιοσύνη που τιμωρεί αυτούς που στερούνται τον θείο νόμο και τη δικαιοσύνη την ακολουθεί από κοντά, ταπεινός και κόσμιος, αυτός που θα κερδίσει την ευδαιμονία».

…τα λόγια του Πλάτωνα, που είπε, «είναι αδύνατο να είναι κανείς εξαιρετικά αγαθός και εξαιρετικά πλούσιος». Λέει ακόμη (ο Πλάτων:) ότι «όλα γυρίζουν γύρω από το βασιλέα των πάντων και όλα υπάρχουν γι’ αυτόν, και κείνος είναι η αιτία όλων των ωραίων πραγμάτων και είναι δεύτερος για τα δεύτερα (δευτερεύοντα) και τρίτος για τα τριτεύοντα. Η ανθρώπινη ψυχή λοιπόν επιθυμεί να μάθει τι είναι όλα αυτά και στρέφεται να κοιτάξει τα πράγματα με τα οποία συγγενεύει και από τα οποία κανένα δεν είναι τέλειο. Ενώ τίποτα από αυτά που έχουν να κάνουν με τον βασιλιά, για τα οποία και μίλησα, δεν είναι ατελές».

Ο Πλάτων .. λέει: «Τον υπερουράνιο τόπο δεν τον ύμνησε ποτέ μέχρι τώρα κάποιος ποιητής ούτε πρόκειται να τον υμνήσει όπως του αξίζει», και «η δίχως χρώμα και σχήμα ουσία, που είναι αδύνατο να ψηλαφηθεί, είναι ορατή μόνο στο νου, τον κυβερνήτη της ψυχής, κι εκεί κατοικεί, στον τόπο εκείνο που τον περιβάλλει το αληθινό γένος της επιστήμης«.

Ας θυμηθούμε τώρα κάποιες ιδέες που έχουν διατυπωθεί από παλιά· εγώ ο ίδιος δεν προσθέτω εδώ τίποτε το καινούριο. Σύμφωνα μ’ αυτές λοιπόν, ο θεός είναι καλός και αγαθός και μακάριος καθώς ζει σε μιαν αυθύπαρκτη κατάσταση τελειότητας και υπεροχής. Αν ποτέ συμβεί να κατεβεί και ν’ αναμιχθεί με τους ανθρώπους, αναγκαστικά θα υποστεί μια μεταβολή από το καλό στο κακό· από το ωραίο στο άσχημο· από την μακαριότητα στη μιζέρια· από την τελειότητα στην πονηριά.

Άλλα γνωρίσματα έχει ο θεός, διαφορετικά από ο,τιδήποτε έχουμε υπ’ όψην μας εμείς οι άνθρωποι. Και ούτε δημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του· διότι δεν είναι έτσι ο θεός κι ούτε μοιάζει με κανέναν στην όψη. Δεν έχει σχήμα ο θεός ούτε χρώμα. Δεν μετέχει στην ύλη ο θεός -μάλλον μετέχεται παρά μετέχει. Κι ούτε μπορούμε να τον πλησιάσουμε με τον Λόγο διότι δεν του συμβαίνει τίποτα που να μπορούμε να το κατανοήσουμε κατονομάζοντάς το· τέλος, ο θεός βρίσκεται μακριά από κάθε ανθρώπινο πάθος.

Ναι μεν ανάμεσα στους ανθρώπους είναι εύλογο όταν υπηρετείς κάποιον να μην «υπηρετείς» και κάποιον άλλον, καθώς ο πρώτος ζημιώνεται από την υπηρεσία στον άλλο· ούτε και μπορείς, έχοντας ορκιστεί συμμαχία με έναν, να πας να συμμαχήσεις και με κάποιον άλλο, και μ αυτή την ίδια λογική ίσως δεν υπηρετείς ταυτόχρονα διαφορετικούς ήρωες και ανάλογες μικρές θεότητες. Όμως σε ό,τι αφορά στο θεό, που δεν τον αγγίζει ούτε βλάβη ούτε οδύνη, είναι παράλογο να προφυλάγεται κανείς και να μη λατρεύει περισσότερους θεούς, όπως θα έκανε με ανθρώπους και ήρωες και μικρές θεότητες. Αυτός που τιμά περισσότερους θεούς, τιμώντας κάτι από αυτά που ανήκουν στο μεγάλο θεό, κάνει θεάρεστη πράξη. Και δεν είναι δυνατό αυτός που τιμάται να μην έχει αξιωθεί γι’ αυτό από τον θεό. Διότι τιμώντας και λατρεύοντας όλους όσους ανήκουν στο θεό δεν τον δυσαρεστείς, αφού όλοι δικοί του είναι.

..Πώς θα γνωρίσουν τον θεό δίχως να αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις τους; Τι είναι δυνατόν να μάθει κανείς χωρίς την αίσθηση; Η φωνή αυτή όμως είναι φωνή της σάρκας· ούτε του ανθρώπου ούτε της ψυχής.
Έτσι μόνο θα δείτε τον θεό· εάν κοιτάξτε προς τα πάνω με το νου έχοντας αποκλείσει την αίσθηση και αν ξυπνήστε τα μάτια της ψυχής και τα αποστρέψετε από τη σάρκα. Και αν ψάχνετε για οδηγό να σας δείξει το δρόμο, να αποφύγετε τους πλάνους, τους απατεώνες κι αυτούς που σας συμβουλεύουν να λατρεύετε είδωλα· το ότι δεν είναι λογικό, αντικείμενα που έχουν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια να τα θεωρεί κανείς ως θεούς μιας και πρόκειται για κατασκευάσματα φαύλων και πολλές φορές άδικων ανθρώπων, το πίστευαν κι οι Πέρσες, όπως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος. Αλλά κι ο Ηράκλειτος λέει, «όσοι λατρεύουν τ’ άψυχα για θεούς δεν διαφέρουν από κάποιον που πιάνει κουβέντα με τα ντουβάρια».

..οι Έλληνες είπαν ότι άλλη είναι η ανθρώπινη σοφία και άλλη η θεία. Και παραθέτω τα λεγόμενα του Ηράκλειτου: «Οι τρόποι των ανθρώπων δεν ορίζονται από τη λογική κρίση, σε αντίθεση με τους τρόπους των θεών»· και: «ο ανόητος άνθρωπος άκουσε το θεό, όπως ακούει το παιδί τον άντρα». Και από την απολογία του Σωκράτη, γραμμένη από τον Πλάτωνα, παραθέτω τα εξής: «Η αιτία που έβγαλα τέτοια φήμη, ω Αθηναίοι, δεν ήταν άλλη από την σοφία. Ποια σοφία όμως; Αυτήν που είναι ίσως ανθρώπινη σοφία. Γιατί πραγματικά κινδυνεύω, με τέτοια σοφία να είμαι σοφός».

Μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει η ψυχή που όντας ανώτερη από το γήινο στοιχείο, συγγενεύει με τον θεό. Κι οι καλόψυχοι άνθρωποι, όπου κι αν βρίσκονται, λαχταρούν τον συγγενή τους αυτόν, και διαρκώς τον φέρνουν στο νου τους και πάντα ποθούν κάτι να μαθαίνουν γι’ αυτόν. Δεν έχει καμία σημασία πώς ονομάζει κανείς τον ανώτατο θεό, αν τον λέει Δία όπως οι Έλληνες ή αν χρησιμοποιεί ινδικό όνομα ή αιγυπτιακό.

..ονόματα έχουν πάρει οι θεοί από τους Έλληνες και άλλα, λόγου χάρη, από τους Σκύθες, που όπως λέει κι ο Ηρόδοτος, τον Απόλλωνα τον λένε Γογγόσυρο, τον Ποσειδώνα Θαγιμάσαδα, την Αφροδίτη Αργίμπασα και την Εστία Ταβιτί.

Πολλά από τα έθνη του κόσμου διατηρούν δόγματα συγγενικά, πράγμα που μας οδηγεί στην υπόθεση ότι οι διάφορες εθνικές δοξασίες και προκαταλήψεις έχουν λίγο ως πολύ κοινή καταγωγή. Πίσω απ’ αυτές βρίσκεται εξ αρχής κάποιο αρχαίο δόγμα που, όπως λέγεται, το συντήρησαν οι σοφότεροι όλων των εθνών και πόλεων (Αιγύπτιοι, Ασσύριοι, Ινδοί, Πέρσες, Σαμοθράκες, Οδρύσες και Ελευσίνιοι. Οι Γαλακτοφάγοι του Ομήρου, οι Δρυίδες των Γαλατών και οι Γέτες). Ο Αίνος, ο Μουσαίος, ο Ορφέας, ο Φερεκύδης ο Ζωροάστρης και ο Πυθαγόρας είχαν συλλάβει τα νοήματα τους και έγραψαν τις δοξασίες τους σε βιβλία που μπορεί κανείς μέχρι και στις μέρες μας να συμβουλευτεί.

Οι ιερείς των διαφόρων θρησκειών προσκαλούν στις τελετές τους, «όποιον έχει χέρια καθαρά, και γλώσσα συνετή«, και άλλοι, «όποιον είναι απαλλαγμένος από κάθε λογής βρωμιά, κι η ψυχή του δεν συμμερίζεται το κακό. και όποιον έχει ζήσει όμορφα και δίκαια» -ώστε η υπόσχεση του εξαγνισμού από την αμαρτία κατά κάποιο τρόπο να εκπληρώνεται από την καθαρότητα των ίδιων των μελών.

Οι παλιοί μύθοι απέδιδαν θεία γέννηση στον Περσέα, τον Αμφίωνα, τον Αιακό και τον Μίνωα· δεν τους πιστεύουμε, αλλά τουλάχιστον αυτοί οι μύθοι παρουσιάζουν σαν απόδειξη τα όσα μεγάλα και θαυμαστά κατόρθωσαν εκείνοι για το καλό των ανθρώπων, ώστε να αποκτήσουν κάποιαν αληθοφάνεια.

Όμως, αν πρόκειται να ενστερνιστούν κάποιο θρησκευτικό δόγμα, πρέπει να έχουν για οδηγό τους τη λογική. Γιατί όποιος πιστεύει χωρίς πρώτα να ελέγξει λογικά ένα δόγμα, είναι βέβαιο πως θα απατηθεί. Έχουμε πολλά σημερινά παραδείγματα άλογης πίστης: Τους ζητιάνους ιερείς της Κυβέλης, τους μάγους που δίνουν προφητείες παρατηρώντας ουράνια φαινόμενα, τους λάτρεις του Μίθρα και του Σαβαδία κι όσους βλέπουν φαντάσματα της Εκάτης ή κάποιας άλλης θεότητας θηλυκής ή αρσενικής. Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζει ένα τέμενος εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητά του, από τους ιερούς του κήπους, την μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία ιεροτελεστίες που έχουν χαρακτήρα μυστηρίων σαν μπει όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίσει ο μυούμενος ότι πίσω απ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόημα. (τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιώνιων ιδεών και όχι -όπως νομίζει ο πολύς κόσμος- ως ζώα καθαυτά). Οι τσαρλατάνοι αυτών των λατρειών εκμεταλλεύονται την αφέλεια των εύπιστων και τους τραβούν από τη μύτη. Ένας Αιγύπτιος μουσικός ονόματι Διόνυσος, μια εποχή που κάναμε παρέα, μιλώντας για τη μαγεία, μου είπε ότι αυτή μπορεί να έχει επίδραση πάνω στους αμόρφωτους και τους ηθικά διεφθαρμένους, ενώ τους φιλοσοφημένους ανθρώπους δεν έχει τη δύναμη να τους αγγίξει γιατί φροντίζουν ώστε ο τρόπος ζωής τους να είναι πνευματικά υγιής.

Πόσο καλύτερα θα ήταν -μιας και θελήσατε να καινοτομήσετε σε κάτι- να ασχοληθείτε σοβαρά με κάποιον άλλον, με κάποιον από κείνους που πέθαναν γενναία και που γύρω από το πρόσωπο τους θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας θείος μύθος; Αν δεν σας άρεσε ο Ηρακλής και ο Ασκληπιός και οι δοξασμένοι της αρχαιότητας, είχατε τον Ορφέα, έναν άνθρωπο ομολογουμένως ευσεβή που βρήκε βίαιο θάνατο. Αλλά αυτόν ίσως πρόλαβαν και τον πήραν άλλοι. Τον Ανάξαρχο τουλάχιστον, που όταν τον έβαλαν πάνω σε κύλινδρο και ενώ τον συνέτριβαν ολωσδιόλου άδικα, περιφρονούσε την τιμωρία με τον καλύτερο τρόπο λέγοντας, «Κοπάνισε, κοπάνισε το τσουβάλι του Ανάξαρχου, γιατί τον ίδιο δεν μπορείς να τον κοπανίσεις». Στ’ αλήθεια, η φωνή εκείνη ερχόταν από κάποιο θείο πνεύμα. Αλλά κι αυτόν πρόλαβαν και τον ακολούθησαν κάποιοι φυσικοί φιλόσοφοι. Τον Επίκτητο όμως; Αυτόν που, όταν ο κύριος του τού έστριβε με βία το πόδι, έλεγε χαμογελώντας ατάραχα, «Το σπας», και όταν του το έσπασε, «δε σου το ‘λεγα», είπε, «ότι το έσπαγες;».

Ακόμα και τη Σίβυλλα να διαλέγατε -που κάποιοι από σας τη χρησιμοποιούν- πιο εύλογο θα ήταν να την ανακηρύξετε παιδί του θεού· τώρα όμως από τη μια παρεμβάλλετε στα λεγόμενα της ένα σωρό συκοφαντικά πράγματα δίχως λόγο, κι από την άλλη κάνετε θεό κάποιον που είχε διαβόητο βίο και ελεεινότατο θάνατο. Πόσο καλύτερα θα σας ταίριαζε ένας Ιωνάς «κλεισμένος στην κολοκύθα» ή ο Δανιήλ που γλίτωσε από τα θηρία -ή κι άλλοι, ακόμα πιο αφύσικοι από δαύτους;

Το σύμπαν ούτε αρχή έχει ούτε υπόκειται σε καμία φθορά. Μόνο όσα βρίσκονται πάνω στη γη επηρεάζονται από κατακλυσμούς και μεγάλες πυρκαϊές, και μάλιστα όχι όλα μαζί και ταυτοχρόνως. (Σύμφωνα με την παράδοση των παραπάνω εθνών) έχουν γίνει πολλές φορές κατακλυσμοί και καταστροφικές πυρκαϊές και αναστατώσεις, και πιο πρόσφατα ο κατακλυσμός επί Δευκαλίωνα και η πυρκαϊά επί Φαέθοντα. Ακόμα κι οι Έλληνες θεωρούσαν αυτά τα γεγονότα πανάρχαια, καθώς δεν είχαν υπ’ όψη τους στοιχεία ή διηγήσεις για ακόμα πιο παλιά τέτοια γεγονότα. Δεν είναι παράδοξα ούτε για πρώτη φορά ακούγονται τα περί κατακλυσμών και καταστροφικών πυρκαγιών. Πήρε τ’ αφτί τους τις σχετικές δοξασίες Ελλήνων και βαρβάρων, ότι δηλαδή όταν κλείνει ο κύκλος του χρόνου, και λόγω των επανόδων και συνόδων ορισμένων άστρων σημειώνονται κατακλυσμοί και πυρκαγιές· και ότι μετά τον τελευταίο κατακλυσμό της εποχής του Δευκαλίωνα κλείνει τώρα πάλι ο κύκλος και απαιτεί, σύμφωνα με αλληλοδιαδοχή των πάντων, εκτεταμένες πυρκαγιές. Αυτά ακούσανε, και νομίζουν τώρα πως ο θεός θα κατέβει στη γη κουβαλώντας μαζί του το πυρ, θαρρείς κι είναι κανένας ανακριτής. […] Σκοπός τους είναι να προκαλέσουν δέος στους αφελείς με ψεύτικες φοβέρες, για τιμωρίες που περιμένουν τους αμαρτωλούς. Κι έτσι δε διαφέρουν σε τίποτα από τους Βάκχειους, που δεν κουράζονται να μιλάνε από την πρώτη στιγμή για φαντάσματα και για άλλα τρομαχτικά πράγματα.

Στο παρελθόν, λαοί όπως οι Αθηναίοι, οι Αιγύπτιοι, οι Αρκάδες κι οι Φρύγες έχουν ισχυριστεί ότι κάποιοι από τους προγόνους τους γεννήθηκαν μέσα από το χώμα, και μάλιστα πρόβαλαν και αποδείξεις. Οι Εβραίοι τώρα σκάρωσαν για λογαριασμό τους την πιο άτεχνη και απίστευτη ιστορία: Κάποιον άνθρωπο τον έπλασε, λέει, ο ίδιος ο θεός με τα χέρια του και φύσηξε μέσα του ζωή, κι ύστερα από το πλευρό του έφτιαξε μια γυναίκα, και μετά τους έδινε παραγγέλματα κι ήρθε ένα φίδι και του ‘κανε αντίπραξη, και τελικά υπερίσχυσε το φίδι κι όχι τα παραγγέλματά του. Αυτόν τον ανόσιο μύθο διηγούνται -θαρρείς και απευθύνονται σε τίποτε γριές- που παρουσιάζει έναν θεό αδύναμο από την πρώτη στιγμή: Έναν θεό που δεν στάθηκε ικανός να πείσει ούτε τον έναν και μοναδικό άνθρωπο που ο ίδιος έπλασε. Κατόπιν μιλούν για κάποιον κατακλυσμό και μιαν ασυνήθιστη κιβωτό που περιείχε τα πάντα, και για ένα περιστέρι και μια κουρούνα που ήταν οι αγγελιοφόροι -άτεχνες και αβασάνιστες παραχαράξεις του μύθου του Δευκαλίωνα-.

Οι Ιουδαίοι ισχυρίζονται ότι όπως είναι η ζωή κατάσπαρτη από κάθε κακό, είναι απαραίτητο να στείλει κάτω ο θεός κάποιον για να τιμωρηθούν οι άδικοι και τα πάντα να εξαγνιστούν, όπως συνέβη με τον πρώτο κατακλυσμό. Οι χριστιανοί σ’ όλα αυτά προσθέτουν και τα δικά τους. […] Ο ίδιος θεός γκρέμισε και τον πύργο της Βαβέλ για να καθαρίσει τη γη από την ανυπακοή (άλλη ιστορία κι αυτή, που την σκάρωσε ο Μωυσής παραχαράσσοντας το μύθο των Αλωάδων, όπως από τον μύθο του Φαέθοντα επινόησε και κείνη την ιστορία με τα Σόδομα και Γόμορρα που αφανίστηκαν στο πυρ για να πληρώσουν τις αμαρτίες τους). Σ’ όλα αυτά λοιπόν τα ιουδαϊκά, προσθέτουν οι χριστιανοί το ότι εξ αιτίας των αμαρτιών των Ιουδαίων στάλθηκε στη γη ο γιος του θεού Ιησούς, και επειδή οι Ιουδαίοι τον τιμώρησαν και τον πότισαν χολή, έπεσε στα κεφάλια τους η χολή του θεού. Όσο για το πώς τους ήρθε στο μυαλό να ονομάσουν κάποιον γιο του θεού, το ξεκαθαρίζω κι αυτό. Κάποιοι αρχαίοι, θεωρώντας ότι τον κόσμο αυτόν τον έπλασε ο θεός, ονόμασαν τον κόσμο παιδί του θεού και «παλικάρι» του. Είναι λοιπόν ένα και το αυτό ο κόσμος με το «παιδί» εκείνο του θεού.

Σχετικά με το επιχείρημα των Ιουδαίων και μερικών χριστιανών ότι -όπως λένε οι πρώτοι- θα κατεβεί στη γη ή -όπως λένε οι δεύτεροι- έχει ήδη κατέβει στη γη κάποιος θεός ή γιος θεού για να απονείμει δικαιοσύνη: Πρόκειται για ιδέα επονείδιστη που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Βέβαια, αν οι χριστιανοί δεν τιμούσαν κανέναν άλλον πέρα από τον ένα θεό, θα μπορούσαν ίσως να αντιτάξουν κάποιον ισχυρό λόγο. Μη νομίσει κανείς πως αγνοώ το ότι μερικοί απ’ αυτούς θα συμφωνήσουν ότι έχουν τον ίδιο θεό με τους Ιουδαίους ενώ μερικοί θα πουν πως πιστεύουν σε άλλον, αντίπαλο του πρώτου, και ότι από τον δικό τους προέρχεται ο υιός. Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία που μιλάει για κάποιους άλλους, ψυχικούς και πνευματικούς, και κάποιοι άλλοι που επαγγέλλονται ότι είναι γνωστικοί· ..Κάπου μέσα στον Ουράνιο Διάλογο λένε τα εξής: «Αν ο υιός είναι ισχυρότερος από τον θεό και κύριος του είναι ο υιός του ανθρώπου (ποιος άλλος θα γίνει κύριος του κυρίαρχου θεού;) πώς και στέκονται πολλοί γύρω από το πηγάδι και κανείς δεν πίνει από το πηγάδι; Γιατί, μολονότι έκανες τόσο δρόμο, είσαι άτολμος; Σου διαφεύγει ότι και θάρρος έχω και μαχαίρι«. ..υπάρχουν ακόμη και κάποιοι Συβιλλιστές. Ξέρω και κάποιους Σιμωνιανούς που επειδή τιμούν την Ελένη ως δάσκαλο Έλενο, ονομάζονται Ελενιανοί. Γνωρίζω και τους Μαρκελιανούς που πήραν τ’ όνομα από την Μαρκελίνα, τους Αρποκρατιανούς από τη Σαλώμη, κάτι άλλους από την Μαριάμμη και τη Μάρθα και κάποιους Μαρκιωνιστές που έχουν αρχηγό τους το Μαρκίωνα. Καθένας έχει και το δικό του δάσκαλο και θεό, κι όλοι τους περιπλανιούνται και κυλιούνται μες στο βαθύ σκοτάδι, πολύ πιο χυδαία από τους θιασώτες του Αντίνου στην Αίγυπτο· ..Είναι και κάποιες που λέγονται Σειρήνες, που αποχωρούν χορεύοντας και πλανεύουν τον κόσμο, κι υποχρεώνουν όσους τις ακολουθούν, στη θέση των κεφαλιών τους να βάλουν κεφάλια γουρουνιών.

Και τώρα θα αναφερθώ στις μεθόδους των μαντείων της Φοινίκης και της Παλαιστίνης γιατί άκουσα και έμαθα πολλά. Υπάρχουν πολλά είδη προφητειών. […] Οι προφήτες που ζουν σε κείνη την περιοχή έχουν την εξής ειδικότητα: Πολλοί και ανώνυμοι καθώς είναι, με μεγάλη ευκολία και με την παραμικρή αφορμή, και μέσα σε ιερά και έξω απ’ αυτά -μερικοί ακόμα και ζητιανεύοντας-, σε πόλεις και σε στρατόπεδα, συμπεριφέρονται σαν να χρησμοδοτούν πραγματικά. Κι ο καθένας τους λέει με το πρώτο: «Εγώ είμαι ο θεός» ή «ο υιός του θεού» ή «το πνεύμα το θεϊκό. Και ήρθα, γιατί ο κόσμος χάνεται και σεις, ω άνθρωποι, αφανίζεστε πληρώνοντας τις αδικίες σας. Εγώ όμως θέλω να σας σώσω· και θα με δείτε πάλι να επιστρέφω με τη δύναμη των ουρανών. Μακάριος αυτός που θα με λατρέψει ως θεό. Σ’ όλους τους άλλους θα ρίξω το αιώνιο πυρ, και μέσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Κι όσοι τώρα δεν καταλαβαίνουν τι τιμωρία τους περιμένει, μάταια θα μετανοήσουν, μάταια θ’ αναστενάξουν. Ενώ όσους πιστέψουν σε μένα θα τους διατηρήσω αιώνιους». Μετά προσθέτουν από πάνω και κάτι άγνωστα λόγια, διάφορα παρανοϊκά και ακαταλαβίστικα,

Αν αναζητούν τον θεό με τέτοιο τρόπο, τότε θα πρέπει να πάνε στα ιερά του Τροφώνιου ή του Αμφιάρεω ή του Μόψου -εκεί να δεις θεούς με όψη ανθρώπινη, και μάλιστα να τα λένε σταράτα κι όχι ψεύτικα. Και θα τους δεις ανά πάσα στιγμή να μιλούν στους ενδιαφερόμενους, κι όχι να εμφανίζονται φευγαλέα μια φορά σαν τον άλλον που τους εξαπάτησε.

Γιατί αν συγκρίνουμε τα όσα καλά έχουν πει κατά καιρούς οι χριστιανοί με τα λόγια των φιλοσόφων, θα δούμε ότι οι φιλόσοφοι τα έχουν πει καλύτερα και με μεγαλύτερη καθαρότητα. ..Λέγοντας οι χριστιανοί ότι ο θεός είναι «πνεύμα», δεν διαφέρουν ως προς αυτό από τους στωικούς των Ελλήνων, που ισχυρίζονται ότι ο θεός είναι πνεύμα που έχει διαπεράσει τα πάντα και εμπεριέχει τα πάντα. …για να κατασκευάσουν την ιστορία της παρθενογένεσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χριστιανοί έχουν χρησιμοποιήσει τους ελληνικούς μύθους της Δανάης και Μελανίππης ή της Αύγης και της Αντιόπης.

Όμως ο θεός τα επονείδιστα δεν τα μπορεί και αυτά που αντιβαίνουν στη φύση δεν τα θέλει. Γιατί ο θεός είναι το πρώτο αίτιο της ορθότητας και δικαιοσύνης των νόμων της φύσης κι όχι αρχηγέτης της ελαττωματικής επιθυμίας ούτε της πλανημένης αταξίας. Γιατί αυτός είναι ο Λόγος, που ορίζει όλα τα όντα· τίποτα λοιπόν παράλογο δεν μπορεί να πράξει· και τίποτα ενάντια στον εαυτό του. [..] Ισχυρίζονται ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον θεό για χάρη του ανθρώπου, ενώ εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν έγιναν και δεν γίνονται, ούτε για χάρη των ανθρώπων ούτε για χάρη των ζώων. Και ούτε είναι έργα θεού οι βροντές κι οι αστραπές κι οι βροχές, Ακόμα κι αν δεχόταν κανείς ότι αυτά τα φαινόμενα είναι έργο του θεού, γιατί θα ‘πρεπε να βρέχει για χάρη του ανθρώπου (για να μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να έχει τροφή), κι όχι για χάρη των δέντρων ή των αγκαθιών ή των χόρτων; Κι αν πεις ότι κι αυτά μόνο για χάρη του ανθρώπου φυτρώνουν, τότε γιατί όχι μόνο για χάρη των άγριων ζώων; Στο κάτω κάτω εμείς, με τόσους κόπους και επίμονη δουλειά, μόλις που καταφέρνουμε να τρεφόμαστε, ενώ αυτά ούτε να οργώνουν χρειάζεται ούτε να σπέρνουν.

Και σ’ όποιον θα μου θύμιζε τη φράση του Ευριπίδη, «κι ο ήλιος κι η νύχτα τους θνητούς υπηρετούν», θα ρωτούσα, γιατί ντε και καλά εμάς κι όχι τα μυρμήγκια και τις μύγες; Αφού και γι’ αυτά, η νύχτα είναι για ν’ αναπαύονται κι η μέρα για να βλέπουν και να κάνουν. Και σ’ όποιον πει ότι είμαστε άρχοντες των ζώων, μιας και τα κυνηγούμε και μετά τα καταβροχθίζουμε, θα ρωτήσω: Τι αποκλείει, εμείς να έχουμε γίνει για χάρη αυτών, αφού κι εκείνα μας κυνηγάνε και μας τρώνε; Και μάλιστα, εμείς για να τα πιάνουμε χρειαζόμαστε όπλα και δίχτυα και σκυλιά, χώρια που πρέπει να μαζευόμαστε πολλοί. Ενώ εκείνα τα προίκισε η φύση με δικά τους όπλα, κι έτσι ως προς αυτό είμαστε εμείς υποδεέστεροι.

Θα μου πείτε, ο θεός μάς έδωσε μυαλό, ώστε να μπορούμε να πιάνουμε και να κακομεταχειριζόμαστε τα άγρια θηρία· εδώ θα απαντήσω ότι επί τόσα χρόνια, προτού εμφανιστούν οι πόλεις κι οι τέχνες κι οι επικοινωνίες και τα όπλα και τα δίχτυα, οι άνθρωποι αρπάζονταν και καταβροχθίζονταν από τ’ άγρια θηρία· σπανιώτατα συνέβαινε το αντίστροφο. Άρα εδώ θα λέγαμε πως ο θεός τούς ανθρώπους τούς είχε μάλλον υποταγμένους στα άγρια ζώα. Μα, θα μου πείτε, οι άνθρωποι είναι ανώτεροι από τα ζώα, διότι ζούνε σε πόλεις και έχουν κράτη και αξιώματα και εξουσίες. Ε, λοιπόν, σιγά το πράμα. Και τα μυρμήγκια κι οι μέλισσες το ίδιο. Οι μέλισσες -τουλάχιστον αυτές- έχουν αρχηγό, διαβαθμίσεις, περίθαλψη, κάνουν πολέμους, εξοντώνουν τους ηττημένους, χτίζουν πόλεις, ακόμα και προάστια, αλλάζουν βάρδιες στη δουλειά, τιμωρούν τους τεμπέληδες -τους κηφήνες τουλάχιστον, που τους απελαύνουν.

Τα μυρμήγκια από τους αποθηκευμένους σπόρους κόβουν τα φύτρα για να μη βλαστήσουν, έτσι ώστε να τους μείνουν για ένα χρόνο. Επίσης, τα νεκρά μυρμήγκια τα αποθέτουν σε έναν τόπο που έχουν ξεχωρίσει ειδικά για αυτόν τον σκοπό· κι ο τόπος αυτός είναι για αυτά κάτι ανάλογο με τα δικά μας πάτρια μνήματα. Επίσης όταν συναντιούνται, έχουν τρόπο να συνεννοούνται μεταξύ τους και να μη χάνουν το δρόμο τους· χρησιμοποιούν φυσικά δική τους γλώσσα, έχουν δική τους κοινή λογική και νοήματα και συλλογικούς σκοπούς και σημαινόμενα.

Για πείτε μου τώρα, αν κάποιος από ψηλά από τον ουρανό ρίχνει μια ματιά στη γη, ποιες μεγάλες διαφορές νομίζετε ότι θα βρει ανάμεσα στα δρώμενα τα δικά μας και των μελισσών και των μυρμηγκιών; Ίσως μοναχά το ότι οι άνθρωποι καταγίνονται με τη μαγεία και τη βασκανία· μόνο που σ’ αυτά μας έχουν αφήσει πίσω τα φίδια κι οι αετοί: Από αντίδοτα τουλάχιστον κι από τρόπους να προλαβαίνουν και να απομακρύνουν το κακό, γνωρίζουν ουκ ολίγα -μέχρι και πέτρες χρησιμοποιούν για να σώζουν τα μικρά τους· και ξέρουν μυστικά που αν τύχει ποτέ να τα μάθει άνθρωπος, θα νομίζει πως κατέχει θαυμαστές γνώσεις.

Θα μου απαντήσουν, ότι ο άνθρωπος έχει συλλάβει την έννοια του θείου, κι αυτό τον κάνει ανώτερο από τα άλλα ζώα. Ας ξέρουν λοιπόν όσοι το ισχυρίζονται αυτό, ότι αυτή την ιδιότητα πολλά άλλα ζώα θα την διεκδικήσουν, και μ’ όλο τους το δίκιο. Γιατί, τι πιο θεϊκό από το να προβλέπει κανείς τα μελλούμενα και να τα φανερώνει; Αυτά λοιπόν οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να τα μαθαίνουν από τα άλλα ζώα και κυρίως από τα πουλιά. Κι όσοι καταλαβαίνουν τα σημάδια τους, υποτίθεται πως έχουν προφητικές ικανότητες. Επομένως, τα πουλιά και όσα άλλα ζώα είναι προικισμένα από το θεό με προφητικές ιδιότητες και μας γνωστοποιούν με σημάδια τα μελλούμενα, φαίνεται πως από τη φύση τους είναι πιο κοντά στον θεό, πιο σοφά και πιο αγαπητά σ’ αυτόν. Υπάρχουν μάλιστα άνθρωποι μυαλωμένοι που ισχυρίζονται ότι τα πουλιά έχουν δικό τους τρόπο επικοινωνίας φανερά ανώτερο από τους δικούς μας, και ότι αυτοί είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τα λεγόμενα τους και να το αποδεικνύουν έμπρακτα· προλέγουν φερ’ ειπείν ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα τους τα πουλιά θα αναχωρήσουν προς ένα ορισμένο σημείο και εκεί θα κάνουν κάτι συγκεκριμένο και τα όσα προλέγουν επαληθεύονται. Επίσης για τους ελέφαντες λένε πως τηρούν τους όρκους τους κι είναι πιο πιστοί από οποιοδήποτε άλλο ζώο, έχοντας επίγνωση της ύπαρξης του θεού. Οι δε πελαργοί είναι πιο ευσεβείς από τους ανθρώπους· ανταποδίδουν την αγάπη και τη φροντίδα των γονιών τους και τους πηγαίνουν τροφές. Ένα πουλί της Αραβίας, ο φοίνικας, κουβαλά στην Αίγυπτο τον νεκρό πατέρα του τυλιγμένο σε σμύρνα (βαλσαμόδεντρο) και τον αποθέτει στο τέμενος του ήλιου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν δημιουργήθηκαν τα πάντα για χάρη του ανθρώπου, όπως δεν δημιουργήθηκαν για χάρη του λιονταριού ή του αετού ή τού δελφινιού: Ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον θεό κατά τρόπο ώστε όλα τα μέρη του να συμβάλλουν στην ολοκλήρωση και την τελειότητα του. Τα πάντα έχουν υπολογιστεί ώστε να εξυπηρετούν, όχι το ένα το άλλο, αλλά το όλον και ο θεός για αυτό ενδιαφέρεται…

Φυσικά, θα βρούμε μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους λαούς, κι ωστόσο ο κάθε λαός πιστεύει ότι έχει τα καλύτερα έθιμα: Από τους Αιθίοπες, όσοι κατοικούν στην Μερόη λατρεύουν «μόνο το Δία και τον Διόνυσο» ενώ οι Αράβιοι την Ουρανία και τον Διόνυσο, και όλοι οι Αιγύπτιοι τον Όσιρι και την Ίσιδα, ενώ οι Σάτες την Αθηνά και οι Ναυκρατίτες, σχετικά πρόσφατα, αναγνώρισαν τον Σάραπη -κι οι υπόλοιποι, κατά επαρχίες, όπως καθένας συνηθίζει. Και άλλοι απέχουν από τα πρόβατα επειδή τα θεωρούν ιερά, άλλοι από τις κατσίκες, άλλοι από τους κροκόδειλους κι άλλοι, από σιχαμάρα, δεν τρώνε γουρούνια και αγελάδες. Οι Σκύθες πάλι, θεωρούν καλό να τρώνε και ανθρώπους· ενώ ανάμεσα στους Ινδούς υπάρχουν κι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο θείος νόμος τούς επιτρέπει να τρώνε ακόμα και τους γονείς τους. Κάπου το λέει και ο ίδιος ο Ηρόδοτος· θα χρησιμοποιήσω τα ίδια του τα λόγια για του λόγου το αληθές: «Αν κάποιος καλούσε όλους τους ανθρώπους και τους έβαζε να διαλέξουν ανάμεσα σ’ όλους τους νόμους τους καλύτερους, όλοι, αφού θα εξέταζαν το ζήτημα, θα προτιμούσαν τους δικούς τους· σε τέτοιο βαθμό πιστεύουν όλοι ότι οι δικοί τους νόμοι είναι οι καλύτεροι. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να γελάει μ’ όλα αυτά, εκτός κι αν είναι τρελός. Κι υπάρχουν ακόμα πολλές αποδείξεις για το πόσο όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στους δικούς τους νόμους. Μεταξύ άλλων και το εξής γεγονός: Όταν βασίλευε ο Δαρείος, κάλεσε τους Έλληνες που βρίσκονταν κοντά του και τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να φάνε τους γονείς τους όταν αυτοί θα πέθαιναν. Κι οι Έλληνες του είπαν ότι με τίποτα δεν θα το έκαναν αυτό. Ύστερα ο Δαρείος κάλεσε κάποιους Ινδούς, τους επωνομαζόμενους Καλατίες, που τρώνε τους γονείς τους. Μπροστά στους Έλληνες που παρακολουθούσαν το διάλογο μέσω διερμηνέα, τους ρώτησε με πόσα χρήματα θα δέχονταν να κάψουν στην πυρά τους νεκρούς γονείς τους· κι εκείνοι έβαλαν τις φωνές και τον παρακάλεσαν να σωπάσει. Τόσο πολύ πίστευαν οι άνθρωποι αυτά, και μου φαίνεται είχε δίκιο ο Πίνδαρος που είπε ότι ο νόμος είναι ο βασιλιάς όλων».

Κι αν (οι Ιουδαίοι) επειδή τάχα ξέρουν περισσότερα, περηφανεύονται και αποφεύγουν την επικοινωνία με τους άλλους, που υποτίθεται δεν είναι το ίδιο αγνοί μ’ αυτούς, ας μάθουν ότι ούτε καν η ιδέα του «Ουρανού» δεν τους ανήκει και για να μην αναφερθώ σε τίποτα άλλο, περιορίζομαι στους Πέρσες που, από παλιά είχαν εκφράσει την ίδια αντίληψη. «Γιατί πιστεύουν», λέει ο Ηρόδοτος, «ότι για να τελέσουν θυσία στον Δία πρέπει ν ανέβουν στα ψηλότερα βουνά, καθώς ολόκληρο τον ουράνιο κύκλο τον αποκαλούν Δία». Και δε νομίζω πως διαφέρει σε τίποτα, το να αποκαλείς τον Δία Ύψιστο ή Ζήνα ή Αδωναίο ή Σαβαώθ ή Αμούν, όπως οι Αιγύπτιοι, ή Παπαίο, όπως οι Σκύθες. Κι ούτε θα ‘πρεπε οι Ιουδαίοι να πιστεύουν πως είναι αγνότεροι από τους άλλους ανθρώπους επειδή κάνουν περιτομή —οι Αιγύπτιοι κι οι Κόλχες έχουν προηγηθεί σ αυτό. Ούτε επειδή απέχουν από το χοιρινό -κι οι Αιγύπτιοι απέχουν αυτοί μάλιστα δεν τρώνε ούτε κατσίκες ούτε πρόβατα ούτε βόδια· ούτε και ψάρια- κι ο Πυθαγόρας κι οι μαθητές του δεν έτρωγαν κουκιά ούτε κρέας.

Δεν μπορούν να βλέπουν ναούς και βωμούς και αγάλματα. Ούτε κι οι Σκύθες το μπορούν αυτό ούτε Νομάδες Λίβυοι, ούτε οι Κινέζοι οι άθεοι, ούτε και άλλα έθνη ασεβέστατα και αγριώτατα. Αλλά και το ότι κι οι Πέρσες την ίδια νοοτροπία έχουν, το αφηγείται ο Ηρόδοτος: «Γνωρίζω καλά ότι οι Πέρσες έχουν νόμους που απαγορεύουν να κατασκευάζονται αγάλματα, βωμοί και ναοί, αλλά και όσους τα κατασκευάζουν τους κατηγορούν ότι είναι τρελοί· μου φαίνεται πως αυτό συμβαίνει επειδή δεν πίστεψαν, όπως οι Έλληνες, ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη φύση». Κι ο Ηράκλειτος ακόμα, μια κάπως παρόμοια γνώμη εκφράζει: «Και προσεύχονται σ’ αυτά τα αγάλματα, πράγμα που δεν διαφέρει από το να κουβεντιάζει κανείς με τα ντουβάρια, μη γνωρίζοντας τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες». Ο Ηράκλειτος, χωρίς βέβαια να το εκφράζει άμεσα, αφήνει να εννοηθεί ότι είναι ηλίθιο το να προσεύχεσαι «στα αγάλματα», αν δεν έχεις ιδέα «τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες». Μ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζεται ο Ηράκλειτος· ετούτοι όμως καταφρονούν ανοιχτά τα αγάλματα. Αν πιστεύουν ότι δεν θα μπορούσε να είναι θεός η πέτρα ή το ξύλο ή ο χαλκός ή ο χρυσός τον οποίο δούλεψε ο τάδε ή ο δείνα, η σοφία τους είναι αστεία. Γιατί ποιος άλλος -αν βέβαια δεν είναι τελείως βλάκας- νομίζει ότι αυτά είναι θεοί και όχι αφιερώματα στους θεούς και αναθήματα με τη μορφή τους; Αν όμως πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε την εικόνα του θεού επειδή ο θεός έχει άλλη (μη ανθρώπινη) μορφή, όπως πιστεύουν κι οι Πέρσες, τους διαφεύγει ότι αντιφάσκουν όταν λένε ότι «ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο» ως «εικόνα» του και ως προς τη μορφή τον έπλασε όμοιο με τον εαυτό του. Θα το παραδεχτούν βέβαια ότι τα αγάλματα υπάρχουν για να τιμούνται κάποιοι -είτε όμοιοι είτε διαφορετικοί στην όψη- αλλά, θα πουν, δεν είναι θεοί αυτοί στους οποίους αφιερώνονται τα αγάλματα, παρά δαίμονες.

Εσύ βέβαια βρίζεις και κοροϊδεύεις τα αγάλματά τους, γιατί αν είχες μπροστά σου κι έβριζες τον ίδιο το Διόνυσο ή τον Ηρακλή δεν θα απομακρυνόσουν έτσι χαρούμενος· Ένας ιερέας του Απόλλωνα ή του Δία θα αποκρινόταν, «αργοπορημένα αλέθουν οι μύλοι των θεών», και «στα παιδιά των παιδιών που γεννιούνται τελευταία».

Ακόμη, οι πιο συνετοί των χριστιανών επιβάλλουν να μην ζυγώνει στις κοινότητες τους κανένας μορφωμένος, κανένας σοφός, κανένας λογικός· τέτοιες ιδιότητες τις θεωρούν κακές. Κι όμως, τι το κακό υπάρχει στο να μορφώνεται κανείς και να μελετάει τα λόγια των μεγάλων διανοητών, και να αποκτά σύνεση και σωφροσύνη; Σε τι εμποδίζουν αυτά τη γνώση του θεού; Δεν είναι αυτά οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην αλήθεια; […] Οι διδάσκαλοι τους πάλι, λένε: «Οι σοφοί αδιαφορούν πλήρως για τη χριστιανική μας διδασκαλία, γιατί η ίδια τους η σοφία τους παραπλανά και τους βάζει τρικλοποδιά» -πρόκειται για επιχειρήματα που σε κάθε τους λεπτομέρεια προκαλούν το γέλιο. Ακριβώς επειδή δεν μπορούν να πείσουν κάποιον μυαλωμένο, ψάχνουν ανάμεσα στους χαζούς. Εγώ θα παρομοίαζα τον χριστιανό δάσκαλο με τσαρλατάνο που ενώ υπόσχεται να αποκαταστήσει την υγεία κάποιου, τον αποτρέπει με κάθε τρόπο από το να πάει να κοιταχτεί σ’ έναν έμπειρο γιατρό, από φόβο μήπως τον εκθέσει η επιστημονική κατάρτιση του τελευταίου (άλλωστε, συμβαίνει αυτό και στην πραγματικότητα). Τρέχει σε κάτι νήπιους και ηλίθιους χωριάτες και τους λέει, «μη πηγαίνετε σε γιατρούς, όποιον υπόσχονται να θεραπεύσουν, τον καταστρέφουν», και, «προσοχή, κανείς σας να μην αγγίξει την γνώση, γιατί η γνώση είναι επικίνδυνο πράγμα, η γνώση είναι αρρώστια της ψυχής, η σοφία ισοδυναμεί με καταστροφή. Εμένα ν’ ακούτε, μόνο εγώ θα σας σώσω». Μου θυμίζει μεθυσμένο που κουβεντιάζει παρέα με άλλους μεθυσμένους και κατηγορεί τους ανθρώπους που δεν πίνουν ως μέθυσους. Ή μύωπα που κάνει κήρυγμα σε μύωπες, ότι οι άνθρωποι με δυνατή όραση έχουν πάθηση στα μάτια. Αυτά τους καταλογίζω, για να μην αναφερθώ σε όλα- γνώμη μου είναι ότι πέφτουν σε βαρύ σφάλμα γιατί η στάση τους είναι εξευτελιστική για το θεό και σκοπός τους είναι να προσφέρουν εύκολες ελπίδες στους μικρόψυχους, να τους κάνουν να βλέπουν υπεροπτικά τους καλύτερους τους και, δήθεν για το καλό τους, να τους αποφεύγουν.

Πόσοι άλλοι ακόμα δεν ξεστομίζουν τέτοιες παραδοξολογίες (περί αναστάσεως) για να πείσουν τους εύπιστους και να επωφεληθούν από την απάτη; Έτσι και ο Ζάμολξις,1 ο δούλος του Πυθαγόρα, τα ίδια έκανε στους Σκύθες, αλλά κι ο ίδιος ο Πυθαγόρας στην Ιταλία και ο Ραμψίνιτος στην Αίγυπτο. Αυτός ο τελευταίος μάλιστα, στον Άδη που κατέβηκε, όπως λένε, έπαιξε και ζάρια με τη Δήμητρα και επιστρέφοντας έφερε μαζί και το δώρο της, ένα χρυσό πετσετάκι. Κι άλλοι: Ο Ορφέας στους Οδρύσες, ο Πρωτεσίλαος στη Θεσσαλία, ο Ηρακλής στο Ταίναρο κι ο Θησέας.

Τους Διόσκουρους, τον Ηρακλή, τον Ασκληπιό και τον Διόνυσο, για τους οποίους οι Έλληνες πίστεψαν ότι από άνθρωποι έγιναν θεοί, -για όλα τα καλά που πρόσφεραν στην ανθρωπότητα-. Τον Ιησού, σαν πέθανε δεν τον ξαναείδε κανείς -μόνο τα μέλη της παρέας του επιμένουν πως τον είδαν. Τον Ασκληπιό πλήθος άνθρωποι, και Έλληνες και βάρβαροι, παραδέχονται ότι τον έχουν δει πολλές φορές, κι ότι εξακολουθούν και στις μέρες μας να τον βλέπουν, και μάλιστα όχι το φάντασμα του αλλά τον ίδιο, να θεραπεύει και να ευεργετεί και να προλέγει τα μελλούμενα. Ή ας πάρουμε την περίπτωση του Αριστέα του Προκοννήσιου, που εξαφανίστηκε με τρόπο θαυμαστό μπροστά από τα μάτια των ανθρώπων κι ύστερα ξαναεμφανίστηκε, και βρέθηκε σε πολλά μέρη του κόσμου. Τέτοια ήταν τα κατορθώματά του που, όπως λένε, ο Απόλλωνας έδωσε εντολή στους Μεταποντίνους να τον λατρεύουν σαν θεό. Κι όμως, κανείς δεν πιστεύει πια ότι ο Αριστέας είναι θεός. Όπως κανείς δεν θεωρεί θεό τον Άβαρη τον Υπερβόρειο που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχε τέτοια δύναμη που πετούσε απ’ άκρη σ’ άκρη της γης πάνω στο βέλος του. Ή μήπως δεν λένε για την ψυχή του Κλαζομένιου, που πολλές φορές εγκατέλειπε το σώμα και περιπλανιόταν μονάχη; Ούτε και τούτον θεώρησαν θεό οι άνθρωποι. Και ο Κλεομήδης από την Αστυπάλαια: Κλείστηκε μέσα σε μια κασέλα και όταν την έσπασαν οι διώκτες του για να τον συλλάβουν δεν τον βρήκαν μέσα· έγινε άφαντος, σαν από θεϊκό θαύμα. Από τέτοιες ιστορίες άλλο τίποτα. Κοντολογίς, αυτό που θέλω να πω είναι ότι κατά τον ίδιο τρόπο που οι Γέτες λατρεύουν τον Ζάμολξη και οι Κίλικες τον Μόψο κι οι Ακαρνάνες τον Αμφίλοχο κι οι Θηβαίοι τον Αμφιάρεω κι οι Λεβαδίτες τον Τροφώνιο. Τι λιγότερο έχουν ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος και ο Ηρακλής; Περιγελούν οι χριστιανοί όσους λατρεύουν τον Δία, αφού στην Κρήτη υπάρχει ο τάφος του, που τον επιδεικνύουν οι Κρήτες στους περιηγητές· και δεν καταλαβαίνουν ότι κι οι ίδιοι δεν κάνουν τίποτα λιγότερο από τους Κρήτες.

Θαύματα υπερφυσικά συνέβαιναν παντού και πάντα (λόγου χάρη, οι ευεργεσίες που πρόσφερε ο Ασκληπιός και οι προβλέψεις του για τα μελλούμενα στις πόλεις που ήσαν αφιερωμένες στη λατρεία του, όπως η Τρίκκη, η Επίδαυρος, η Κως και η Πέργαμος, ή ακόμα, η περίπτωση του Αριστέα του Προκοννήσιου ή κάποιου Κλαζομένιου ή του Κλεομήδη από την Αστυπάλαια).

Οι αρχαίοι μίλησαν αινιγματικά για κάποιον θεϊκό πόλεμο, ο Ηράκλειτος μάλιστα είπε τα εξής: «Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος μας συνέχει όλους, ότι η δικαιοσύνη είναι έριδα, και ότι όλα με την έριδα γεννιούνται και χάνονται». Και ο Φερεκύδης που ήταν πολύ παλιότερος από τον Ηράκλειτο, κατασκεύασε ένα μύθο όπου αντιπαρατάχθηκαν δυο αντίπαλες στρατιές, και στη μία έβαλε αρχηγό τον Κρόνο ενώ στην άλλη τον Οφιονέα και εξιστόρησε τις προκλήσεις και τις συμπλοκές τους, καθώς και το ότι έκαναν τη συμφωνία, όποια από τις δυο έπεφτε μέσα στον Ωγηνό θα ήταν η ηττημένη ενώ η άλλη, η νικήτρια θα κέρδιζε τον ουρανό. Έτσι θέλει ο μύθος και τα σχετικά με τις μυστικές ιστορίες των Τιτάνων και των Γιγάντων που μάχονταν ενάντια στους θεούς, αλλά και των Αιγυπτίων η μυθολογία που μιλάει για τον Τυφώνα, τον Ώρο και τον Όσιρι. Κι ο Όμηρος ακόμα, λίγο πολύ τα ίδια υπαινίσσεται με τον Ηράκλειτο και τον Φερεκύδη και όσους μιλούν για Τιτάνες και Γίγαντες, όταν βάζει τον Ήφαιστο να λέει στην Ήρα: «Kαι την άλλη φορά που πήγα να πάρω το μέρος σου μ’ έπιασε από το πόδι και με πέταξε από την θεϊκή κατοικία» και τον Δία να λέει στην Ήρα τα παρακάτω: «Αλήθεια δεν θυμάσαι, που κρεμόσουνα από ψηλά κι είχες στα πόδια δυο αμόνια και γύρω από τα χέρια δεσμά χρυσά που ‘ταν αδύνατο να σπάσεις; και κρεμόσουν στον αιθέρα και στα σύννεφα. Τι κι αν σε λυπήθηκαν οι θεοί μακριά από τον Όλυμπο, να σε λύσουν δεν μπόρεσαν σαν ήρθαν κοντά σου και τον άρπαξα και τον πέταξα από το κατώφλι κι έπεσε αδύναμος πάνω στη γη».

Οι λόγοι του Δία προς την Ήρα είναι λόγοι του θεού προς την ύλη. Κι οι λόγοι προς την ύλη μάς αφήνουν να καταλάβουμε ότι ο θεός, θεωρώντας ότι προηγουμένως η ύλη βρισκόταν σε αταξία, την ένωσε και την προίκισε με κάποιες συμμετρίες. Και τις θεότητες που την περιτριγύριζαν, όσες ήταν θρασείς, τις πέταξε μακριά τιμωρώντας τες με τον τρόπο αυτό. Έτσι αντιλαμβανόμενος τα ομηρικά έπη ο Φερεκύδης είπε: «Κάτω από κείνη την περιοχή είναι η περιοχή του Ταρτάρου. Την φυλάγουν οι θυγατέρες του Βορέα, οι Άρπυιες κι η Θύελλα, και εκεί ξαποστέλνει ο Δίας όποιον θεό αποθρασυνθεί». Οι ίδιες ιδέες εκφράζονται και με τον πέπλο που τυλίγει την Αθηνά και που όλοι τον βλέπουν όταν γίνεται η πομπή των Παναθηναίων. Συμβολίζει το ότι κάποια αγνή θεά που δεν γεννήθηκε από μητέρα επιβάλλει την ισχύ της πάνω στους αυτόχθονες θεούς που αποθρασύνθηκαν. Τέτοια νοήματα έχουν οι μύθοι των Ελλήνων.

..στο παρελθόν κάποιοι θαυμαστοί άνθρωποι έχουν πει ότι η ευτυχισμένη ζωή είναι για τις ψυχές εκείνων που έχουν τους θεούς με το μέρος τους. Κι άλλοι μίλησαν για τα Νησιά των Μακάρων, άλλοι για το «Ηλύσιο πεδίο» σαν έρθει η λύτρωση από τα δεινά που υπάρχουν εδώ. Όπως λέει και ο Όμηρος: «Σε Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης θα σε στείλουν οι αθάνατοι, εκεί που ‘ναι εύκολη πολύ η ζωή».

Ο Πλάτων όμως, που πιστεύει ότι η ψυχή είναι αθάνατη, τον τόπο όπου στέλνεται, την «γη» για την ακρίβεια, την περιέγραψε ως εξής: «Ο κόσμος είναι πάρα πολύ μεγάλος»,είπε, «και εμείς που κατοικούμε από την Φάσι μέχρι τις Ηράκλειες στήλες, βρισκόμαστε σ’ ένα ελάχιστο μέρος του, μαζεμένοι γύρω από τη θάλασσα, όπως ακριβώς τα μυρμήγκια ή τα βατράχια γύρω από ένα τέλμα, και άλλοι πολλοί κατοικούν σε πολλούς τέτοιους τόπους. Γιατί υπάρχουν παντού γύρω στη γη πολλές κοιλότητες κάθε είδους και ως προς τις μορφές και ως προς τα μεγέθη, στις οποίες συρρέουν και το νερό και η ομίχλη και ο αέρας. Ενώ αυτή η γη απλώνεται καθαρή στον καθαρό ουρανό». Το τι ακριβώς παρουσιάζει με όλα αυτά ο Πλάτων, δεν είναι εύκολο να το γνωρίζει ο καθένας. Δεν μπορεί ο καθένας να καταλάβει τι εννοεί όταν λέει: «Εξ αιτίας της αδυναμίας και της βραδύτητας δεν μπορούμε να διασχίσουμε τον αέρα μέχρι τα ανώτατα στρώματα» και «αν η ανθρώπινη φύση άντεχε να κοιτάξει, θα μάθαινε ότι εκείνος είναι ο αληθινός ουρανός και το αληθινό φως».

Έχουν και ένα ηθικό παράγγελμα που λέει να μην αποκρούομε αυτόν που μας κάνει κακό: «Αν σου χτυπάει την μία παρειά, εσύ να προσφέρεις και την άλλη». Παλιό κι αυτό· κι ενώ είχε προηγουμένως ειπωθεί με πολύ καλύτερο τρόπο, ετούτοι το επανέλαβαν πιο χοντροκομμένα. Γιατί και ο Πλάτωνας βάζει το Σωκράτη με τον Κρίτωνα να λένε τα εξής:
– Με κανένα τρόπο επομένως δεν πρέπει να είμαστε άδικοι.
– Με κανένα, βέβαια.
– Συνεπώς, ούτε όταν κάποιος αδικείται πρέπει να ανταποδίδει την αδικία, όπως σκέπτονται οι πολλοί, αφού δεν πρέπει να αδικούμε με κανένα τρόπο.
– Είναι φανερό πως όχι.
– Τι λες λοιπόν, Κρίτωνα, πρέπει κανείς να κάνει κακό ή όχι;
– Και βέβαια δεν πρέπει, Σωκράτη.
– Τότε; Είναι δίκαιο, όπως λένε οι πολλοί, να ανταποδίδει το κακό αυτός που κακοποιείται ή δεν είναι δίκαιο;
– Σε καμία περίπτωση.
– Διότι το να κάνεις κακό στους ανθρώπους δεν διαφέρει σε τίποτα από το να τους αδικείς.
– Σωστά μιλάς.
– Επομένως, ούτε να ανταποδίδεις την αδικία πρέπει ούτε να κάνεις κακό σε κανέναν άνθρωπο, ακόμα κι αν σ’ έχει βλάψει.

Αυτά λέει ο Πλάτωνας, και συνεχίζει με τα παρακάτω: «Σκέψου λοιπόν και συ καλά και αποφάσισε, ποιο από τα δυο· συμφωνείς μαζί μου και τούτα σου φαίνονται σωστά και ξεκινάμε από το σημείο αυτό, ότι ποτέ δεν είναι σωστό ούτε να αδικείς ούτε να ανταποδίδεις την αδικία ούτε να αμύνεσαι όταν σου κάνουν κακό ανταποδίδοντας το- ή έχεις άλλη γνώμη και δεν συμφωνείς με αυτή την αρχή; Εγώ πάντως και παλιότερα και τώρα ακόμα αυτής της γνώμης είμαι». Τον Πλάτωνα λοιπόν αυτά τον ικανοποιούσαν, και τα ίδια πίστευαν, από πιο παλιά ακόμα, οι θείοι άνδρες.

Οι χριστιανοί ελπίζουν ότι ύστερα από τα επίγεια βάσανα θα φτάσουν στα πέρατα των ουρανών, πιστεύοντας ότι υπάρχουν επτά ουρανοί. […] Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η ψυχή ακολουθεί το δρόμο των πλανητών. Αυτά υπαινίσσονται και οι λόγοι των Περσών και η τελετή του Μίθρα που γίνεται στη χώρα τους. Γιατί υπάρχει σ’ αυτήν το σύμβολο των δύο κύκλων του ουρανού -του κύκλου των απλανών και του κύκλου των πλανητών αλλά κι ένα διάγραμμα της διάβασης της ψυχής μέσα από αυτούς: Μια κλίμακα με επτά πύλες και πάνω απ’ αυτήν υπάρχει μια όγδοη πύλη. Η πρώτη πύλη είναι από μόλυβδο, η δεύτερη από κασσίτερο, η τρίτη χάλκινη, η τέταρτη σιδερένια, η πέμπτη από κράμα μετάλλων, η έκτη από άργυρο και η έβδομη είναι χρυσή. Η πρώτη είναι, λένε, του Κρόνου, δικαιολογώντας με το μόλυβδο τη βραδύτητα του άστρου, η δεύτερη της Αφροδίτης, παραβάλλοντας τη λάμψη και την ευκαμψία του κασσίτερου με τη θεά, η τρίτη που ‘ναι στερεή και δουλεμένη με χαλκό, του Δία· η τέταρτη του Ερμή που ‘ναι καρτερικός σ’ όλες τις δουλειές και καταγίνεται με τα χρήματα (και επειδή το σίδερο θέλει πολλή δουλειά και κατεργασία)· η πέμπτη του Άρη, επειδή φτιαγμένη καθώς είναι από κράμα, είναι περίπλοκη και χωρίς ομαλότητα· η έκτη, η αργυρή, της Σελήνης, κι η έβδομη, η χρυσή, του Ήλιου -οι δυο τελευταίες παίρνουν από τα χρώματα της Σελήνης και του Ήλιου. Θα μπορούσε κανείς, αν ήθελε, να βάλει πλάι-πλάι τα περσικά και τα χριστιανικά και να βρει τις διαφορές.

Σας λέω λοιπόν, Ιουδαίοι και χριστιανοί, ότι θεός και παιδί θεού, ούτε κατέβηκε ούτε μπορεί ποτέ να κατεβεί στη γη. ..Είναι ανάγκη να απαριθμήσω τα όσα έχουν προφητευτεί με λόγια θεόπνευστα είτε από τους προφήτες των μαντείων είτε από ιερείς και ιέρειες του Ερμή, τα όσα αξιοθαύμαστα ακούστηκαν από τα άδυτά τους;.. Μάλιστα, καλέ μου φίλε, όπως ακριβώς εσύ πιστεύεις σε αιώνιες κολάσεις, κάτι παρόμοιο πιστεύουν και οι ερμηνευτές -οι ιερείς και οι μυσταγωγοί- εκείνων των ιερών. Και με τις κολάσεις που εσύ απειλείς τους άλλους, εκείνοι απειλούν εσένα. Ποια από τα δυο είναι πιο αληθινά και ποια υπερτερούν, αυτό είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί. Γιατί στα λόγια κι οι δύο πλευρές υποστηρίζετε η καθεμιά τα δικά της· ..Γι’ αυτούς όμως που ελπίζουν ότι η ψυχή ή ο νους (είτε πνευματικό θέλουν να τον αποκαλούν είτε πνεύμα διανοητικό, ιερό και μακάριο είτε ψυχή ζωντανή είτε έκγονο θείας και ασώματης φύσης υπερουράνιο και άφθαρτο είτε ο,τιδήποτε άλλο τους αρέσει), θα παραμείνουν αιώνια με το θέλημα του θεού, γι’ αυτούς θα μιλήσω. Γιατί έχουν δίκιο να πιστεύουν ότι όσοι έζησαν ενάρετα θα βρουν την ευδαιμονία ενώ οι άδικοι θα υποφέρουν από αιώνια δεινά, κι ακόμα, ότι αυτό το δόγμα ούτε αυτοί ούτε κανένας άλλος άνθρωπος δεν πρόκειται να το εγκαταλείψει.

Επειδή όμως οι άνθρωποι γεννήθηκαν δεμένοι μ’ ένα κορμί, είτε διότι έτσι υπαγόρευε η οικονομία του κόσμου είτε τιμωρούμενοι για τα σφάλματα τους είτε επειδή η ψυχή βάρυνε από κάποια πάθη και βρίσκεται εδώ μέχρι να εξαγνιστεί με τους καθορισμένους κύκλους (και καταπώς λέει ο Εμπεδοκλής, πρέπει η ψυχή «να απέχει τριάντα χιλιάδες χρόνια από τη χώρα των μακάρων»), και με τον χρόνο να αποκτά κάθε είδους μορφή που μπορούν να πάρουν οι θνητοί· αξίζει λοιπόν να πειστούν ότι οι άνθρωποι έχουν παραδοθεί σε κάποιους που διευθύνουν το δεσμωτήριο αυτό·

…από τα λεγόμενα των Αιγυπτίων: Ότι δηλαδή, αφού διαιρέθηκε το ανθρώπινο σώμα από τριάντα έξι δαίμονες ή ουράνιες θεότητες (μερικοί μιλούν για πολύ περισσότερους) σε ισόποσα μέρη, τάχθηκε να ορίζει ο καθένας το δικό του μέρος. Οι θεοί αυτοί είναι γνωστοί με τα ονόματα που έχουν πάρει από την ντόπια διάλεκτο, όπως λόγου χάρη Χνουμήν, Χναχουμήν, Κνατ, Σικάτ, Βιού, Ερού, Ερεβίου, Ραμανόρ και Ρειανοόρ και όσα άλλα ονόματα χρησιμοποιούν στη γλώσσα τους· και καλώντας αυτούς θεραπεύουν τις παθήσεις των μερών του σώματος. Τι εμποδίζει λοιπόν να τους τιμά κανείς και αυτούς και άλλους ακόμα, αν προτιμά την υγεία από την αρρώστια, την ευτυχία από τη δυστυχία, και το να ζει όσο γίνεται πιο μακριά από βασανιστήρια και τιμωρίες;

Θέλει όμως προσοχή, αν πρόκειται κάποιος να συναναστραφεί αυτές τις θεότητες, να μη γίνει ένα με τη λατρεία τους και, αγαπώντας υπερβολικά το σώμα, απομακρυνθεί από τα ύψιστα αγαθά και τα λησμονήσει. Πρέπει, άλλο τόσο, να πιστεύει τους σοφούς άνδρες που λένε ότι οι περισσότερες επίγειες θεότητες, έτσι όπως είναι μπλεγμένες στον κόσμο των φθαρτών και καθηλωμένες με το αίμα και την κνίσσα και τα άσματα και άλλα παρόμοια, δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα περισσότερο από το να θεραπεύσουν ένα κορμί ή προφητεύσουν το μέλλον ενός ανθρώπου ή μιας πόλης και να κάνουν ό,τι άλλο ξέρουν ή μπορούν, σχετικό με πράξεις θνητές. Καλό λοιπόν είναι να τιμούμε αυτές τις θεότητες στον βαθμό που μας συμφέρει· γιατί ο ορθός λόγος δεν υπαγορεύει ότι κάτι τέτοιο είναι ούτως ή άλλως υποχρεωτικό. Και πιο σωστό είναι να θεωρήσουμε ότι οι θεότητες δεν χρειάζονται τίποτα και δεν έχουν την ανάγκη κανενός· απλώς χαίρονται με τους ανθρώπους που τους δείχνουν ευσέβεια.

Τον (ύψιστο) θεό όμως δεν πρέπει να τον εγκαταλείπουμε ούτε μέρα ούτε νύχτα, ούτε όταν βρισκόμαστε με άλλους ούτε σαν είμαστε μόνοι· και με λόγια και με έργα, αλλά και χωρίς αυτά, η ψυχή μας ας τείνει πάντα προς τον θεό…

..Αν βέβαια κάποιον που λατρεύει τον θεό τον διατάξουν να δείξει ασέβεια ή να μιλήσει υβριστικά, αυτός δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να συμμορφωθεί- ας προτιμήσει να υπομείνει κάθε είδους μαρτύριο, κάθε είδους θάνατο, όχι μόνο πριν ξεστομίσει αλλά πριν καν σκεφτεί κάτι ανόσιο για τον θεό. Αν όμως σε προστάξουν να δοξάσεις τον Ήλιο ή την Αθηνά, πολύ πρόθυμα να τους δοξάσεις μ’ έναν ωραίο παιάνα· αν τους υμνείς και αυτούς, δείχνεις έτσι καλύτερα ότι τιμάς τον μεγάλο θεό· έτσι γίνεται τελειότερος ο σεβασμός στον θεό: Όταν τα περιλαμβάνει όλα. ..«Ένας είναι ο βασιλιάς που ο γιος του πανούργου Κρόνου του ‘δωσε την εξουσία».

Όμως ούτε και το άλλο που λες, δεν πρέπει να το ανεχτούμε: Ότι αν οι τωρινοί βασιλιάδες μας ηττηθούν επειδή πείστηκαν από σένα, με τον ίδιο τρόπο θα πείσεις και κείνους που θα βασιλεύσουν αμέσως μετά, κι έπειτα άλλους που κι αυτοί θα νικηθούν και στη συνέχεια άλλους· ώσπου κάποτε -αφού θα ‘χουν ηττηθεί όλοι όσοι σε πίστεψαν-, κάποια εξουσία πιο συνετή, βλέποντας το τι συμβαίνει και προκειμένου να χαθεί πρώτα η ίδια, θα σας αφανίσει όλους.

Εξάλλου, όποιος φαντάζεται ότι είναι δυνατό να συμφωνήσουν σε έναν νόμο οι Έλληνες και οι βάρβαροι που νέμονται την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική μέχρι τα πέρατα της γης, δεν ξέρει τι του γίνεται.

Κέλσος, ‘Αληθής Λόγος’, Έκδοση «Θυραθέν»
____________________

1 Ζάμολξις ή Ζάλμοξις (6ος αι. π.Χ.). Νομοθέτης και θρησκευτικός αρχηγός των Γετών Θρακών. Ο Ζ. ήταν Γέτης που χρημάτισε πολλά χρόνια δούλος του Πυθαγόρα στη Σάμο και ενστερνίστηκε τη φιλοσοφία του. Αργότερα, απελευθερώθηκε από τον Πυθαγόρα και συσσώρευσε μεγάλο πλούτο. Ταξίδεψε στην Αίγυπτο και σε πολλές πόλεις της Ιωνίας. Έπειτα επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου δεν άργησε να επιβληθεί με τη σοφία του. Δίδασκε πως μετά τον θάνατο οι άνθρωποι μεταβαίνουν σε έναν τόπο όπου απολαμβάνουν όλα τα αγαθά. Στο μεταξύ, κατασκεύασε υπόγεια κατοικία, όπου εγκαταστάθηκε κρυφά και έζησε τρία ολόκληρα χρόνια, αφήνοντας να θεωρηθεί πως πέθανε. Οι Γέτες τον θρηνούσαν για νεκρό, ξαφνικά όμως, τον τέταρτο χρόνο, εμφανίστηκε ανάμεσά τους, σαν να είχε αναστηθεί και ενίσχυσε έτσι τη διδασκαλία του περί αθανασίας και την πίστη των ανθρώπων πως ο ίδιος ήταν υπερφυσικό ον. Μετά τον θάνατό του, λατρεύτηκε από τους Γέτες σαν θεός. Δηλαδή, κάθε πέντε χρόνια διάλεγαν με κλήρο έναν άγγελο που του παράγγελναν τι έπρεπε να ζητήσει από τον Ζ. Ύστερα τον θυσίαζαν, ρίχνοντάς τον από ψηλά στις αιχμές τριών ακοντίων, που τα κρατούσαν όρθια τρεις άντρες.

..είναι φυσικό όλοι οι άνθρωποι να περνούν δυστυχίες- το κακό είναι μια αναγκαιότητα και άλλη πατρίδα δεν έχει·
..ο κίνδυνος ωθεί στην συντροφικότητα ισχυρότερα από κάθε όρκο.

 

Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: