RSS

Ελληνοτουρκικά – Η αρχή του κακού

06 Mar

Τα σημέια και το πέρασμαΕσωτερικό Αφήγημα […]Ο βασικός όμως λόγος ήταν άλλος : αντέδρασε εντονότατα η Ρωσία με διαβήματα τόσο προς την πλευρά των Αγγλο-Γάλλων όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την μη συμμετοχή των Ελλήνων στο εγχείρημα της ΑΝΤΑΝΤ για την κατάληψη των Στενών με χερσαίες αποκλειστικά ελληνικές δυνάμεις ή τυχόν συμμετοχή των Ελλήνων ομού με δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ για τον ίδιο σκοπό. Διότι έβλεπε τους Έλληνες ως ανταγωνιστές· στην προσπάθειά της να επεκτείνει την κυριαρχία της στην Κωνσταντινούπολη, τον Βόσπορο και τα Στενά του Ελλησπόντου και την ευρύτερη ενδοχώρα, καθότι θεωρούσε ότι από την εποχή του Τσάρου Πέτρου του Μεγάλου (1672 – 1725) οι προαναφερόμενες περιοχές ανήκαν δικαιωματικά στη Ρωσία ως διάδοχο του Βυζαντίου. Έτσι με τις ενέργειές της ματαίωσε την συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Μάλιστα δε αξίωσε και πέτυχε από τους Αγγλο-Γάλλους να αναγνωρίσουν την αξίωσή της επί της Κωνσταντινουπόλεως, των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων και να της εγγυηθούν ότι μετά τον νικηφόρο τερματισμό του πολέμου θα περιέλθουν ως έπαθλο σ’ αυτήν οι περιοχές αυτές σε ανταπόδοση των τεράστιων θυσιών που υφίστατο ο Ρωσικός λαός χάριν της ΑΝΤΑΝΤ. –

Στις 3 Αυγούστου 1914 με την εισβολή των Γερμανών στο ουδέτερο Βέλγιο, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η κήρυξη του πολέμου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της υπαίθρου και των πόλεων των εμπολέμων κρατών, οι οποίοι πίστευαν πεπλανημένα ότι ο πόλεμος επρόκειτο να διαρκέσει το πολύ μέχρι τα Χριστούγεννα του ιδίου έτους (1914). Κατά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τόσο ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο τότε Βασιλεύς της Ελλάδος Κωνσταντίνος διακήρυξαν ότι η Ελλάδα σκοπεύει να παραμείνει Ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος όμως πίστευε ότι η Ουδετερότητα δεν είναι πολιτική, έτσι έπεισε τον Κωνσταντίνο να δηλώσουν προς τις Δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης ή άλλως Εγκαρδίου Συνεννοήσεως (Αγγλίας – Γαλλίας – Ρωσίας) ότι αποφάσισαν να προσχωρήσουν στο Συνασπισμό τους. Πράγματι στις 18 Αυγούστου 1914 από κοινού ο Πρωθυπουργός και ο Βασιλεύς της Ελλάδος ανακοίνωσαν στο Παρίσι και στο Λονδίνο ότι από την στιγμή εκείνη έπρεπε να θεωρούν την Ελλάδα ως σύμμαχό τους. Το Παρίσι όμως και το Λονδίνο απάντησαν ότι αποδέχονται την προσφορά της Ελλάδος, μόνο εφόσον συνοδεύεται και από όμοια προσφορά της Βουλγαρίας, Τουρκίας και Ρουμανίας. Φοβούνταν προφανώς ότι εάν σε αυτό το στάδιο αποδέχονταν την προσφορά μόνο της Ελλάδος υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ, η Βουλγαρία και η Τουρκία που είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα τόσο με την Ελλάδα όσο και μεταξύ τους, και συγκεκριμένα τότε η Βουλγαρία εποφθαλμιούσε την Μακεδονία και την Ανατολική Θράκη, υπήρχε κίνδυνος να προσχωρήσουν είτε η Βουλγαρία είτε η Τουρκία είτε αμφότερες στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Έτσι η προσφορά της Ελλάδος για συμμαχία με την ΑΝΤΑΝΤ κατά το στάδιο αυτό παρέμεινε μετέωρη.

Στο μεταξύ στις 11 Αυγούστου 1914 το γερμανικό θωρηκτό “Γκαίμπεν” και το εύδρομο (ελαφρύ ταχύπλοο) καταδρομικό “Μπρεσλάου” αφού κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταδίωξη ισχυρών αγγλικών και γαλλικών πολεμικών, μπόρεσαν να εισέλθουν έγκαιρα στα Στενά των Δαρδανελλίων και να αγκυροβολήσουν μπροστά στη Κωνσταντινούπολη. Για να μην τα παραδώσουν οι Νεότουρκοι Ταλαάτ, Εμβέρ, Τζεμάλ, Τζαβήτ κ.λ.π. που τότε είχαν τον πολιτικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο συμμαχικό στόλο της ΑΝΤΑΝΤ που απαιτούσε την άμεση παράδοσή τους, διότι η Τουρκία ήταν τότε σε κατάσταση Ενόπλου Ουδετερότητας, ισχυρίσθηκαν ότι τα αγόρασαν από τους Γερμανούς. Προκειμένου μάλιστα να πείσουν τους Άγγλους – Γάλλους ότι η φημολογούμενη πώληση είχε συντελεσθεί πράγματι, μετονόμασαν το μεν θωρηκτό “Γκαίμπεν” σε Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ” και το ελαφρύ καταδρομικό “Μπρεσλάου” σε “Μιδιλλί”, αλλά όμως και τα δύο εξακολουθούσαν να έχουν γερμανικά πληρώματα και να τελούν υπό τις διαταγές του ναυάρχου Φον Ουζεδόμ. Παρά την σημαντική ενίσχυση του τουρκικού στόλου με τα πολεμικά αυτά, η Τουρκία δίσταζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Για να δώσει ένα τέλος στην εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί και στο εντεύθεν αδιέξοδο για τα γερμανικά συμφέροντα, ο ναύαρχος Φον Ουζεδόμ όπως ο ίδιος λέει πήρε την απόφαση και την ευθύνη φυσικά να οδηγήσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο από το οποίο να μην μπορεί να υπάρξει για την Τουρκία καμία επιστροφή. Έτσι στις 16 Οκτωβρίου 1914 αφού τέθηκε επί κεφαλής του θωρηκτού “Γκαίμπεν” που είχε μετονομασθεί σε “Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ” και του ελαφρού καταδρομικού “Μπρεσλάου” που είχε μετονομασθεί σε “Μιδιλλί” καθώς επίσης και των τορπιλοβόλων του τουρκικού στόλου που τελούσαν υπό γερμανική διοίκηση, σήκωσαν τις άγκυρες και κατευθύνθηκαν στη Μαύρη θάλασσα. Σύντομα ο κόσμος επρόκειτο να μάθει συνταρακτικά νέα : Το θωρηκτό “Γκαίμπεν” βομβάρδισε την Οδησσό και το καταδρομικό “Μπρεσλάου” αποθήκες πετρελαίου στο Νοβορωσίσκ. Δύο ημέρες αργότερα ο Οθωμανός Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ ο Ε’ είχε στα χέρια του την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Ρωσίας, την οποία ακολούθησαν εντός ολίγου χρόνου και οι αντίστοιχες της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία σύρθηκε εκούσα – άκουσα στη Παγκόσμια Σύρραξη, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.

Μετά την εξέλιξη αυτή η Μεγάλη Βρετανία για αντίποινα προσάρτησε οριστικά στη Βρετανική Αυτοκρατορία την νήσο Κύπρο, (1ο κακό – Η επιμόλυνση της Κύπρου.)  η οποία της είχε εκχωρηθεί από την Τουρκία ως εκδήλωση ευαρέσκειας για την σθεναρή στάση της να εμποδίσει την Ρωσία να διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον Μεγάλο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο των ετών 1877 – 1878. Για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία σχετικά με τις ήδη εκφρασμένες προθέσεις τους, τα πολεμικά της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας βομβάρδισαν με σφοδρότητα τον μήνα Οκτώβριο 1914 τα εξωτερικά οχυρά της εισόδου των Δαρδανελλίων. Παρά την επίδειξη ισχύος εκ μέρους των ναυτικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, η κατάσταση παρέμεινε στο μέτωπο αυτό στάσιμη.

Οι δύο μεγάλοι συνασπισμοί ΑΝΤΑΝΤ (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία-Ιταλία) και οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία-Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία) συγκρούονταν για την κυριαρχία στην Ευρώπη και στον Κόσμο, ερευνούσαν να βρουν τρόπους που θα έδιναν την δυνατότητα γρήγορης νίκης του ενός συνασπισμού εναντίον του άλλου και αναζητούσαν με επιμονή συμμάχους. Μέσα στα πλαίσια του τρομερού αυτού ανταγωνισμού εντάσσεται και το δέλεαρ της εκχώρησης της ΙΩΝΙΑΣ στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η πίεση που ασκήθηκε στην Ελλάδα προκειμένου να μπει στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ ήταν πολύ μεγάλη, και ήταν εκείνη που προκάλεσε τον Εθνικό διχασμό, (2ο κακό – Ο Εθνικός Διχασμός) διότι διαμορφώθηκαν δύο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές γραμμές που τις υποστήριζαν φανατικοί οπαδοί. Κορυφαίοι πρωταγωνιστές των αντιθέτων πολιτικών αντιλήψεων ήσαν ο τότε Βασιλεύς Κωνσταντίνος από την μία πλευρά και ο τότε Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος από την άλλη. Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να πράξει αναλόγως. Ενώ ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να μπει αμέσως στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ καθόσον προέβλεπε ότι επρόκειτο να είναι ο βέβαιος νικητής στη παγκόσμια αυτή σύρραξη, διότι έτσι μόνο κατά τον Βενιζέλο μπορούσε να επεκτείνει την εθνική της κυριαρχία στις ακτές και στην ενδοχώρα της ΙΩΝΙΑΣ στη Μικρά Ασία σε βάρος της Τουρκίας, η οποία από εσφαλμένο υπολογισμό είχε συνταχθεί με το μέρος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, από το οποίο σφάλμα οι Έλληνες έπρεπε να επωφεληθούν οπωσδήποτε. Ο Κωνσταντίνος αντιθέτως υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αποφύγει τον πειρασμό αυτό για να μην μπει σε περιπέτειες. Ο Εθνικός Διχασμός θεωρείται ως μία από τις βασικές αιτίες της Μικρασιατικής Καταστροφής, την έξωση των Ελλήνων από την ΙΩΝΙΑ με την οποία ουσιαστικά τερματίζεται ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, δοθέντος ότι η Μικρασιατική εκστρατεία συνδέεται αναπόσπαστα με αυτόν του οποίου άλλωστε αποτελεί φυσική προέκταση.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1915 οι Ρώσοι ζήτησαν επειγόντως από την Βρετανία να παραβιάσει τα Δαρδανέλια για να την ανεφοδιάσει με όπλα και πολεμικό υλικό, διότι ευρίσκετο σε δεινή θέση πιεζόμενη από τους Γερμανούς στο ανατολικό ευρωπαϊκό θέατρο πολέμου και από τους Τούρκους στο μέτωπο του Καυκάσου. Η Ρωσία δεν είχε έλλειψη από άνδρες· είχε έλλειψη από όπλα και πολεμοφόδια για να συνεχίσει να μάχεται στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τότε ήταν που ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου σε ηλικία μόλις 36 ετών, διείδε τις τεράστιες προοπτικές και ευκαιρίες που θα προέκυπταν για τους συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ από την παραβίαση των Στενών. Η Τουρκία αυτομάτως θα ετίθετο εκτός μάχης, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία θα προσχωρούσαν τότε στο στρατόπεδο της ΑΝΤΑΝΤ. Η Ρωσία θα ανεφοδιαζόταν με πακτωλό πολεμικού υλικού· αλλά και με σημαντικές ενισχύσεις από τις εφεδρείες των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ. Οπότε η Γερμανία και η Αυστρία θα περιβαλλόταν από ένα σιδερένιο κλοιό και πιεζόμενες και από το Δυτικό και από το Ανατολικό Μέτωπο θα κατέρρεαν σύντομα. Την προοπτική αυτή ο Τσώρτσιλ εργάσθηκε με ζήλο για να την πραγματοποιήσει. Αρχικά αποφασίσθηκε να γίνει η παραβίαση των Στενών από μόνο τον ενωμένο Αγγλο-Γαλλικό στόλο, η θέα του οποίου και μόνο στα νερά της Προποντίδας και του Βοσπόρου μπροστά στην Κωνσταντινούπολη θα παρέλυε την θέληση αντιστάσεως των Τούρκων. Το Βρετανικό Πολεμικό Συμβούλιο όμως δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία του Τσώρτσιλ ότι ο Αγγλο-Γαλλικός στόλος μπορεί να παραβιάσει τα Στενά με αιφνιδιαστική ενέργεια. Ο ναύαρχος Κάρντεν εξέφρασε την άποψή του ότι “τα Στενά δεν μπορούν να παραβιαστούν αιφνιδιαστικά, αλλά μία παρατεταμένη επιχείρηση με πολλά πλοία θα μπορούσε να είναι επιτυχής”.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1915 η φοβερή συμμαχική αρμάδα εμφανίζεται μπροστά στα Στενά και αρχίζει ένας ανελέητος βομβαρδισμός των φρουρίων της εξωτερικής ζώνης που διαρκεί με διαλείμματα λόγω κακοκαιρίας μέχρι τις 4 Μαρτίου 1915. Και στις 7 και 8 Μαρτίου συνεχίζει το σφυροκόπημα των φρουρίων της εσωτερικής αυτήν την φορά ζώνης (περιοχή Τσανάκ Καλέ). Πανικός κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να καταφύγει στο Δορύλαιο (Εσκή Σεχίρ) της Μικράς Ασίας. Δεν πανικοβλήθηκαν όμως όλοι. Ένας από αυτούς ήταν και ο Υπουργός Πολέμου στη κυβέρνηση των Νεοτούρκων, Εμβέρ Πασάς. Η επισήμανση του Εμβέρ, ότι το εγχείρημα των Αγγλο-Γάλλων για την παραβίαση των Στενών για να είχε πιθανότητα επιτυχίας έπρεπε να μην διεξαχθεί μόνο από τον πολεμικό στόλο αλλά να συνοδεύεται παράλληλα και από χερσαίες επιχειρήσεις για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ήταν απολύτως ορθή. Αυτή ήταν και η γνώμη του Ελληνικού Επιτελείου που μελέτησε σχετικά το θέμα· το οποίο έκρινε περαιτέρω ότι για να υπάρξει ενδεχόμενο επιτυχίας η χερσαία δύναμη που θα χρησιμοποιούταν έπρεπε να είναι τουλάχιστον 40.000 άνδρες. Έχοντας κατά νουν αυτά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος πίστευε όπως και ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ ότι η παραβίαση των Στενών των Δαρδανελλίων από τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ θα επέφερε εντός ολίγου την κατάρρευση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, και θέλοντας η Ελλάδα να ευρεθεί το ταχύτερο στο πλευρό των αυριανών νικητών, προσέφερε στους Αγγλο-Γάλλους κατά μήνα Φεβρουάριο του 1915 την συμμετοχή του ελληνικού στόλου καθώς και ενός εκστρατευτικού σώματος από 40.000 άνδρες.

Όταν όμως ήλθε η στιγμή να υλοποιηθεί το σχέδιο της εκστρατείας για την Καλλίπολη, το Ελληνικό Επιτελείο εξέφρασε τις ανησυχίες και τους φόβους του σχετικά με το εγχείρημα αυτό, οι οποίες ήσαν οι εξής: Η Τουρκία ήδη από τον μήνα Σεπτέμβριο του 1914 που έκλεισε τα Στενά στη Διεθνή Ναυσιπλοΐα και πριν ακόμη κηρύξει τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ επιστρατεύθηκε και έθεσε στην υπηρεσία των Κεντρικών Αυτοκρατοριών 500.000 άνδρες κατανεμημένους σε 5 στρατιές που περιελάμβαναν 13 σώματα στρατού. Η 1η και 2η στρατιά παρέμειναν στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως για την άμυνα των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως των αντιπάλων της από το σημείο εκείνο. Η 3η στρατιά προοριζόταν για την δυτική Αρμενία, η 4η για την Μεσοποταμία και η 5η, που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να καταλάβει την Αίγυπτο ή εν πάση περιπτώσει να απειλεί το μέρος εκείνο εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Συρίας και Παλαιστίνης.
Συνεπώς το ελληνικό αποβατικό σώμα των 40.000 ανδρών που επρόκειτο να επιχειρήσει να καταλάβει την χερσόνησο της Καλλιπόλεως, θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες που δεν θα ήταν εύκολο να υπερπηδηθούν. Στη περίπτωση αυτή θα ζητούσε ενισχύσεις· εάν του αποστελλόταν, υπήρχε κίνδυνος να αποψιλωθούν τα ελληνικά σώματα στρατού στη Μακεδονία. Εάν τούτο συνέβαινε, υπήρχε το ενδεχόμενο να μπει στον πειρασμό ο Τσάρος Φερδινάνδος της Βουλγαρίας να εισβάλει με τον στρατό του στη Μακεδονία. Αντιλαμβάνεται κανείς σ’ αυτή την περίπτωση σε ποιο τεράστιο κίνδυνο θα περιέρχονταν η Χώρα με το να μάχεται συγχρόνως εναντίον δύο αντιπάλων σε δύο μέτωπα που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Έτσι εγκαταλείφθηκε το εγχείρημα για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως από τον Ελληνικό στρατό.

Ο βασικός όμως λόγος ήταν άλλος : αντέδρασε εντονότατα η Ρωσία με διαβήματα τόσο προς την πλευρά των Αγγλο-Γάλλων όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την μη συμμετοχή των Ελλήνων στο εγχείρημα της ΑΝΤΑΝΤ για την κατάληψη των Στενών με χερσαίες αποκλειστικά ελληνικές δυνάμεις ή τυχόν συμμετοχή των Ελλήνων ομού με δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ για τον ίδιο σκοπό. Διότι έβλεπε τους Έλληνες ως ανταγωνιστές· στην προσπάθειά της να επεκτείνει την κυριαρχία της στην Κωνσταντινούπολη, τον Βόσπορο και τα Στενά του Ελλησπόντου και την ευρύτερη ενδοχώρα, καθότι θεωρούσε ότι από την εποχή του Τσάρου Πέτρου του Μεγάλου (1672 – 1725) οι προαναφερόμενες περιοχές ανήκαν δικαιωματικά στη Ρωσία ως διάδοχο του Βυζαντίου. Έτσι με τις ενέργειές της ματαίωσε την συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Μάλιστα δε αξίωσε και πέτυχε από τους Αγγλο-Γάλλους να αναγνωρίσουν την αξίωσή της επί της Κωνσταντινουπόλεως, των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων και να της εγγυηθούν ότι μετά τον νικηφόρο τερματισμό του πολέμου θα περιέλθουν ως έπαθλο σ’ αυτήν οι περιοχές αυτές σε ανταπόδοση των τεράστιων θυσιών που υφίστατο ο Ρωσικός λαός χάριν της ΑΝΤΑΝΤ. (Οι Μπολσεβίκοι όταν αργότερα κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έβαλαν στο αρχείο τις αξιώσεις του Τσάρου Νικολάου Β’ για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά ως αναχρονιστικές.)

Τα φρούρια των Δαρδανελλίων παρά το τρομερό σφυροκόπημα που δέχθηκαν επί πολλές ημέρες από τα πολεμικά του Αγγλο-Γαλλικού στόλου, ελάχιστες ζημίες υπέστησαν. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 26 Φεβρουαρίου μέχρι 18 Μαρτίου έγινε προσπάθεια εκκαθάρισης των ναρκοπεδίων στην είσοδο των Στενών. Παρά την πολυήμερη προσπάθεια δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν και να αλιεύσουν όλες τις νάρκες, πράγμα που επρόκειτο να έχει οδυνηρές συνέπειες για τον Αγγλο-Γαλλικό στόλο. Σύμφωνα με τον Ουΐνστον Τσώρτσιλ στις 18 Μαρτίου 1915 η συμμαχική αρμάδα από 17 θωρηκτά (ντρέντνοτ) με επικεφαλής το υπέρ-θωρηκτό Queen Elizabeth, ακολουθούμενο από τα θωρηκτά Αγαμέμνων, Λόρδος Νέλσων και Ίνφλεξιμπλ (Inflexible) υπό την ηγεσία του ναυάρχου De Robeek κινήθηκε μεγαλόπρεπα προς την είσοδο των Στενών κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως του ηλίου πλέοντας σε καταγάλανα νερά. Από απόσταση 13 χιλιομέτρων τα τηλεβόλα των θωρηκτών εξαπέλυσαν καταιγισμό πυρός κατά των εξωτερικών φρουρίων των Στενών, σε λίγο προστέθηκε και το πυρ των υπολοίπων πολεμικών του στόλου. Τα τηλεβόλα των Τουρκικών οχυρών απάντησαν και εκείνα και το πυρ γενικεύθηκε. Τα τεράστια σκάφη μετακινούνταν συνεχώς και μέσα σε στήλες ύδατος από τις βολές των Τουρκικών πυροβολαρχιών βομβάρδιζαν προς τα φρούρια με όλα τους τα τηλεβόλα, τα οποία καλύφθηκαν από νέφη σκόνης και καπνού που τα διέσχιζαν εκτυφλωτικές αστραπές. Λίγο πριν από τις 14.00 μ.μ. το πυρ των πυροβολαρχιών των φρουρίων έχει σχεδόν σιγήσει· ορισμένα όμως φρούρια εξακολουθούν έστω μεμονωμένα να βάλλουν ακόμη· η αιτία είναι η έλλειψη πυρομαχικών.

ΔαρδανέλιαΤότε ένας συμμαχικός στολίσκος από ναρκαλιευτικά προχωρεί μέσα στα Στενά για να εκκαθαρίσει τα ναρκοπέδια. Όταν όμως τα θωρηκτά που ακολουθούσαν έφθασαν στο λαιμό των Στενών στη περιοχή του Τσανακ Καλέ, το στενότερο σημείο των Δαρδανελλίων, συνέβη η καταστροφή. Ήταν 4.20 όταν το θωρηκτό Ινφλεξίμπλ προσέκρουσε σε νάρκη, μετά από τρία λεπτά συνέβη το ίδιο στο θωρηκτό Ιρρεζιστίμπλ (Irresistible) το οποίο και βυθίστηκε. Ενώ το Γαλλικό θωρηκτό Μπουβιέ (Bouvet) ανατινάχθηκε από τις εύστοχες βολές των τηλεβόλων του φρουρίου Αναντολού Χαμιντιέ (Anadolu Hamidie), που ήταν επανδρωμένο αποκλειστικά από Γερμανούς. Το θωρηκτό Ωκεανός (Ocean) που έσπευσε προς βοήθεια του Ιρρεζιστίμπλ βυθίστηκε επίσης από νάρκη· επλήγη επίσης και το Γαλλικό θωρηκτό Γκωλουά (Gaulois). Η απώλεια τριών θωρηκτών, οι σοβαρές ζημίες που υπέστησαν άλλα τέσσερα καθώς και η καταβύθιση πολλών τορπιλλοβόλων και άλλων μικρότερων σκαφών, έκαναν τον ναύαρχο De Robeeck που συγκλονίστηκε από το θέαμα των πλοίων που βυθίζονταν και άκουγε τις φωνές των ναυαγών να διακόψει την επιχείρηση. Αποφασίστηκε όμως να συνεχισθεί· αλλά την επόμενη φορά με την συμμετοχή και χερσαίων δυνάμεων.

Είχε δίκιο συνεπώς το Ελληνικό Επιτελείο όταν έλεγε ότι για να ευοδωθεί η εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων, έπρεπε να γίνει συνδυασμένη επιχείρηση ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων.[1] Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 18 Μαρτίου 1915 που απέτυχε με παταγώδη τρόπο η προσπάθεια παραβιάσεως των Στενών αποκλειστικά με ναυτικές δυνάμεις, μέχρι τις 25 Απριλίου 1915 που έγινε η πρώτη απόβαση χερσαίων δυνάμεων από Αγγλο-Γάλλους στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, δεν το άφησε ανεκμετάλλευτο ο Γερμανός στρατηγός Όθων Λίμαν Φον Σάντερς (Offo Liman von Sanders), που ήταν επικεφαλής των 500 Γερμανών της στρατιωτικής αποστολής στην Τουρκία καθώς και των Τουρκικών στρατευμάτων που ήσαν επιφορτισμένα με την άμυνα της περιοχής. Ο Λίμαν Φον Σάντερς κατά το διάστημα αυτό διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, χρησιμοποίησε τορπιλοβόλα, περιόδευσε έφιππος, πολύ συχνά και πεζός όταν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά προκειμένου να επισημάνει τα επίκαιρα σημεία για απόβαση. Οι 24 ώρες του ημερονυκτίου του φαινόταν λίγες, διότι είχε ως αξίωμα, ότι ο εχθρός που επιχειρεί απόβαση πρέπει οπουδήποτε να βρει αντίσταση. Έπρεπε να προετοιμάσει την άμυνα ακτών συνολικού μήκους 150 περίπου μιλίων, και διέθετε 84.000 άνδρες από τους οποίους σύμφωνα με τις τουρκικές εκθέσεις μάχιμοι ήσαν 62.000.

Ο Λίμαν Φον Σάντερς χρησιμοποίησε ως ένα από τους βοηθούς του τον Αντισυνταγματάρχη τότε Μουσταφά Κεμάλ. (3ο κακό – Η ανάδυση του Κεμάλ.) Ήταν μόλις 34 ετών και η εκστρατεία της Καλλιπόλεως υπήρξε γι’ αυτόν χωρίς αμφιβολία η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Είχε αναμιχθεί στο κίνημα των Νεοτούρκων αλλά ήταν παραγκωνισμένος. Η ευθύνη που ανέλαβε στην Καλλίπολη και ο εξαιρετικός τρόπος με τον οποίο την έφερε σε πέρας τον έκαναν τότε γνωστό και στους Τούρκους και διεθνώς. Χάρις στις άοκνες προσπάθειες του Λίμαν Φον Σάντερς η χερσόνησος της Καλλιπόλεως μεταβλήθηκε σε ένα σύστημα χαρακωμάτων, προχωμάτων, αμυντικών γραμμών, οχυρών πάσης φύσεως και συρματοπλεγμάτων. Την άμυνα της χερσονήσου είχε αναλάβει η 5η Τουρκική στρατιά που είχε δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό. Η οποία είχε το Στρατηγείο της στην Καλλίπολη, αποτελούμενη από πέντε μεραρχίες με συνολική δύναμη 80.000 άνδρες, που μπορούσε να ενισχυθεί ταχύτατα από δεκαπέντε (15) μεραρχίες στην Ασιατική ακτή, την Θράκη και στην πόλη της Σμύρνης. Επί πλέον σύμφωνα με την Διεύθυνση της Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου, άλλες έξι (6) μεραρχίες στις οποίες είχε ανατεθεί η φύλαξη των Στενών του Βοσπόρου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία. Η συνολική συνεπώς Τουρκική δύναμη που μπορούσε να διατεθεί για την άμυνα της Καλλιπόλεως, υπερέβαινε τις 200.000 άνδρες. Έναντι αυτών των δυνάμεων οι Αγγλο-Γάλλοι μπόρεσαν να συγκεντρώσουν στα νησιά του Αιγαίου Ίμβρο, Τένεδο και Λήμνο 80.000 άνδρες, από τους οποίους 65.000 Βρετανοί και 17.000 Γάλλοι.

Η Χερσόνησος της ΚαλλίποληςΗ χερσόνησος της Καλλιπόλεως αποτελεί το δυτικό τμήμα των Δαρδανελλίων, έχει μήκος 75 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 6 μέχρι 18 χιλιόμετρα. Καλύπτεται από όρη, χωρίς εκτεταμένες πεδιάδες εκτός από το δυτικό της άκρο, εμφανίζει σειρά από οροπέδια που έχουν ύψος από 150 έως 200 μέτρα, με κωνικές κορυφές, όπως το Μπουργάζ Τεπέ με 472 μέτρα και το υψηλότερο σημείο της περιοχής Ακί ή Ατσί Μπαμπά με ύψος 225 μέτρα, που έγινε περίφημο από τις λυσσώδεις μάχες που διεξήχθησαν μεταξύ Βρετανών και Τούρκων για την κατάληψή του. Όσοι επιχειρούν να πραγματοποιήσουν απόβαση στο τμήμα αυτό, είτε στην δυτική είτε στην ανατολική ακτή ευρίσκονται μπροστά σε εντελώς απόκρημνα αντερείσματα που ορθώνονται όπως τα τείχη. … μέχρι να φθάσουν τελικά στο οροπέδιο του Κιλίντ Μπαχρ και να εξουδετερώσουν το ομώνυμο φρούριο που ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας για να μπει στην Προποντίδα και να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Μαύρη Θάλασσα και την Ρωσία ο ενωμένος Αγγλο-Γαλλικός στόλος. Αντιλαμβάνεται κανείς τις τρομακτικές δυσχέρειες του όλου εγχειρήματος, που δεν άφηναν περιθώρια για επιτυχία. Τούτο φάνηκε από την πρώτη στιγμή που πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 η απόβαση αγημάτων από Βρετανούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, που έμειναν γνωστοί οι δύο τελευταίοι (Αυστραλοί-Νεοζηλανδοί) ως ΑΝΖΑCS από τα αρχικά τους, Ινδούς, Γάλλους, Σενεγαλέζους, στα προκαθορισμένα σημεία του νοτίου άκρου της χερσονήσου, και άρχισε αμέσως μία τραγωδία που επρόκειτο να διαρκέσει επί μήνες, μία τραγωδία που οδήγησε στον τάφο δεκάδες χιλιάδες άνδρες.

Επιχείρηση ΚαλλίποληΑπό την πρώτη ημέρα της αποβάσεως (25/4/1915) των Αυστραλών και Νεοζηλανδών, στην αμμώδη παραλία του Γκαμπά Τεπέ που περιβαλλόταν από απόκρημνα βράχια, οι Τούρκοι εκτόξευσαν εναντίον των ANZACS που αριθμούσαν 12.000 άνδρες ισχυρές αντεπιθέσεις προκειμένου να τους ρίξουν στην θάλασσα. Δεν το πέτυχαν όμως, αλλά συγκράτησαν την περαιτέρω προέλασή τους. Ο Μουσταφά Κεμάλ που ήταν διοικητής της 19ης Τουρκικής μεραρχίας και ήταν συγκεντρωμένη στη περιοχή της Μαδύτου ως γενική εφεδρεία, μόλις πληροφορήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 την έναρξη εχθρικής αποβάσεως στην ακτή του Γκαμπά Τεπέ, συνειδητοποίησε ότι εάν τα στρατεύματα των ANZACS καταλάμβαναν τα υπερκείμενα υψώματα που δέσποζαν στην περιοχή του Τσουνούκ Μπαΐρ θα γινόταν κύριοι της καταστάσεως, έτσι με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία τέθηκε επικεφαλής της μεραρχίας του και έσπευσε να τα καταλάβει. Όταν έφθασε στο απειλούμενο σημείο συνοδευόμενος από 200 άνδρες της εμπροσθοφυλακής της μεραρχίας του, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να αναχαιτίσει τις δυνάμεις των ANZACS που αναρριχώνταν ήδη στο ύψωμα του Τσουνούκ Μπαϊρ. Έρριψε στην μάχη διαδοχικά ολόκληρη την δύναμη της μεραρχίας του, και έτσι μπόρεσε μετά από απεγνωσμένη αντίσταση να κρατήσει τα υψώματα, τα οποία αν είχαν περιέλθει στους Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς θα είχε δημιουργηθεί ενδεχομένως κρίσιμη κατάσταση για τις Τουρκικές δυνάμεις της χερσονήσου.

Στις 26, 27 και 28 Απριλίου 1915 συνεχίσθηκαν με αμείωτη ένταση οι επιχειρήσεις στην χερσόνησο, με βαρύτατες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 29, 30 Απριλίου και 1η Μαΐου διεκόπησαν προσωρινά οι μάχες για να αναπαυθούν και να ανασυγκροτηθούν και να λάβουν ενισχύσεις. Τις πρώτες ημέρες του Μαΐου αναζωπυρώθηκαν οι μάχες με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα. Προσπάθεια του Αγγλο-Γαλλικού στόλου να παραβιάσει τα Στενά κατέληξε και πάλι σε τραγωδία. Τρία Αγγλικά θωρηκτά: το Γολιάθ, το Τριούμφ και το Μάτζεστικ καταβυθίστηκαν. Ενώ κατά τις χερσαίες επιχειρήσεις που διεξήχθησαν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο με την ίδια όπως και πριν σφοδρότητα, τραυματίσθηκε βαριά ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ και αντικαταστάθηκε από τον Μπαγιού. Κατά μήνα Αύγουστο του 1915 το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα επιχείρησε μία τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση με δώδεκα (12) μεραρχίες από τις οποίες δύο Γαλλικές, με αιφνιδιαστική απόβαση στον κόλπο της Σούβλας στο δυτικό άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, πολύ βορειότερα από τα υπόλοιπα προγεφυρώματα, με αντικειμενικό σκοπό την αποκοπή των Τουρκικών δυνάμεων που είχαν παραταχθεί σε κάθε ένα από τα αρχικά προγεφυρώματα, η οποία αν επιτύγχανε μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Και αυτή η μεγάλη επιχείρηση που διήρκεσε από τις αρχές Αυγούστου έως τις 22 Αυγούστου 1915, απέτυχε όπως και οι προηγούμενες με τεράστιες απώλειες για τους Αγγλο-Γάλλους.

Μετά την τελευταία μεγάλη αποτυχία του εκστρατευτικού σώματος των Αγγλο-Γαλλικών δυνάμεων οι επιχειρήσεις αποτελματώθηκαν, και οι μύγες και η δυσεντερία που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τους ταλαιπώρησαν αφάνταστα και η απογοήτευση τους εξουθένωσαν εντελώς. Έτσι από τον Οκτώβριο αποφασίστηκε η μεταφορά του Αγγλο-Γαλλικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και άρχισε η αποχώρηση των πρώτων μονάδων. Η οριστική εκκένωση της χερσονήσου της Καλλιπόλεως έγινε μεταξύ Δεκεμβρίου 1915 και Ιανουαρίου 1916. Η Εκστρατεία των Δαρδανελλίων υπήρξε καταστρεπτική για την ΑΝΤΑΤ, από τους 410.000 Βρετανούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, Ινδούς της Κοινοπολιτείας δεκάδες χιλιάδες έχασαν την ζωή τους ενώ οι υπόλοιποι από τις 210.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες τραυματίστηκαν, αρρώστησαν ή καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Ενώ από τους 80.000 Γάλλους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία 40.000 από 47.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες έχασαν την ζωή τους και οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, αρρώστησαν και καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Η Τραγική αποτυχία της εκστρατείας των Αγγλο-Γάλλων στα Δαρδανέλια είχε και άλλες δυσάρεστες συνέπειες για την συμμαχική υπόθεση: ώθησε την Βουλγαρία του Τσάρου Φερδινάνδου προς την πλευρά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ενώ η Ρουμανία που ήταν έτοιμη να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, ανέβαλε τα σχέδιά της για το μέλλον εμμένοντας στην ουδετερότητα. Συγχρόνως η Σερβία που είχε αποκρούσει δύο εισβολές αυστροουγγρικών στρατευμάτων τον Αύγουστο και τους μήνες Νοέμβριο – Δεκέμβριο του 1914, τώρα αντιμετώπιζε ακόμη μεγαλύτερη από τις δύο προηγούμενες φορές απειλή, η οποία προερχόταν από την πανίσχυρη Γερμανο-Αυστριακή στρατιά του στρατάρχη Φον Μάκενσεν από 200.000 άνδρες, η οποία μετά την συντριβή των Ρώσων έσπευδε να συντρίψει και τους ατίθασους Σέρβους με την συνδρομή της Βουλγαρίας, προκειμένου οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες να αποκτήσουν απ’ ευθείας σύνδεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω Βουλγαρίας.

Όταν στις 5 Οκτωβρίου 1915 η Σερβία δέχθηκε την επίθεση της στρατιάς του Φον Μάκενσεν από τον Βορρά και στις 11 του ιδίου μηνός την επίθεση 200.000 Βουλγαρικού στρατού από τα νώτα, επειδή συνθλίβεται μέσα σ’ αυτήν την σιδερένια λαβίδα και ευρίσκεται σε απόγνωση, ικετεύει την Ελλάδα να σπεύσει στο πλευρό της επικαλούμενη την Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913, που υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να σπεύδει το ένα σε βοήθεια του άλλου όταν το ένα από αυτά απειλείται από τρίτο κράτος. Το Ελληνικό Επιτελείο είχε την γνώμη ότι η Συνθήκη του Βουκουρεστίου αφορούσε την περίπτωση ενδοβαλκανικής συρράξεως, και όχι την περίπτωση παγκοσμίου συρράξεως. Ερμηνεία την οποία είχε υιοθετήσει και ο πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος κατά το προηγούμενο έτος (1914), όταν ζητήθηκε δύο φορές από την Σερβία να την συνδράμει η Ελλάδα. Τώρα όμως κατά τον πρωθυπουργό είχαν αλλάξει τα δεδομένα διότι οι Αγγλο-Γάλλοι απέσυραν τις μεραρχίες τους από την Καλλίπολη και τις αποβίβαζαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με σκοπό να βοηθήσουν τους Σέρβους. Το Επιτελείο όμως αντέτεινε ότι οι δυνάμεις των Αγγλο-Γάλλων που είχαν αποβιβαστεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ήσαν επιχειρησιακά έτοιμες να συγκρουστούν με την στρατιά του Φον Μάκενσεν και τους συμμάχους του Βουλγάρους ήσαν μόλις 30.000 άνδρες. Στο μεταξύ η Ελληνική Επιστράτευση που είχε κηρυχθεί στις 23 Σεπτεμβρίου 1915 την επομένη της Γενικής Επιστρατεύσεως της Βουλγαρίας, δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη (Οκτώβριος 1915). Αλλά και αν είχε ολοκληρωθεί η συνολική δύναμη του Ελληνικού στρατού δεν υπερέβαινε τις 150.000 άνδρες, από τους οποίους 100.000 έπρεπε να διατεθούν για την φύλαξη της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, καθόσον έτερη δύναμη από 250.000 Βουλγαρικού στρατού εκρατείτο ως εφεδρεία στο σημείο εκείνο, και μόνο 50.000 άνδρες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μαζί με τις 30.000 άνδρες του Αγγλο-Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος για στρατιωτική υποστήριξη των Σέρβων. Δυνάμεις ανεπαρκείς για να συγκρατήσουν και να σώσουν τον Σερβικό στρατό από τις Γερμανο-Βουλγαρικές στρατιές που αριθμούσαν συνολικά 400.000 άνδρες, αλλά και να αποτρέψουν εισβολή του εν λόγω στρατού στο Ελληνικό έδαφος σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Επιτελείου και η επικρεμάμενη εισβολή απετράπη.

Ό,τι είχε απομείνει από τον νικημένο Σερβικό στρατό υποχώρησε δίνοντας σκληρές μάχες με τους διώκτες του και κατέφυγε μέσω Αλβανίας στο Δυρράχιο, και από εκεί με τα πλοία της ΑΝΤΑΝΤ μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα για ανασυγκρότηση. Μετά από εννέα μήνες απραξίας οι Βούλγαροι και οι σύμμαχοί τους Γερμανοί έχοντας αντιληφθεί ότι οι συμμαχικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που είχαν αναπτυχθεί στο Ελληνικό έδαφος της Μακεδονίας κατά μήκος της Ελληνο-Βουλαγρικής Μεθορίου, προετοιμαζόταν να επιτεθούν κατά της Βουλγαρίας για να μη μπορέσει να πλήξει από τα νώτα την Ρουμανία που σχεδίαζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, για να τους προλάβουν επιτέθηκαν πρώτοι κατά μήνα Αύγουστο του 1916. Εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος από τα δυτικά όπου αφού εκτόπισαν τους Σέρβους που είχαν αναπτυχθεί στον τομέα αυτό κατέβαλαν την Φλώρινα. Αλλά και από τα ανατολικά αφού εισήλθαν στο έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας απέκλεισαν τις δυνάμεις του Δ’ Ελληνικού Σώματος Στρατού μέσα στις πόλεις Σέρρες, Δράμα και Καβάλα συνολικής δυνάμεως 9.000 ανδρών, το οποίο μετά από εντολή της κυβερνήσεως των Αθηνών δεν προέβαλε αντίσταση· και μη έχοντας δυνατότητα διαφυγής δέχθηκε να μεταφερθεί στη Γερμανία και να παραμείνει εκεί μέχρι τέλους του πολέμου σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Η κυβέρνηση των Αθηνών στην οποία δεν συμμετείχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε τη γνώμη ότι το δόγμα της ουδετερότητας έπρεπε να τηρείται χωρίς παρεκκλίσεις από τους αδύναμους, οι οποίοι, είναι επικίνδυνο να μπερδεύονται στις συγκρούσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου.

Η εμμονή στο δόγμα της ουδετερότητας μετά την εισβολή και κατοχή ελληνικών εδαφών στη Μακεδονία από Γερμανο-Βουλγαρικές δυνάμεις, δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Η αντίληψη ότι εάν εξερχόταν η Ελλάδα από την ουδετερότητα μπορούσε να υποστεί την μοίρα της Σερβίας του 1915 και την μοίρα της Ρουμανίας που συνετρίβη από τις δυνάμεις των κεντρικών Αυτοκρατοριών κατά το χρονικό διάστημα Αυγούστου-Δεκεμβρίου 1916, δεν ευσταθούσε διότι στην Μακεδονία είχαν συγκεντρωθεί ισχυρές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που απέκλειαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κατά συνέπεια το κίνημα ομάδας αξιωματικών στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1916 υπέρ της εξόδου της χώρας από την ουδετερότητα, και η προσχώρηση σ’ αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 9 Οκτωβρίου του ιδίου έτους ήταν αναμενόμενη. Η συγκρότηση από τον Βενιζέλο κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης είχε ως επακόλουθο να διαιρεθεί η Ελλάδα σε δύο κράτη: εκείνο των Αθηνών και εκείνο της Θεσσαλονίκης. Αναπόφευκτη κατόπιν τούτου ήταν η μετά από πιέσεις των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου στις 30 Μαΐου 1917 και η αυτοεξορία του που επακολούθησε. Έτσι από την 1η Ιουνίου 1917 το κράτος περιήλθε εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο του ιδιοφυή Έλληνα Πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος αμέσως κήρυξε γενική επιστράτευση προκειμένου η Ελλάδα να συμμετάσχει το ταχύτερο δυνατόν με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά του κοινού εχθρού, ώστε να μπορεί από θέσεως ισχύος να διαπραγματευθεί με τους αυριανούς νικητές τις ελληνικές αξιώσεις για εδαφικές προσαρτήσεις που θα καθιστούσαν την Ελλάδα μεγάλη περιφερειακή δύναμη στη Μεσόγειο.[2]

Και ενώ η Ευρώπη πνίγεται κυριολεκτικά στο αίμα της η Ελλάδα κατάφερε να μην παρασυρθεί από την λαίλαπα. Τούτο οφείλεται στο ότι ο Εθνικός Διχασμός – η σύγκρουση μεταξύ δύο αντιθέτων πολιτικών θέσεων σχετικά με το αν η Ελλάδα έπρεπε να εισέλθει στον πόλεμο ευθύς εξ αρχής υπέρ της μίας πλευράς, ή αν έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να ενεργήσει αναλόγως· όσο και αν φαίνεται περίεργο είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα. Καθυστέρησε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Μπήκε το τελευταίο έτος του πολέμου (1918) με ακέραιες τις δυνάμεις της και με υψηλό ηθικό έχοντας επικεφαλής ένα ιδιοφυή πολιτικό και μία στρατιά από 200.000 λόγχες που άστραφτε και βρόνταγε. Πρώτο λαμπρό δείγμα του νέου στρατού που δημιουργήθηκε ήταν η μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν που έγινε στην 17 Μαΐου 1918 στην οποία οι Έλληνες διέπρεψαν ιδιαιτέρως. Προηγήθηκε στις 16 Μαΐου σφοδρός 24ωρος κανονιοβολισμός των Βουλγαρικών αμυντικών θέσεων και στις 4.55 το πρωί της 17 Μαΐου πίσω από το κινητό φράγμα του πυροβολικού εξαπολύθηκε η έφοδος των Ελληνικών ταγμάτων. Πέρασαν σαν σίφουνας το φράγμα του Βουλγαρικού πυροβολικού και μέσα σε 10 λεπτά το τάγμα Παπαγιάννη κατέλαβε με έφοδο την κορυφή του Σκρα. Τα άλλα τάγματα έφθασαν επίσης πολύ γρήγορα τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς τους. Τόσο γρήγορα μάλιστα που το Αγγλο-Γαλλικό πυροβολικό νομίζοντας ότι τα Ελληνικά τάγματα που είχαν καταλάβει τα οχυρώματα ήσαν εχθρικά άρχισε να βάλει εναντίον τους. Οι Έλληνες όμως δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν την ακάθεκτη έφοδο μέχρι που κατέλαβαν ολόκληρο το συγκρότημα προς γενική κατάπληξη και θαυμασμό. Οι απώλειες όμως ήσαν πολύ βαριές: συνολικά 2.600 άνδρες. Η υπέροχη συνεισφορά των Ελλήνων στη κοινή συμμαχική προσπάθεια επαναλήφθηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (1918) κατά την γενική έφοδο που κατέληξε στην Συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1918. Οι απώλειες όμως και πάλι ήσαν βαριές: συνολικά 3.400 άνδρες.

Στις 30 Οκτωβρίου 1918 ο Άγγλος Κάλθορπ υπέγραψε με την Τουρκία την ανακωχή του Μούδρου, ως αναπόφευκτη συνέπεια για τις ήττες που είχε υποστεί από τους Άγγλους στα μέτωπα της Παλαιστίνης, Συρίας και Μεσοποταμίας μετά από σκληρή και παρατεταμένη αντίσταση που δημιούργησε πολλά προβλήματα στους νικητές. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι συμμαχικοί στόλοι της ΑΝΤΑΝΤ εισέπλευσαν στην Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά). Μαζί με τα πλοία αυτά εισέπλευσε και το θρυλικό ελληνικό θωρηκτό Αβέρωφ, που καταναυμάχησε την Τουρκική αρμάδα κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως αλλόφρων από ενθουσιασμό χαιρέτησε το ένδοξο πολεμικό, που αφού πέρασε μεγαλόπρεπα μπροστά από την παράταξη των συμμαχικών πολεμικών, αγκυροβόλησε απέναντι ακριβώς από την Αγία Σοφία και τα Σουλτανικά Ανάκτορα του Ντολμά Μπαξέ. Στις 3 Νοεμβρίου 1918 υπέγραψε και η Αυστροουγγαρία ανακωχή με τους συμμάχους. Στις 11 Νοεμβρίου 1918 και η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή με τους συμμάχους, μετά από την αποτυχία της τελευταίας μεγάλης προσπάθειά της μεταξύ Μαρτίου-Ιουλίου 1918 να διασπάσει το Δυτικό Μέτωπο με 1.000.000 επί πλέον άνδρες που μετέφερε από το Ανατολικό Μέτωπο μετά την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφση, που υπέγραψε στις 3 Μαρτίου 1918 με εκπροσώπους των Μπολσεβίκων.

Έτσι τυπικά έληξε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος που εκτός από τα αναρίθμητα θύματα και τις τεράστιες οικονομικές καταστροφές που προκάλεσε έθεσε σε κίνηση κοινωνικές δυνάμεις, που από καιρό πριν επιζητούσαν να γίνουν ρυθμιστές στις παγκόσμιες εξελίξεις και να αλλάξουν το κοινωνικό status quo με βίαια μέσα – επανάσταση, για ένα καλύτερο όπως πίστευαν κόσμο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι επίσης ο τροχός που έθεσε εκ νέου σε κίνηση μία ιδέα – την Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων όπως είναι ευρύτερα γνωστή η πολιτική και συγχρόνως στρατιωτική προσπάθεια για ενοποίηση όλων των Ελληνικών – χριστιανικών πληθυσμών που βρισκόταν και στις δύο ακτές του Αιγαίου κάτω από την ίδια στέγη – να υλοποιηθεί έστω και προσωρινά.

[1]. Οι Asquith, Kitchener, Churchill και Hankey πραγματοποίησαν συνάντηση στις 30 Μαρτίου και συμφώνησαν να προχωρήσουν σε αμφίβια απόβαση. Το Επιτελείο του Ελληνικού Στρατού ενημέρωσε τον Kitchener ότι θα χρειαστεί 150.000 άνδρες για να πάρει την Καλλίπολη. Ο Κίτσενερ απέρριψε τη συμβουλή και κατέληξε ότι μόνο ο μισός από τον αριθμό αυτόν ήταν απαραίτητος. Ο Kitchener έστειλε την έμπειρη 29η Βρετανική Μεραρχία να συμμετάσχει με τα στρατεύματα από την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τα Γαλλικά αποικιακά στρατεύματα στη Λήμνο.[πηγή]

[2]. Το 1916 κυρίαρχη θέση κατέχουν η μάχη του BEPNTEN (VERDUΝ) και η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) στο Δυτικό Μέτωπο. Με την πρώτη ο Φαλκενχάϋν επιχείρησε να επιβάλει στους Γάλλους μία μάχη τρομακτικής αφαιμάξεως, προκειμένου να τους εξαναγκάσει να αποσυρθούν από τον πόλεμο με χωριστή ειρήνη αφήνοντας τους Βρετανούς μόνους. Υπήρξε πολύμηνη μάχη που στοίχισε και στους δύο αντιπάλους συνολικά 700.000 νεκρούς και τραυματίες. Σε όλη δε την διάρκεια του πολέμου ο τομέας του VERDUΝ κόστισε συνολικά και στους δύο αντιπάλους 1.500.000 νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ 12 Ιουνίου και 23 Ιουνίου 1916 δημιουργήθηκε ρήγμα στις γραμμές άμυνας των Γάλλων και ενώ ο Φαλκενχάϋν ήταν έτοιμος να ρίψει τις εφεδρείες του στο κενό που είχε δημιουργηθεί για να εκμεταλλευτεί το ρήγμα, η έφοδος του Ρώσου στρατάρχη Αλεξέϊ Μπρουσίλωφ στο Ανατολικό Μέτωπο κατά των Αυστρο-Ουγγρικών στρατευμάτων στις 4 Ιουνίου 1916 είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει ταχύτατα το μέτωπο και να συλλάβει 400.000 αιχμαλώτους. Ο Φαλκενχάϋν που φοβήθηκε ότι η Αυστροουγγαρία υπήρχε κίνδυνος να τεθεί εκτός μάχης και να αποσυρθεί από τον πόλεμο, ανέστειλε την έφοδο κατά των Γάλλων στο ρήγμα του VER DUN και απέσπασε ισχυρές δυνάμεις από τις εφεδρείες του για να επιτεθούν στους Ρώσους που πίεζαν τους Αψβούργους αφόρητα. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να συντρίψει τους Γάλλους και να κερδίσει η Γερμανία τον πόλεμο. Είναι η δεύτερη φορά μετά την μάχη του Μάρνη που οι Πρώσοι σώζουν τους Γάλλους και μαζί με αυτούς και την ΑΝΤΑΝΤ. Η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) που άρχισε την 1η Ιουλίου 1916 με επίθεση των Βρετανών κατά των Γερμανών με σκοπό να ανακουφισθούν οι Γάλλοι στον τομέα του Βερντέν, μόνο την πρώτη ημέρα μάχης είχαν 60.000 απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και συνολικά σε όλη την διάρκεια της πολύμηνης αναμέτρησης οι απώλειες για τους Βρετανούς ανήλθαν σε 600.000 νεκρούς και τραυματίες. Η μάχη του SOMME ήταν μία ΚΟΛΑΣΗ την οποία οι Άγγλοι δεν επρόκειτο να λησμονήσουν ποτέ.
Δεν πρέπει συνεπώς να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ουδετερόφιλη μερίδα στην Ελλάδα έβλεπε την παγκόσμια σύρραξη με τόση βδελυγμία.
Το 1917 είναι έτος συγκλονιστικών γεγονότων, δύο από τα οποία άλλαξαν την μορφή του κόσμου. Σημαντικό γεγονός ήταν ότι ο Ρώσικος λαός επιθυμούσε διακαώς ειρήνη με οποιοδήποτε τίμημα, πράγμα που είχαν αντιληφθεί οι Μπολσεβίκοι υπό τον Λένιν που κατέλαβαν την εξουσία τον Οκτώβριο ιδίου έτους (1917), μετά από επανάσταση λαού και στρατού λόγω της κολοσσιαίας οικονομικής και κοινωνικής εξαθλιώσεως στην οποία είχε περιέλθει η χώρα από την συνεχιζόμενη παράταση του πολέμου.
Ένα άλλο γεγονός τεράστιας σημασίας ήταν η είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ τον Απρίλιο του 1917. Οι Η.Π.Α. χάρις στην θαυμάσια οργανωμένη Αμερικανική βιομηχανία κατόρθωσαν να δημιουργήσουν σχεδόν από το μηδέν ένα τεράστιο και αξιόμαχο στρατό. Αμερικανικές μεραρχίες που συγκροτούνταν με καταπληκτική ταχύτητα ενίσχυαν συνεχώς με εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και με τόννους εφοδίων που εκφορτώνονταν στα γαλλικά λιμάνια το Αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα στην Ευρώπη υπό τον στρατηγό Πέρσιγκ, το οποίο από την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο και σε διάστημα ενός έτους υπερέβη το ένα εκατομμύριο άνδρες και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην τελευταία φάση του πολέμου το 1918. Εάν δεν είχαν εισέλθει οι Η.Π.Α. στον πόλεμο είναι βέβαιο ότι η Γερμανία στηριζόμενη στην γραμμή ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ και έχοντας υπό τον έλεγχο τις αχανείς εκτάσεις της Ρωσίας και τον σιτοβολώνα της Ουκρανίας, μπορούσε να παρατείνει τον πόλεμο για πολλά χρόνια· ο οποίος έτσι θα αποτελματωνόταν.

Αποσπάσματα από την Πηγή

 

 

Tags: , , , , , , , , , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: