RSS

Το Σχολείο από την Αρχαία Αθήνα, Σπάρτη, Κρήτη έως σήμερα

02 Σεπτ.

[1]. Το Σχολείο στην Αρχαία Αθήνα

[2]. στη Σπάρτη και την Κρήτη

[3]. στην Αλεξανδρινή (ελληνιστική) εποχή

[4]. στο Βυζάντιο

[5]. κατά την Τουρκοκρατία

[6]. μετά την «Απελευθέρωση»

[7]. Μια αναδρομή της εκπαίδευσης

[8]. Τα πράγματα είναι σοβαρά

====== = = = = = = ======= = = = = = = ======= = = = = = = =======

[1]. Το Σχολείο στην Αρχαία Αθήνα

σχολείο

Ο κύριος σκοπός της εκπαίδευσης στην Αθήνα ήταν η ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπου και η αρμονική και τέλεια ανάπτυξη του σώματος και του πνεύματος για να μπορέσει το άτομο να γίνει καλός πολίτης.
Η μόρφωση είχε πρωταρχική θέση και σημασία. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν αγράμματοι άνθρωποι, ειδικά στον 5ο αιώνα.
Τα σχολεία ήταν ιδιωτικά, δεν υπήρχαν δημόσια κτίρια. Στα σχολεία πήγαιναν μόνο τα αγόρια. Τα κορίτσια μάθαιναν γράμματα στο σπίτι. Τα μαθήματα γίνονταν σε ένα ελεύθερο χώρο ή σε μία μεγάλη απλή αίθουσα με σκαμνάκια για τους μαθητές, ένα μεγάλο κάθισμα με πλάτη για το δάσκαλο, κουτιά για τα βιβλία των μαθητών και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με μουσικά όργανα.

Οταν το αγόρι γινόταν επτά χρόνων άρχιζε να πηγαίνει στο σχολείο μαζί με έναν ηλικιωμένο έμπιστο δούλο που καθόταν μαζί του τις ώρες του σχολείου και επίσης του δίδασκε καλούς τρόπους. Τα μαθήματα άρχιζαν νωρίς το πρωΐ και συνεχίζονταν ως το απόγευμα με μία μικρή διακοπή για φαγητό. Το πρόγραμμα του σχολείου περιελάμβανε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, μουσική, ποιήματα, τραγούδια, χορό και γυμναστική.
Εγραφαν πάνω σε ξύλινες πλάκες αλειμένες με κερί, χρησιμοποιώντας μυτερό εργαλείο. Εγραφαν επίσης και σε παπύρους με μελάνι και για πένα είχαν ένα καλάμι. Οταν μάθαινε ο μαθητής να διαβάζει και να γράφει, αποστήθιζε στίχους από τα Ομηρικά Επη. Για το μάθημα της αριθμητικής τα παιδιά χρησιμοποιούσαν στην αρχή τα δάκτυλά τους, τον άβακα και αργότερα τον πυθαγόρειο πίνακα.
Το μάθημα της μουσικής ήταν βάση της εκπαίδευσης. Οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να θεωρήσουν έναν άνθρωπο μορφωμένο αν δεν ήξερε μουσική. Τα παιδιά μάθαιναν να παίζουν μουσικά όργανα και γινόταν επίσης μάθημα τραγουδιού και χορού.

Μια μικρή σημείωση εδώ. Ο Πλάτωνας λέει ότι, χρειάζεται σκληρή και μακροχρόνια εκπαίδευση μέσα από τη Μουσική και τη Γυμναστική για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποκτήσει ολοκληρωτικά τις Αρετές.
Μουσική = Οι επιστήμες και οι Τέχνες των 9 Μουσών, κόρες της Μνημοσύνης που μας κάνει να θυμόμαστε και δεν αφήνει να πέσουν στη λήθη οι Γνώσεις. Που μας κάνει να θυμόμαστε την Αλήθεια. Οι 9 Μούσες είναι: Μελπομένη της Τραγωδίας, Θάλεια της Κωμωδίας, Ευτέρπη της Μουσικής, Τερψιχόρη του Χορού, Ερατώ της Ερωτικής Ποίησης, Καλλιόπη της Επικής, Πολύμνια της Λυρικής, Κλειώ της Ιστορίας, Ουρανία της Αστρονομίας.
Γυμναστική = Η φυσική αγωγή αλλά και κάθε σύστημα ψυχοσωματικής αγωγής όπως τεχνικές συγκέντρωσης, τεχνικές αναπνοής κ.λ.π..

Οταν το αγόρι έφθανε στα δώδεκα χρόνια του, άρχιζε να γυμνάζει το σώμα του. Το μάθημα της γυμναστικής γινοταν στις παλαίστρες. Τα παιδιά πρώτα πλένονταν, μετά άλειφαν το σώμα τους με λάδι και έβαζαν επάνω τους ψιλή άμμο ή σκόνη. Ασκούνταν στην πάλη, στο δρόμο, στο πήδημα, στο δίσκο και το ακόντιο. Οταν τελείωναν τη γυμναστική, καθάριζαν το σώμα τους και λούζονταν στην πηγή.
Τα παιδιά των φτωχών Αθηναίων σταματούσαν το σχολείο μόλις μάθαιναν τις βασικές γνώσεις και άρχιζαν να μαθαίνουν μία τέχνη. Τα παιδιά των πλουσίων συνέχιζαν τις σπουδές τους μέχρι τα δεκαοχτώ τους χρόνια. Στα δεκαοχτώ τους χρόνια γίνονταν έφηβοι. Τότε οι γονείς τους τα πήγαιναν στους αντιπροσώπους της πόλης και σε επίσημη τελετή λάβαιναν το δόρυ, την περικεφαλαία και την ασπίδα και έδιναν τον όρκο του Αθηναίου πολίτη πάνω στην Ακρόπολη. Οταν έφθαναν στα είκοσί τους χρόνια, ήταν πολίτες του κράτους και ήταν ελεύθεροι να λαμβάνουν μέρος σε όλες τις εκδηλώσεις της πόλης. Το σύνηθες σύστημα της πρωτοβάθμιας -θα μπορούσαμε να πούμε- εκπαίδευσης στην Αθήνα ήταν ευθύνη των γραμματιστών, των κιθαριστών και των παιδοτρίβων. Οι γραμματιστές δίδασκαν γραφή, ανάγνωση και στοιχεία αριθμητικής και δίδασκαν τους μαθητές τους να διαβάζουν και να μαθαίνουν από στήθους τους μεγάλους ποιητές -Όμηρο Ησίοδο κ.α. Οι κιθαριστές με τη σειρά τους δίδασκαν τα αγόρια πώς να παίζουν την επτάχορδη λύρα και να τραγουδούν τα έργα των λυρικών ποιητών. Οι παιδοτρίβες φρόντιζαν για τη φυσική τους ανάπτυξη με τρόπο επιστημονικό. Τους δίδασκαν την πάλη, το παγκράτιο, την πυγμαχία, το τρέξιμο, τη ρίψη του δίσκου, το άλμα και ποικίλες άλλες ασκήσεις στην παλαίστρα. Σε αυτό το τριπλό σύστημα ενίοτε προστίθετο και το σχέδιο ή η ζωγραφική, ειδικότερα από τα τέλη του 4ου αιώνα. Ωστόσο, το σύνηθες σύστημα εκπαίδευσης περιελάμβανε λογοτεχνία, μουσική και αθλητικά.
Ποιο απ’ όλα διδασκόταν πρώτο; Μάλλον διδάσκονταν όλα ταυτόχρονα, αν και η φυσική εκπαίδευση σε απλουστευμένη μορφή ήταν η πρώτη ενασχόληση των αγοριών από το 6ο έτος της ηλικίας τους. Για τις πιο περίπλοκες ασκήσεις και τεχνικές έπρεπε να περιμένουν τουλάχιστον ως τα δώδεκα. Ωστόσο, τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Αριστοτέλης επιμένουν πως η φυσική προετοιμασία πρέπει να ξεκινά αρκετά χρόνια πριν από κάθε είδους διανοητική εκπαίδευση. Την κύρια ευθύνη για τη σειρά προετοιμασίας και τη διευθέτηση τέτοιων θεμάτων είχε ο παιδαγωγός της οικογένειας, ο οποίος ανήκε στο υπηρετικό προσωπικό.

Σε παλαιότερες εποχές τούτη η πρωτοβάθμια εκπαίδευση διαρκούσε ως τα δέκα οκτώ. Αλλά προς το τέλος του 5ου αιώνα δημιουργήθηκε ένα δευτεροβάθμιο σύστημα εκπαίδευσης. Η πιο σημαντική μαρτυρία έρχεται από τον Πλάτωνα, ο οποίος περιγράφει στη Δημοκρατία ένα σύστημα μαθητείας στα μαθηματικά λίγο πριν την εφηβεία. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη εφαρμοζόταν τρία χρόνια πριν την εφηβεία, αν και στην πραγματικότητα η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν ήταν αυστηρά καθορισμένη. Ενίοτε οι γιοι των φτωχών ολοκλήρωναν γρήγορα το πρόγραμμα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ οι γόνοι των πλουσίων την καθυστερούσαν όσο ήθελαν, γεγονός που ο Ξενοφών θεωρεί απαξιωτικό για την αθηναϊκή εκπαίδευση.
Μετά τα δέκα οκτώ οι νεαροί Αθηναίοι προχωρούσαν στην πολεμική τους εκπαίδευση. Τον πρώτο χρόνο αυτής της εκπαίδευσης τον περνούσαν στην Αθήνα και τον δεύτερο σε φρούρια των συνόρων και σε στρατόπεδα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου μάλλον διέθεταν λίγο χρόνο για διανοητικές ενασχολήσεις. Ωστόσο, όταν κατέρρευσε η στρατιωτική δύναμη των Αθηνών υπό την μακεδονική κυριαρχία, τα στρατιωτικά καθήκοντα των εφήβων έγιναν εθελοντικά και η εκπαίδευσή τους αντικαταστάθηκε από μαθήματα φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Το στρατιωτικό σύστημα έγινε Πανεπιστήμιο, το οποίο παρακολουθούσαν λίγοι εύποροι νέοι ή πλούσιοι ξένοι. Ως πρόδρομος του πρώτου πανεπιστημίου, η δίχρονη εκπαίδευση των εφήβων δικαιούται τον τίτλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, παρόλο που ως τον 3ο αιώνα παρείχε μόνο στρατιωτική εκπαίδευση.

Η αθηναϊκή εκπαίδευση, όπως και η εκπαίδευση των άλλων πόλεων, διαιρείται σε τρία στάδια: Το Πρωτοβάθμιο, από τα έξι ως τα δέκα τέσσερα, το Δευτεροβάθμιο από τα δέκα τέσσερα έως τα δέκα οκτώ και το τριτοβάθμιο από τα δέκα οκτώ έως τα είκοσι. Από τα τρία στάδια το τρίτο μόνο ήταν υποχρεωτικό και το παρείχε η πόλη-κράτος. Το δεύτερο ήταν εντελώς προαιρετικό και μάλλον για τους εύπορους. Από το πρωτοβάθμιο τα γράμματα ήταν μάλλον δια νόμου υποχρεωτικά, όπως φαίνεται από έναν παλιό νόμο που αποδίδεται στο Σόλωνα και ο οποίος αναφέρει πως το παιδί πρέπει να διδάσκεται γράμματα και κολύμπι. Μετά από αυτό οι φτωχοί μπορούν να στρέψουν την προσοχή τους στη γεωργία και το εμπόριο, ενώ οι πλουσιότεροι στη μουσική, την ιππασία, τη γυμναστική, το κυνήγι και τη φιλοσοφία.
(ΓΙΑΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ, Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ)

———————–

[..]Ο Πρωταγόρας, συνεχίζοντας την απόδειξη για το διδακτό της αρετής, επικαλείται ένα εμπειρικό και γι’ αυτό ισχυρότερο τεκμήριο. Αναφέρεται στη μέριμνα των ανθρώπων για την ηθική και πολιτική αγωγή των παιδιών τους.

Παρουσιάζει το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας εγκωμιαστικά ως πρότυπο παιδείας και αγωγής που υπηρετεί με συνέπεια την πολιτική αγωγή και τον πολιτισμό. Βέβαια, η περιγραφή του αθηναϊκού εκπαιδευτικού συστήματος γίνεται για να φανεί το διδακτό της αρετής και αυτό σημαίνει ότι δεν αποτελεί μια πλήρη και λεπτομερή απόδοσή του, παρά τις πολύτιμες πληροφορίες, που διασώθηκαν, γιατί ο σκοπός του Πρωταγόρα δεν ήταν αυτός. Ο Πρωταγόρας θα παρουσιάσει τη δομή και τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος της Αθήνας μιλώντας για τις βαθμίδες που περιλαμβάνει, για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμά του ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται. Ενδεικτικά και χωρίς να παραβιάζουμε τα δεδομένα του κειμένου μπορούμε να αποδώσουμε διαγραμματικά την εκπαίδευση που περιγράφει ο Πρωταγόρας ως εξής:

Αρχαία Αθήνα Βαθμίδες εκπαίδευσης

Καλό είναι να σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο τον ρόλο των φορέων αγωγής.

Παραμάνα: ήταν δούλη ή φτωχή ελεύθερη, έμμισθη, που φρόντιζε μαζί με τη μητέρα τα παιδιά στη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Η γυναίκα που θήλαζε το βρέφος ονομαζόταν «τίτθη», και εκείνη που είχε τη γενική φροντίδα του παιδιού, «τιθήνη» ή «τροφός».

Παιδαγωγός: δεν είχε τη σημασία που έχει σήμερα η λέξη. Ο ρόλος του ήταν μόνο συνοδευτικός: ήταν δούλος που συνόδευε το παιδί στους περιπάτους και αργότερα στο σχολείο, το συμβούλευε και επέβλεπε τη μελέτη των μαθημάτων του και τη συμπεριφορά του.

Γραμματιστής: δίδασκε ανάγνωση, αριθμητική και γραφή. Συνήθιζε τα παιδιά να απομνημονεύουν και να απαγγέλλουν ποιήματα μεγάλων ποιητών, από τα οποία οι μαθητές αντλούσαν συμβουλές, διδάγματα και πρότυπα που ήθελαν να μιμηθούν.

Κιθαριστής: δίδασκε τραγούδι, αλλά και την τέχνη του αυλού, της κιθάρας και της λύρας. Η μουσική είχε σπουδαία θέση στην εκπαίδευση των νέων. Πίστευαν ότι συνέβαλλε στην ημέρωση της ψυχής και στη διαμόρφωση εύρυθμου χαρακτήρα μεταδίδοντας την αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας.

Παιδοτρίβης: αναλάμβανε την εκγύμναση των νέων στην «παλαίστρα», ένα τετράγωνο γήπεδο περιτριγυρισμένο από τοίχους. Οι Αθηναίοι στόχευαν στη σύζευξη υγιούς ψυχής και υγιούς σώματος («νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ»).

*«εθναι»: παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας κάνει ένα γλωσσικό παιχνίδι με τη λέξη «εὐθεία». Στην 1η βαθμίδα εκπαίδευσης αναφέρει ότι, όταν ένα παιδί παρεκκλίνει από τη θεμιτή συμπεριφορά, το επαναφέρουν στην ευθεία, όπως ισιώνουν ένα δέντρο που λυγίζει και γέρνει. Η παρομοίωση του παιδιού με δέντρο προετοιμάζει για την ετυμολογική ερμηνεία της λέξης «εθναι», που θα δοθεί στην τελική βαθμίδα εκπαίδευσης. «Εὐθῦναι» ονομαζόταν η λογοδοσία που ήταν υποχρεωμένος να κάνει μπροστά σε ειδικούς ελεγκτές ένας άρχοντας για τις πράξεις του, όταν τελείωνε ο χρόνος της θητείας του. (Αντίθετα, όταν ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει στην αρχή της θητείας του υποβαλλόταν στη «δοκιμασία», πβλ. την περίπτωση του Μαντίθεου στον λόγο του Λυσία πρ Μαντιθέου.) Έτσι ονομάζονταν και οι κυρώσεις που του επιβάλλονταν, αν διαπιστωνόταν κατάχρηση της εξουσίας του ή παραλείψεις.

Με βάση την περιγραφή του εκπαιδευτικού συστήματος των Αθηναίων από τον Πρωταγόρα, μπορούμε να συναγάγουμε ορισμένα βασικά γνωρίσματά του:
α. η αγωγή των Αθηναίων πολιτών ήταν μια διαδικασία που διαρκούσε όλη τους τη ζωή. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια διά βίου μάθηση.
β. η εκπαίδευση είχε ιδιωτικό χαρακτήρα και επομένως απευθυνόταν κυρίως στις εύπορες οικογένειες. Η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι του μαθητή ή του δασκάλου, ενώ το περιεχόμενο της εκπαίδευσης δεν ήταν σαφώς καθορισμένο από την πολιτεία, αλλά εξαρτιόταν από το κριτήριο του δασκάλου ή της οικογένειας. γ. το περιεχόμενο της εκπαίδευσης ήταν κυρίως ηθοπλαστικό, αφού αποσκοπούσε στο να διαμορφωθούν ηθικά ενάρετοι άνθρωποι. Αυτό υποδηλώνεται σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, στην πρώτη βαθμίδα οι φορείς αγωγής επιδίδονταν στη μετάδοση βασικών αρχών ηθικής συμπεριφοράς. Στη δεύτερη βαθμίδα, ο δάσκαλος φρόντιζε περισσότερο για την «εὐκοσμία», την ευπρεπή, δηλαδή, συμπεριφορά των παιδιών, και λιγότερο για τη μετάδοση γνώσεων. Η τρίτη απέβλεπε κυρίως στο αρμονικό δέσιμο της ψυχής και του σώματος. Τέλος, στην τελική βαθμίδα, η υπακοή στους νόμους είχε ως στόχο να ρυθμίσει τη συμπεριφορά των πολιτών, ώστε να αναπτυχθούν μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι οι νόμοι αναγράφονταν σε ξύλινες πινακίδες και τοποθετούνταν σε δημόσιο χώρο, για να μπορούν να τους διαβάζουν όλοι οι πολίτες.
Από το: ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ : ΚΕΙΜΕΝΟ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΣΧΟΛΙΑ,
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ,

[2]. Η Εκπαίδευση στη Σπάρτη και την Κρήτη

Σύμφωνα με το μύθο ο Σκύθης Ανάχαρσις, επιστρέφοντας από τα ταξίδια του, αναφέρει πως οι Σπαρτιάτες ήταν ο μόνος ελληνικός λαός με τον οποίο κατόρθωσε να συζητήσει λογικά, γιατί μόνον αυτός είχε το χρόνο να είναι σοφός. Παρ όλες τις αντιρρήσεις του Ηρόδοτου, φαίνεται πως οι Σπαρτιάτες είχαν άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους, όντας απελευθερωμένοι σχετικά από την ανάγκη του πλουτισμού. Δεν ασκούσαν εμπόριο μήτε ήταν απασχολημένοι με κάποιο επάγγελμα. Έτσι, περνούσαν όλο το χρόνο τους αφιερωμένοι στην εκπαίδευσή τους σύμφωνα με τα σπαρτιατικά ιδεώδη. Ο χρόνος τους μοιραζόταν ανάμεσα στη φυσική εξάσκηση, τη στρατιωτική εκπαίδευση το κυνήγι τα δημόσια πράγματα και τις αποκαλούμενες «λέσχες», στις οποίες δεν επιτρέπονταν οι συζητήσεις για δουλειές, παρά μόνο για ό,τι θεωρείτο ευγενές.

Σε αυτό το απόλυτα οργανωμένο κράτος το αγόρι έμενε σπίτι του ως τα επτά του χρόνια. Ακόμη και τότε, όμως, οι γονείς τους φρόντιζαν να τα παίρνουν μαζί τους στα φειδίτια ή φιλίτια, τις κοινές τράπεζες των Σπαρτιατών. Ακούγοντας τις συζητήσεις τους πάνω σε πολιτικά θέματα, τα αγόρια ήδη εκπαιδεύονταν στον σπαρτιατικό τρόπο ζωής. Τα κορίτσια έμεναν στο σπίτι και έπαιρναν το γεύμα μαζί με τη μητέρα τους. Στα φειδίτια οι γονείς ήταν υποχρεωμένοι να συνεισφέρουν κάθε μήνα ένα μέδιμνο κριθάρι, οκτώ χοές οίνου, πέντε μνας τυρί και μισή μνα σύκα. Αν ήταν τόσο φτωχοί, που δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν, τότε έχαναν τα δικαιώματά τους ως πολίτες και τα παιδιά τους δεν ήταν δυνατόν να εκπαιδευτούν στα σπαρτιατικό σύστημα. Γενικά, λοιπόν, τα σπαρτιατικά σχολεία ήταν μόνο για τους ομοίους, δηλαδή για εκείνους που μπορούσαν να πληρώσουν την εγγραφή σε είδος.

Ωστόσο, γίνονταν επίσης δεκτά και άλλα παιδιά, αρκεί κάποιος να συνεισέφερε εκ μέρους τους το απαιτούμενο τίμημα, προκειμένου να συνοδεύουν τα παιδιά του στο σχολείο. O αριθμός αυτών των σχολικών συνοδών εξαρτάτο άμεσα από το μέγεθος της συνεισφοράς σε είδος, αλλά δε γίνονταν πολίτες όταν μεγάλωναν. Η απόδοση της ιδιότητας του πολίτη γινόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η αξία τους ή οι υπηρεσίες ήταν τέτοιες που η πόλη-κράτος τις αναγνώριζε. Άλλοι μαθητές παρόμοιου είδους ήταν οι μόθωνες ή μόθακες και οι τρόφιμοι. Η διαφορά με τους τρόφιμους βρίσκεται στο γεγονός ότι ήταν παιδιά ελεύθερων Σπαρτιατών και συνεπώς είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Σε μεταγενέστερες περιόδους, στην εποχή της φθοράς του θεσμού πόλης-κράτους εξαιτίας του μεγάλου δημογραφικού προβλήματος των ελληνικών πόλεων-κρατών, όσοι απολάμβαναν της σπαρτιατικής εκπαίδευσης αποκτούσαν και πολιτικά δικαιώματα.

Μετά τα επτά τους χρόνια τα αγόρια απομακρύνονταν από το σπίτι και οργανώνονταν σε έναν ιδιαίτερα συστηματικό τρόπο εκπαίδευσης -ανάλογο με εκείνον της Κρήτης- σε αγέλες ή βούες. Υποδιαιρέσεις των αγελών ήταν οι ίλες, οι οποίες πιθανώς είχαν δύναμη 64 αγοριών. Οι αγέλες τρέφονταν, κοιμούνταν και έπαιζαν μαζί και βρίσκονταν υπό την εποπτεία του παιδονόμου, ενός πολίτη που απολάμβανε του γενικού σεβασμού και κατείχε υψηλή θέση. Βοηθοί του ήταν οι μαστιγοφόροι, οι οποίοι επέβαλαν τη σκληρή πειθαρχία, για την οποία τόσο φημισμένη ήταν η σπαρτιατική κοινωνία. Ακόμη και όταν έλειπε ο παιδονόμος ή οι μαστιγοφόροι, φαίνεται πως η πειθαρχία διατηρείτο ακέραια υπό την εποπτεία του βουαγόρα ή αγελάρχη, δηλαδή του περισσότερο θαρραλέου και λογικού αγοριού σε κάθε αγέλη. Επίσης, σε κάθε σχολείο τοποθετείτο ένας νέος που είχε συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του και ονομαζόταν είρην ή ιρήν. Εκείνος παρακολουθούσε προσεκτικά τις μάχες τους και τους χρησιμοποιούσε ως υπηρέτες στο σπίτι του για το γεύμα του. Τα μεγαλύτερα αγόρια του έφερναν ξύλα για τη φωτιά, ενώ τα μικρότερα μάζευαν λαχανικά. Βέβαια, ο μοναδικός τρόπος για να αποκτηθούν αυτές οι προμήθειες ήταν η κλοπή από τους κήπους ή τις λέσχες των ανδρών, γεγονός που αύξανε τις ικανότητες των νέων στην ανίχνευση. Αφού γευμάτιζαν όλοι μαζί, τότε ο είρην τους προέτρεπε να τραγουδήσουν και κατόπιν να συζητήσουν θέματα ηθικής ή πολιτικής.

Ο είρην, ο παιδονόμος, ή οποιοσδήποτε πρεσβύτερος ασχολείτο με την εκπαίδευση ελεύθερα και εθελοντικά. Τούτο το σύστημα, βέβαια, εξαιτίας της απλότητάς του δεν κόστιζε στην πόλη-κράτος. Επίσης, ήταν ένα σύστημα απόλυτα φυσικής εκπαίδευσης. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως «μάθαιναν γράμματα γιατί κάτι τέτοιο ήταν χρήσιμο». Στην πραγματικότητα οι γραπτοί νόμοι ήταν πολύ λίγοι και περνούσαν από γενιά σε γενιά μέσω της προφορικής παράδοσης. Φυσικά, η ρητορική απαγορευόταν σε αντιπαράθεση με τις ελεγείες του Τυρταίου, αλλά η δύναμη του λόγου ήταν πανταχού παρούσα. Ο Πλάτων στον Πρωταγόρα αναφέρει πως «αν συζητήσεις με ένα Λάκωνα, στην αρχή σου φαίνεται απλά ηλίθιος. Ξαφνικά, σε ένα κρίσιμο σημείο, πετάει λίγα λόγια και τότε οι συνομιλητές του φαίνονται μικρά παιδιά μπροστά του».

Οπωσδήποτε, το αντικείμενο της σπαρτιατικής εκπαίδευσης δεν ήταν η συσσώρευση γνώσης και η διανοητική οξύτητα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως η Σπάρτη δεν ήταν αφεαυτής μια εκπαιδευτική δύναμη. Στην πραγματικότητα είναι λίγα τα όσα γνωρίζουμε, προκειμένου να έχουμε μια αντικειμενική άποψη και σε ορισμένες περιπτώσεις τα συμπεράσματά μας είναι αυθαίρετα ή αντιφατικά. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι οι Σπαρτιάτες εκτιμούσαν πολύ τον Όμηρο για το ηρωικό του ύφος, παρόλο που τρόπος ζωής που περιέγραφε ήταν Ιωνικός και όχι Δωρικός. Σύμφωνα με τον Βέρνερ Τζάγκερ στο έργο του Παιδεία, η πεποίθηση πως η σπαρτιατική εκπαίδευση δεν ήταν τίποτε άλλο από στρατιωτική εκπαίδευση, προήλθε από τις αφηγήσεις του Αριστοτέλη στα Πολιτικά και του Πλάτωνα στους Νόμους, όπου περιγράφει το πνεύμα του συντάγματος του Λυκούργου. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό τούτες οι απόψεις να είναι προϊόν των συγκυριών της εποχής της παρακμής της Σπάρτης, η οποία κυριευμένη από δίψα για δύναμη έχασε την ευνομία για την οποία τη θαύμαζε ο ελληνικός κόσμος.

Με τη σειρά του το κρητικό σύστημα εκπαίδευσης ήταν παρόμοιο με εκείνο της Σπάρτης από πολλές απόψεις. Κατά τον ίδιο τρόπο η διδασκαλία παρεχόταν από ένα πρεσβύτερο μέλος της κοινότητας, αλλά στην Κρήτη η εκπαίδευση κόστιζε στους γονείς ακόμη λιγότερα απ ό,τι στη Σπάρτη, καθώς τα παιδιά τρέφονταν κυρίως με δημόσια έξοδα. Οι γυναίκες έπαιρναν το γεύμα τους στο σπίτι, ενώ οι άνδρες σε λέσχες που αποκαλούνταν ανδρεία. Στα ανδρεία συμμετείχαν όλα τα αρσενικά της οικογένειας. Συνήθως τα αγόρια δικαιούνταν το μισό της τροφής των ενήλικων, εκτός από τα ορφανά που δικαιούνταν πλήρη μερίδα στη λέσχη του νεκρού πατέρα τους.

Στην πραγματικότητα η κρητική λέσχη είναι ένα αμάλγαμα αρκετών οικογενειών σε ένα είδος πατριάς, όλα τα αρσενικά μέλη της οποίας δειπνούσαν μαζί. Τα αγόρια τούτης της πατριάς κοιμούνταν πιθανώς μαζί σε κοιτώνες της λέσχης και σχημάτιζαν ένα ξεχωριστό σχολείο. Στα κοινά συσσίτια με την παρουσία των πρεσβύτερων ενθαρρύνονταν οι συζητήσεις γύρω από ηθικά και πολιτικά θέματα, τα οποία όφειλαν να διδαχθούν. Οι πρεσβύτεροι εξέλεγαν κάποιον να υπηρετήσει ως παιδονόμος ή επιστάτης των αγοριών της λέσχης. Κάτω από την επίβλεψή του τα αγόρια μάθαιναν γράμματα, γυμνάζονταν διαρκώς, εκπαιδεύονταν στη χρήση των όπλων -ιδιαίτερα του τόξου- και στους πολεμικούς χορούς, όπως ο χορός των Κουρητών και ο Πυρρίχειος. Μάθαιναν σαν τραγούδι τους νόμους της πατρίδας τους, για να τους αποστηθίζουν, μια και η άγνοια των νόμων δεν δικαιολογείτο. Ο παιάνας ήταν η κύρια μορφή τραγουδιού τους και ήταν εκπαιδευμένοι στο λιτό ύφος των λακεδαιμόνιων συναδέλφων τους.

Οι νεαροί Κρήτες εκπαιδεύονταν στην ατομική και την ομαδική μάχη ενάντια σε άλλες λέσχες-σχολεία. Επίσης, διδάσκονταν την αντοχή σε πολλών ειδών δυσκολίες. Χειμώνα-καλοκαίρι φορούσαν τον ίδιο κοντό χιτώνα -όπως και οι Σπαρτιάτες- και μάθαιναν να αψηφούν τη ζέστη και το κρύο, τα ορεινά μονοπάτια και τα χτυπήματα που δέχονταν στα γυμνάσια και τις μάχες. Στα σχολεία παρέμεναν ως τα δέκα επτά τους χρόνια, οπότε και γίνονταν έφηβοι με ειδική τελετή, τα Εκδύσια. Όπως οι νέοι της Αθήνας, έδιναν όρκο υπακοής στο κράτος και μίσους ενάντια στους εχθρούς του και κατόπιν έμπαιναν σε αγέλες, τις οποίες συγκέντρωναν γύρω τους πλούσιοι και διακεκριμένοι έφηβοι. Ο αριθμός των ατόμων που συγκέντρωνε μια αγέλη εξαρτάτο κυρίως από τον πλούτο και τη δημοτικότητα του νέου, γεγονός που προσδίδει στο θεσμό ένα αριστοκρατικό στοιχείο, σε αντίθεση με τη Σπάρτη.

Ο πατέρας του νεαρού αρχηγού ήταν συνήθως ο αρχηγός της αγέλης -αγελάτης- και είχε πλήρη εξουσία. Καθοδηγούσε τους νέους στο κυνήγι και τους δρόμους, δηλαδή τα γυμνάσια των εφήβων. Μάλιστα, οι Κρήτες που δεν είχαν ακόμη εισέλθει σε αγέλες εξαιρούνταν αυτών των γυμνασίων και ονομάζονταν απόδρομοι. Ο αρχηγός της αγέλης μάζευε την αγέλη όπου επιθυμούσε και είναι πολύ πιθανό πως οι νέοι έτρωγαν και κοιμούνταν στο σπίτι του προστάτη τους. Η ζωή τους περιβαλλόταν από μια πολεμική ατμόσφαιρα και θεωρούσαν πολύτιμα αγαθά τη στρατιωτική στολή και τα όπλα τους. Στις αγέλες οι νεαροί Κρήτες έμεναν ως τη μέρα του γάμου τους, οπότε επέστρεφαν στα σπίτια και τις λέσχες τους.

Από πρακτικής άποψης δεν μπορούμε να πούμε πολλά για την κρητική εκπαίδευση. Από την ημέρα που ο Ιδομενέας σαλπάρισε από την Τροία, η Κρήτη σχεδόν χάνεται από την ελληνική ιστορία. Πολύ ισχυρή για να της επιτεθούν οι γείτονές της και συνάμα πολύ αδύναμη εξαιτίας των πολλών φέουδων παρέμεινε απομονωμένη από την ηπειρωτική Ελλάδα και το αρχιπέλαγος ως το τέλος της περιόδου της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Συμπέρασμα
Φαίνεται από τα παραπάνω πως η παιδεία των αρχαίων στην πλήρη μορφή της υπήρξε προνόμιο των εύπορων τάξεων, κάτι που αδιάκριτα συμβαίνει ως τη σύγχρονη εποχή μας με συγκαλυμμένο ή απροκάλυπτο τρόπο. Ωστόσο, είναι φανερό πως ο στόχος της ελληνικής εκπαίδευσης στην αρχαιότητα θεωρητικά και πρακτικά ήταν η παραγωγή του καλύτερου -κατά το δυνατόν- πολίτη και όχι ο πλουτισμός –σε αντιστροφή προς τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αναζητούσε το καλό της κοινότητας και όχι το καλό του ατόμου. Βέβαια οι μέθοδοι και τα υλικά της μαθητείας διέφεραν από περιοχή σε περιοχή, όμως το ζητούμενο ήταν το ίδιο, η εκπαίδευση του χαρακτήρα, κάτι που οι Έλληνες γονείς ζητούσαν επίμονα από τους διευθυντές των σχολείων.
Επίσης σημαντική -αν και όχι στην περίπτωση της Σπάρτης ή της Κρήτης, όπου το ιδανικό ζητούμενο ήταν η ανδρεία, η τόλμη, η στρατιωτική μαθητεία και η διακυβέρνηση- ήταν η αναζήτηση της αισθητικής και της φαντασίας, μέσω της τέχνης και της μουσικής. Τούτο γινόταν μέσω της εξατομίκευσης και της απομάκρυνσης του παιδιού από τις επιρροές της οικογένειας. Τόσο ο νεαρός Σπαρτιάτης όσο και ο νεαρός Αθηναίος ή Εφέσιος από τα έξι μόλις χρόνια του περνούσε όλη την ημέρα του μακριά από το σπίτι, με τη συντροφιά των συνομηλίκων του στην παλαίστρα ή τους δρόμους. Μάθαινε να ξεκόβει από την οικογένειά του και να σχετίζεται με τους αυριανούς συμπολίτες του. Έτσι εξασφαλιζόταν η ενότητα και η συνέχεια της πόλης-κράτους. Όλα εξασφάλιζαν πως το παιδί θα συνειδητοποιούσε ότι είναι μέλος μιας κοινότητας, για την ευτυχία και την ευημερία της οποίας η προσωπική τους επιθυμία ή ευχαρίστηση έπρεπε να υποτάσσεται. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκε και έμεινε στην ιστορική μνήμη η αίσθηση της αυτοθυσίας για χάρη της πολιτείας ή της κοινότητας.

Εμπόριο και Τέχνες – εκπαίδευση
Στη Λακωνία και την Κρήτη –κυρίως αγροτικές περιοχές που στηρίζονταν στο σύστημα της γαιοκτησίας- δεν υπήρχε η ανάγκη εκπαίδευσης σε θέματα που σχετίζονταν με το εμπόριο ή τη βιοτεχνία. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς να ανακαλύψει πολλά τέτοια στοιχεία στους Αθηναίους ή τους Ίωνες της Μ. Ασίας. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν εντελώς διαφορετική. Για τον Έλληνα η λέξη εκπαίδευση σήμαινε εκπαίδευση του χαρακτήρα, αρμονική ανάπτυξη του σώματος, του νου και της φαντασίας και συνεπώς κάθε είδους τεχνική εκπαίδευση αποκλειόταν από τα ελληνικά σχολεία ως βάναυσος. Ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται πως απέκτησαν αυτή την άποψη από τους λαούς που τους περιέβαλαν. Με τη σειρά του ο Πλάτων θεωρεί τον έμπορο ή τον τεχνίτη ακατάλληλο ως ενεργό πολίτη, όπως και ο Αριστοτέλης, ο οποίος θεωρεί ανάξιο ό,τι παρεμβάλλεται στη σωματική ή τη διανοητική ανάπτυξη.

Πώς, λοιπόν, διδάσκονταν οι τέχνες και το εμπόριο στην αρχαία Ελλάδα; Από τις φιλολογικές μαρτυρίες που διαθέτουμε, οι τέχνες ή το εμπόριο ήταν κυρίως κληρονομική ενασχόληση. «Οι γιοι των τεχνιτών μαθαίνουν την τέχνη του πατέρα τους, όσο μπορούν οι πατέρες και οι όμοιοί τους να τη διδάξουν». Στη Δημοκρατία ο Πλάτων αναφέρει πως οι παίδες, των κεραμιστών -μια λέξη που περιλαμβάνει τους γιους και τους μαθητευόμενους- είναι στην πραγματικότητα υπηρέτες και βοηθοί για μακρύ χρονικό διάστημα, πριν τους επιτραπεί να φτιάξουν το δικό τους κεραμικό. Οι μαθητές ενός γιατρού που ονομαζόταν Πιτταλός αναφέρονται από τον Αριστοφάνη, ενώ ο κωμωδιογράφος Σωσίπατρος βάζει έναν μάγειρα να λέει πως οι μαθητές του πρέπει να γνωρίζουν αστρολογία, αρχιτεκτονική και στρατηγική, πριν έρθουν να μαθητεύσουν δίπλα του. Με τη σειρά του ο Σόλων, προκειμένου να ενθαρρύνει τους αθηναίους τεχνίτες, έλεγε πως «ο πατέρας που δε δίδαξε το γιο του κάποια τέχνη, δεν μπορεί να απαιτεί βοήθεια στα γεράματά του».

Υπήρχε, λοιπόν, ένα σύστημα μεταβίβασης της γνώσης, σε ό,τι αφορούσε στο εμπόριο και τις τέχνες, αλλά η γενική άποψη ήταν πως: «η τεχνική καθοδήγηση και όλη η διδασκαλία που αποβλέπει στην οικονομική απολαβή είναι χυδαία και δε δικαιούται το όνομα της εκπαίδευσης. Η αληθινή εκπαίδευση στοχεύει αποκλειστικά στην αρετή, η οποία ωθεί το παιδί να είναι καλός πολίτης, ικανός να κυβερνήσει και να υπακούσει». Έτσι, οι Σπαρτιάτες και οι Κρήτες δεν ήταν μόνοι. Είχαν την υποστήριξη όλης της Ελλάδας στην απόφασή τους να εξορίσουν από τα σχολεία τους κάθε ιδέα τεχνικής ή επαγγελματικής εκπαίδευσης.

[3]. Στην Αλεξανδρινή (ελληνιστική) εποχή

Γραφή με τόνους

Το μοναδικό αρχαίο σχολείο που έχει βρεθεί! Επιγραφή σε Ελληνικό σχολείο στην Αίγυπτο, στην αρχαία πόλη Τρίμιθις 335-340 μΧ. Εικάζεται ότι πρόκειται για υπόδειγμα γραφής του δασκάλου προς τους μαθητές. Ελληνικά ελεγειακά δίστιχα, γραμμένα µε μεγάλη επιμέλεια και σχολαστική ορθογραφία. Λέει στους μαθητές να ανυψώσουν τη ρητορική τους προς εκείνη των θεών και, «Εργαστείτε σκληρά για μένα. Ο κόπος κάνει τους άνδρες ανδροπρεπείς» Άλλες επιγραφές που βρέθηκαν στους τοίχους του σχολείου, παραπέμπουν στην Οδύσσεια του Ομήρου και σε κείμενα του Πλούταρχου. Προσέξτε : χρησιμοποιείται τονισμός με πνεύματα.

Κατά την ελληνιστική περίοδο η ελληνική σοφία και παιδεία από αυστηρά πολιτική και εθνική καθίσταται οικουμενική, αποκτά παγκόσμιο χαρακτήρα. Το άτομο αισθάνεται πολίτης του κόσμου, κοσμοπολίτης. Ο σκοπός της ελληνιστικής εκπαίδευσης συνίσταται στη διαμόρφωση του τέλειου ανθρώπου. Η γλώσσα γνωρίζει βέβαια σημαντικές αλλοιώσεις κατά τη χρήση της από αλλόφυλους και αλλόγλωσσους λαούς αλλά στο τέλος επικρατεί ως «κοινή γλώσσα» για όλους τους πολιτισμένους λαούς της εποχής εκείνης. Πλέον, σύμφωνα με τη διακήρυξη του Ισοκράτη (Πανηγυρικός 50-51), Έλληνας δε θεωρείται αυτός που ανήκει στο ελληνικό έθνος και γένος, αλλά ο καθένας που αποδέχεται και λαμβάνει ελληνική μόρφωση, ενώ όλοι οι άλλοι είναι «βάρβαροι». Η ελληνική μόρφωση αποκτά πλέον πολιτιστική και όχι εθνική διάσταση.

Η παιδεία των ελληνιστικών χρόνων συνεχίζει στα πρότυπα της κλασικής εποχής. Κατά την ελληνιστική περίοδο η ελληνική εκπαίδευση συστηματοποιείται και παίρνει την οριστική της μορφή την οποία θα διατηρήσει σχεδόν αναλλοίωτη ως την επικράτηση του Χριστιανισμού. Το κράτος θεσπίζει σχολικούς νόμους που επιβάλλουν την υποχρεωτική φοίτηση όλων των παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, στα σχολεία. Η εκπαίδευση αρχίζει να αποτελεί υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η εκπαίδευση διακρίνεται σε πέντε βαθμίδες: στην αγωγή των νηπίων στο σπίτι, στη στοιχειώδη εκπαίδευση, στη μέση εκπαίδευση, στο εφηβείο και στην ανώτατη εκπαίδευση. Από όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, το πιο επίσημο και το μόνο που αποτελεί πάντοτε δημόσιο θεσμό, είναι το εφηβείο όπου οι έφηβοι λάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση και προετοιμάζονταν για το πέρασμά τους στην αγορά. Όπως καταγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη την εποχή εκείνη (170 πΧ) οι έφηβοι Ιουδαίοι στα Ιεροσόλυμα έτρεχαν να συμμετάσχουν στην απαγορευμένη από τον νόμο χορηγία της παλαίστρας όταν τους καλούσε ο ήχος του δίσκου. Κάτι που ώθησε τους «κράτιστους των εφήβων» να ακολουθούν τα Ελληνικά ιδεώδη.

Κατά την ελληνιστική περίοδο, όπως και παλαιότερα, πλαίσιο της πρώτης (προσχολικής) αγωγής παραμένει η οικογένεια. Το παιδί ανατρέφεται στο χώρο του σπιτιού παραμένοντας στα χέρια καταρχήν της μητέρας, προπάντων όμως της τροφού, η οποία διακρίνεται από την κυρίως τροφό ή τίτθη, που θηλάζει το βρέφος. Κατά κανόνα και οι δύο είναι δούλες. Κατά την προσχολική ηλικία τα νήπια μεγαλώνουν ακούγοντας παραμύθια, διδακτικούς μύθους όπως τους μύθους του Αισώπου και παραδόσεις από τον ανεξάντλητο πλούτο της αρχαίας μυθολογίας. Το βασικό παιχνίδι τους είναι τα «κότσια», οι αστράγαλοι. Η πολιτεία δείχνει πάντοτε ιδιαίτερη πρόνοια για τα παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση, για τα παιδιά ηλικίας 7 έως περίπου 14 ετών, γίνεται καθολική, κοινό αγαθό και για τα δύο φύλα, αν και τα σχολεία εξακολουθούν να είναι ιδιωτικά και η φοίτηση προαιρετική. Το πρόγραμμα της στοιχειώδους εκπαίδευσης περιλαμβάνει ανάγνωση, απομνημόνευση, γραφή και αριθμητική με τον γραμματιστή, μουσική με τον κιθαριστή και γυμναστική με τον παιδοτρίβη Από τα τρία σχολεία, το σχολείο του γραμματιστή διευρύνεται όλο και περισσότερο με τη φοίτηση και των κοριτσιών και αποκτά μεγαλύτερη αξία έναντι των δύο άλλων, που σταδιακά υποβαθμίζονται.

Την εποχή αυτή υπάρχουν πολλές μαρτυρίες σχετικά με την εργασία του γραμματιστή. Εκτός από αυτά που μαθαίνουμε από διάφορους συγγραφείς, σώθηκαν, ιδιαίτερα από την Αίγυπτο, αρκετές σχολικές ασκήσεις γραμμένες άλλοτε πάνω σε παπύρους και άλλοτε πάνω σε πιο πρόχειρο υλικό, όπως όστρακα ή ξύλινα πινακίδια. Αρχικά μάθαιναν τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου. Στη συνέχεια μάθαιναν να γράφουν το αλφάβητο, πρώτα κανονικά και έπειτα αντίστροφα από το Ω ως το Α. Ακολουθούσε η διδασκαλία των συλλαβών· και ύστερα από αυτές άρχιζε η ανάγνωση πρώτα και η γραφή έπειτα μονοσύλλαβων και πολυσύλλαβων λέξεων. Προτιμούσαν σειρές λέξεων ή ονομάτων που τα αρχικά τους σχημάτιζαν το αλφάβητο: αίξ, βους, γρυψ κτλ. ή Αχιλλεύς, Βίων, Γάιος κτλ. Από τις λέξεις προχωρούσαν σε φράσεις. Ο γραμματιστής παρακολουθούσε ακόμη την πρόοδο των παιδιών στην καλλιγραφία, στην ορθογραφία, στην αποστήθιση αποσπασμάτων από τον Όμηρο και άλλους ποιητές.

«Η σωματική τιμωρία των μαθητών ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Την παρακολουθούμε στη γνωστή τοιχογραφία της Πομπηίας που εικονίζει σχολικές σκηνές, στο μίμο του Ηρώνδα “Διδάσκαλος”, όπου ο δάσκαλος Λαμπρίσκος δέρνει με το λουρί έναν αμελή μαθητή. Σε ένα μαθητικό πινακίδιο, που βρίσκεται σήμερα στο Βερολίνο, διαβάζουμε γραμμένη για τιμωρία τέσσερις φορές τη φράση : “Φιλοπόνει, ώ παΐ, μή δαρής”. Σε επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας “ένας συνταξιούχος” δάσκαλος αφιερώνει στον Ερμή τα σύμβολα του επαγγέλματος του και ανάμεσα σε αυτά υπάρχει ένα μπαστούνι, ένα λουρί, ένα ραβδί, ένα σαντάλι».

Μέση εκπαίδευση Από τον Αριστοτέλη πληροφορούμαστε ότι μετά τα δεκατέσσερα χρόνια οι μαθητές έστρεφαν τη δραστηριότητα τους για τρία χρόνια «άλλοις μαθήμασι», χωρίς να αναφέρει ποια είναι αυτά τα μαθήματα. Πρέπει όμως να είναι εκείνα που ο ίδιος αλλού αναφέρει ως «ελευθερίους επιστήμας», τις θεωρητικές γνώσεις που ταιριάζουν σε έναν ελεύθερο πολίτη, που ασκούν τη διάνοια και το ήθος της ψυχής του και του δείχνουν το δρόμο προς την αρετή. Αργότερα από τους Έλληνες χρησιμοποιείται ο όρος «εγκύκλιος παιδεία» που σημαίνει γενική εκπαίδευση, ενώ οι Ρωμαίοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον όρο του Αριστοτέλη μεταφρασμένο ως «artes liberals». Τόσο στην ελληνιστική εκπαίδευση όσο και στη ρωμαϊκή, οι κλάδοι της εγκυκλίου παιδείας ήταν επτά: γραμματική, διαλεκτική (λογική), ρητορική, γεωμετρία, αριθμητική, αστρονομία και μουσική. Κάθε ειδικός σε έναν από τους παραπάνω κλάδους έχει το δικό του σχολείο, όπου διδάσκει μόνο το δικό του μάθημα. Και κάθε μαθητής που επιθυμεί να διδαχτεί ένα μάθημα πηγαίνει στο αντίστοιχο ειδικό σχολείο : στου γραμματικού, στου ρητοροδιδασκάλου, στου μαθηματικού. Όπως είναι φυσικό, ήταν πολύ σπάνιο να ολοκληρώσει κάποιος τον κύκλο και των επτά εγκύκλιων μαθημάτων.

ανώτατη εκπαίδευση–  Όταν η Αλεξάνδρεια τον 3ο αιώνα π.Χ. γίνεται η πρωτεύουσα του Ελληνισμού, έχουμε τη διαμόρφωση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο Πτολεμαίος ο Α’ ίδρυσε μια πραγματική Πανεπιστημιούπολη με το Μουσείο (ίδρυμα αφιερωμένο στις Μούσες) και τη Βιβλιοθήκη της. Υπήρχαν αίθουσες παραδόσεων, εργαστήρια ανατομίας, αστεροσκοπείο, ζωολογικός και βοτανικός κήπος.

Η Βιβλιοθήκη των Πτολεμαίων ήταν η πλουσιότερη μέσα στον αρχαίο κόσμο με 700.000 τόμους. Επιστήμονες από διάφορα μέρη προσκλήθηκαν στα ιδρύματα αυτά για επιστημονικές έρευνες αμειβόμενοι με πλούσιες δωρεές από το βασιλικό ταμείο. Σ’ αυτά συγκεντρώθηκαν με φροντίδα και διασώθηκαν οι θησαυροί του ελληνικού πνεύματος. Τέτοιες ανώτατες οργανωμένες σχολές ιδρύθηκαν ακόμη στην Πέργαμο, Αντιόχεια και Ρόδο. Ο Άτταλος μάλιστα, θέλοντας να ξεπεράσει τους Πτολεμαίους, ίδρυσε στην Πέργαμο, Βιβλιοθήκη, Μουσείο, με περίφημη Ιατρική Σχολή (Γαληνός).

Στην αρχαία Ελλάδα διατυπώθηκε μορφή νόμου για την καθιέρωση της παιδείας ως υποχρεωτικής, και τούτο γιατί η Παιδεία ήταν αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας. Στην εποχή των Πτολεμαίων θεσπίστηκε η επιχορήγηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως κατά τους χρόνους αυτούς καλλιεργήθηκαν σημαντικά και συστηματικά η φιλολογία και η γραμματική, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η γεωγραφία, η φυσική και η ιατρική. Οι κλάδοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η φιλοσοφική διδασκαλία είναι κυρίως τρεις : η λογική, η φυσική και η ηθική. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους τα πρωτεία κατέχει ο φιλοσοφικός κλάδος της Ηθικής. Κύριος στόχος της φιλοσοφίας δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας αλλά η αναζήτηση του ύψιστου αγαθού.

[4]. Στο Βυζάντιο

Στις σχολές της Αλεξάνδρειας, Καισάρειας, Αντιόχειας, διδάσκεται η κλασική παιδεία, σε συνδυασμό με τις χριστιανικές ιδέες, από τους μεγάλους Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος). «Η τεράστια πλειοψηφία των φωτισμένων χριστιανών θεωρούσε ότι η κλασσική εκπαίδευση ήταν εντελώς αποδεκτή» Ακόμα και την εποχή των αντιπαραθέσεων (η μάχη με τις αιρέσεις και κυρίως η μεγάλη σύγκρουση εικονομαχίας και εικονολατρίας) η ελληνική παιδεία θα παραμένει κυρίαρχη. Η Τέτρακτυς ή Quadrivium, «το εκπαιδευτικό αναλυτικό αυτό πρόγραμμα, η διαμόρφωση του οποίου είχε συντελεστεί στην ύστερη αρχαιότητα, θα πρέπει να ίσχυε ακόμη στο Βυζάντιο μεταξύ του 7ου και του 9ου αιώνα».

Στο Βυζάντιο το εκπαιδευτικό σύστημα περιλάμβανε την προπαιδεία κατά την οποία οι μικροί μαθητές (μετά τα έξι ή επτά χρόνια) μάθαιναν τα πρώτα γράμματα. Οι Αισώπειοι μύθοι χρησιμοποιούνταν από τους Βυζαντινούς στην εκπαίδευση και μάλιστα στα «πρώτα γράμματα». Ακολουθούσε η «παίδευσις» ή «εγκύκλιος παίδευσις», από τα δέκα ή δώδεκα έως τα δεκαεπτά ή δεκαοκτώ, όπου διδασκόταν και η θύραθεν παιδεία επί τη βάσει των αρχαιοελληνικών ή ελληνιστικών κειμένων. Η θύραθεν παιδεία περιλάμβανε τη φιλολογική «τριτύα» (γραμματική, ρητορική και διαλεκτική) και τη μαθηματική «τετρακτύα» (αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονο­μία).

Ακόμα και στην πρώτη περίοδο, όταν τα λατινικά αποτελούσαν ακόμα την επίσημη γλώσσα του κράτους, από τους τριάντα καθηγητές οι δεκαπέντε δίδασκαν την ελληνική γραμματική και φιλολογία και οι υπόλοιποι τη ρωμαϊκή φιλολογία, το δίκαιο και τη φιλοσοφία. Στα ελληνικά και τα λατινικά αντίστοιχα. Από τον 6ο ή 7ο αιώνα, τα λατινικά εξαφανίζονται. Στη Δύση, την ίδια εποχή, η γνώση των ελληνικών εκμηδενίζεται. Σύμφωνα με τον Lemerle, η τελευταία γενιά που γνώριζε ελληνικά ήταν εκείνη του Βοηθίου (πέθανε το 525) και του Κασσιοδώρου (πέθανε το 570), ο οποίος μετέφρασε και στα λατινικά την Εισαγωγή στις Κατηγορίες του Αριστοτέλη. Στη δε Ρώμη, γύρω στο 600, κανένας δεν διάβαζε ακόμα και τους πλέον επιφανείς Έλληνες πατέρες. Ο λόγιος δυτικός πατέρας της εκκλησίας, Ισίδωρος της Σεβίλλης, αγνοούσε τα ελληνικά ενώ ο επίσκοπος του Πουατιέ, Φορτουνάτος (530-609), ομολογούσε πως δεν γνωρίζει τίποτε για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Κατά τον Lemerle πρόκειται για αδιανόητη οπισθοδρόμηση. Ο δυτικός Μεσαίωνας θα επικοινωνεί για πολύ καιρό αποκλειστικά με τη λατινική παιδεία και θα έρθει σε επαφή με τους Έλληνες μόνο μερικούς αιώνες αργότερα, με τη διαμεσολάβηση των Αράβων, αρχικώς, και των Βυζαντινών στη συνέχεια.

Στα σχολικά μαθήματά των Βυζαντινών περιλαμβανόταν η μελέτη αρχαίων τραγωδιών (π.χ. Πέρσες, Προμηθέας Δεσμώτης και Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, Αίας, Ηλέκτρα και Οιδίπους Τύραννος, του Σοφοκλή, Εκάβη, Ορέστης και Φοίνισσες του Ευριπίδη) καθώς επίσης και κωμωδίες του Αριστοφάνη (Πλούτος, Νεφέλες, Βάτραχοι), αποσπάσματα από τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, τον Θεόκριτο, διάλογοι του Λουκιανού, λόγοι του Δημοσθένη και του Ισοκράτη, ορισμένοι διάλογοι του Πλάτωνα, κείμενα του Ξενοφώντα και άλλων.

Ο Πίνδαρος χρησιμοποιούταν ως σχολικό κείμενο στο Βυζάντιο μεταξύ του 4ου και του 6ου αι., αλλά από τον 7ο ώς τα μέσα του 9ου αι. δεν διαβαζόταν. Ώς τον 4ο αι. οι χριστιανοί συγγραφείς χρησιμοποιούσαν πινδαρικά αποσπάσματα σε θρησκευτικό πλαίσιο, δηλαδή για να υποστηρίξουν τα χριστιανικά δόγματα. Στην «εγκύκλιο παίδευση», δηλαδή την αμέσως μετά την κατώτερη εκπαίδευση βαθμίδα της εκπαίδευσης διδάσκονταν τα έπη του Ομήρου, ο Επίχαρμος, ο Αρχίλοχος, ο Νίκανδρος, ο Πίνδαρος, ο Ησίοδος, ο Ξενοφώντας, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος, ο Δημοσθένης, ο Λιβάνιος, ο Διόφαντος (άλγεβρα), ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (αστρονομία), ο Αιλιανός (ζωολογία), ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης (βοτανική), ο Ήρωνας και ο Αρχιμήδης (οπτική) κ.ά. όπως φυσική, μουσική-αρμονική, ακόμη και στοιχεία ιατρικής. Δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε ότι η εκπαίδευση ενός νεαρού Έλληνα του 5ου αιώνα διέφερε ριζικά από την εκπαίδευση ενός νέου του 2ου αιώνα».

Στην εγκύκλιο παίδευση διδασκόταν «η λογική, και εκ των φιλοσόφων πάλιν τα Αριστοτελικά συγγράμματα και τα του Πλάτωνος μετά των εξηγητών αυτών Πρόκλου, Ιαμβλίχου, Αλέξανδρου Αφροδισιέως, Αμμωνίου και Πορφυρίου, ίσως δε και η Στωϊκή και Νεοπλατωνική φιλοσοφία». Επίσης διδασκόταν η γεωμετρία κατά τον Ευκλείδη καθώς και η «σφαιρική γεωμετρία». «Τα Στοιχεία ήταν το βασικό εγχειρίδιο γεωμετρίας για τους Βυζαντινούς. Από την Κωνσταντινούπολη η γνώση του Ομήρου επεκτάθηκε στη Βαγδάτη τον 9ο αι. Αναφορικά με το Πανεπιστήμιο του 9ου αι. «σε σύγκριση με το πανεπιστήμιο του 425, το πρόγραμμα διδασκαλίας έριχνε το βάρος κυρίως στις θετικές επιστήμες. «Στο πρώτο τρίτο του 9ου αιώνα, όπως μαρτυρούν τα χειρόγραφα, τα επιστημονικά και τεχνικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας εμφανίζουν πλατιά διάδοση».

«Εν τοις σχολείοις της εγκυκλίου παιδεύσεως εδιδάσκοντο οία και εν τω Πανεπιστημίω μαθήματα, με μόνην την διαφοράν ότι εν τω ανωτάτω πανδιδακτηρίω η διδασκαλία ήτο ουχί συνοπτική και στοιχειώδης». Στο Βυζαντινό Πανεπιστήμιο της Πόλης «εδιδάσκετο ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και οι Στωικοί, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, έπειτα ο Δημοσθένης, ο Ισοκράτης, ο Λυσίας, ο Πίνδαρος, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Επίχαρμος, ο Νίκανδρος, η Σαπφώ, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης και ο Μένανδρος». Στην ανατολική αυτοκρατορία «κάθε αγόρι και κορίτσι, του οποίου οι γονείς του μπορούσαν να πληρώνουν, εκπαιδεύονταν, αντίθετα προς τη Δύση, όπου στους σκοτεινούς αιώνες η μελέτη των βιβλίων περιωρίζονταν μόνο στα μοναστήρια». Αλλά ακόμη και παιδιά της μεσαίας τάξεως, όπως ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης [9ος αι.] ή ο Ψελλός, μπορούσαν να μορφωθούν καλά. Αγόρια όλων των τάξεων μπορούσαν να σπουδάζουν από τη νηπιακή τους ηλικία μέχρι της ηλικίας των είκοσι έως τριάντα ετών.

«Οι αυτοκράτορες ίδρυσαν ένα σημαντικό αριθμό σχολείων για ορφανά. Ακολουθούσαν κι αυτά το ίδιο πρόγραμμα μαθημάτων που ίσχυε για τ’ άλλα σχολεία πρωτοβάθμιας παιδείας στις επαρχίες (…) Τον 6ο αι. η εκπαίδευση είχε διαδοθή τόσο, ώστε να προσελκύση σεβαστό ποσοστό απ’ το σύνολο των παιδιών των ελευθέρων πολιτών και το ποσοστό αυτό εξακολούθησε να μεγαλώνη σταθερά στους μεταγενέστερους χρόνους, αν και ήταν διαφορετικό από επαρχία σε επαρχία. Τον 11ο αι., επί Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118), τα σχολεία ήταν ανοιχτά και προσιτά για όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από εθνικότητα και κοινωνική τάξη των γονέων τους». Ο Αλέξιος Α’ «ίδρυσε δημοτικό σχολείο για να διδάσκονται εκεί ορφανά και άπορα παιδιά, επανδρώνοντάς το με δάσκαλους και παιδαγωγούς, οι οποίοι σιτίζονταν με τους μαθητές τους δωρεάν».Έχουμε ειδήσεις για κορίτσια που διδάσκονταν τα μαθήματα είτε κατ’ οίκον (Βίος και πολιτεία της οσίας Ευφροσύνης) είτε σε σχολείο θηλέων όπου αυτά στέλνονταν (ο Μιχαήλ Ψελλός κάνει λόγο για τις συμμαθήτριες της κόρης του) είτε ότι στέλνονταν σε μικτό σχολείο, στις κατώτερες τάξεις (π.χ. στο Φλώριος και Πλάτζια Φλώρα λέγεται ότι τα δύο παιδιά πορεύτηκαν στο σχολείο αντάμα). Δάσκαλοι και φοιτητές πηγαίνουν από σχολείο σε σχολείο και διασχίζουν πρόθυμα όλη την Ανατολή. Η διάρκεια των ανώτερων σπουδών φτάνει συχνά, και καμιά φορά ξεπερνά, τα δέκα χρόνια» «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εξακολουθούσε να παρέχεται στην Κωνσταντινούπολη ανώτερη εκπαίδευση σύμφωνη με το παραδοσιακό πρόγραμμα. Η φροντίδα του κράτους για την ποιότητα της ανώτερης εκπαίδευσης στους χρόνους του Ηρακλείου και του πατριάρχη Σέργιου φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε, μια και δε στάθηκε δυνατό να προσελκυστεί ο δάσκαλος Τυχικός στην Κωνσταντινούπολη, στέλνονται μαθητές να παρακολουθήσουν τα μαθήματά του στην Τραπεζούντα, ίσως με έξοδα του κράτους».

Ο Μ. Κωνσταντίνος αύξησε τα προνόμια των επικεφαλής των σχολών και των δασκάλων των τους οποίους απάλλαξε από πολλούς φόρους. Από την εποχή του Κωνστάντιου Β΄ (337-361) έως τον Ιουστινιανό, η Κωνσταντινούπολη θα μεταβληθεί σε κέντρο των ελληνικών γραμμάτων και σε αυτοκρατορικό κέντρο αντιγραφής, από τον 4ο αιώνα, θα μεταγραφούν σε περγαμηνούς κώδικες όλα τα φθαρμένα αρχαία έργα που συγκεντρώθηκαν, μιας και είχαν γραφτεί σε παπύρους. Οι ίδιοι οι Πατέρες της εκκλησίας θα φοιτήσουν στις φιλοσοφικές σχολές των εθνικών. «Τουλάχιστον το 75% των γνωστών σήμερα Αρχαίων Ελλήνων κλασικών μας έγιναν γνωστοί μέσω βυζαντινών χειρογράφων.» Την εποχή του Μαυρίκιου (582-602): «Τίποτα δεν δείχνει ότι στη στοιχειώδη εκπαίδευση, στη «μέση» εκπαίδευση, στη γενική μόρφωση που λέγεται εγκύκλιος παιδεία, υπήρξε κάποια διακοπή, αλλά ούτε καν αξιόλογη αλλαγή στη δομή και στο πρόγραμμα, από τα τέλη του 6ου ώς τις αρχές του 9ου αιώνα. Συνέχεια υπήρξε και στην «ανώτερη» εκπαίδευση, στο «πανεπιστήμιο», καθώς και στις ιδιωτικές σπουδές, των οποίων η περίπτωση του Τυχικού αποτελεί λαμπρό παράδειγμα, τουλάχιστον ώς τα μέσα περίπου ή το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα: έδρες, καθηγητές και μαθητές μάς είναι γνωστά»

Από το 425 θεσπίζεται ένα είδος «μονοπωλίου» της Κωνσταντινούπολης ως προς την πανεπιστημιακή μόρφωση. (τότε ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο από τον Θεοδόσιο, χρηματοδοτημένο και ελεγχόμενο από το κράτος. Από τις 31 έδρες διδασκαλίας 10 προορίζονταν για την ελληνική φιλολογία, ισάριθμες για την λατινική, 5 για την ελληνική ρητορική και 3 για την λατινική. Επίσης ιδρύθηκε και μια έδρα φιλοσοφίας. Για πρώτη φορά τα λατινικά παραμερίζονταν τόσο πολύ. Γίνονταν αποδεκτά στην εκπαίδευση και την διοίκηση, πράγμα συναφές με τον εξελληνισμό του κράτους.)

Μετά από μία περίοδο κρίσης, κατά τους τελευταίους εικονομάχους αυτοκράτορες έως την εποχή του Βασιλείου Β΄, το Πανεπιστήμιο ανανεώνεται τον 11ο αιώνα από τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι την πτώση της Πόλης. Παράλληλα λειτουργούσε και «Πατριαρχική Ακαδημία» για όσους επιθυμούσαν να ακολουθήσουν εκκλησιαστική σταδιοδρομία, η οποία ουδέποτε ταυτίστηκε με το Πανεπιστήμιο, όπως συνέβη στη Δύση όπου τα πρώτα Πανεπιστήμια αποτελούσαν παραρτήματα των μονών και της εκκλησίας. Μια εκτεταμένη αναδιοργάνωση του Πανεπιστήμιου πραγματοποιήθηκε από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο Β΄, στις αρχές του 14ου αιώνα, υπό την καθοδήγηση του μεγάλου Λογοθέτη Θεόδωρου Μετοχίτη.

[5]. Στην Τουρκοκρατία

Η παιδεία των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία γινόταν σε τοπικά σχολεία αλλά και σε μεγάλες σχολές με οικονομική συνδρομή Ελλήνων, ντόπιων ή της διασποράς και την υποστήριξη και καθοδήγηση της Εκκλησίας, υπό την επίβλεψη του Οθωμανικού κράτους.

Υπήρχαν δύο βαθμίδες σχολείων. Η πρώτη αποτελούνταν από τα «κοινά σχολεία» ή «σχολεία των ιερών γραμμάτων», τα οποία δεν είχαν θεσμική υπόσταση μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα και συχνά η λειτουργία τους υποκαθιστόταν από εγγράμματο μέλος του περιβάλλοντος του παιδιού. Τα κείμενα που χρησιμοποιούνταν ήταν θρησκευτικά, και η διαδικασία της μάθησης επίπονη, μέχρι την εμφάνιση των πρώτων σύγχρονων αλφαβητάριων το β’ μισό του 18ου αιώνα. Στη δεύτερη βαθμίδα βρίσκονταν τα «ελληνικά σχολεία» που ονομάζονταν επίσημα και «φροντιστήρια», τα οποία εμφανίστηκαν το 17ο αιώνα. Οι μαθητές τους διδασκόταν κυρίως την ερμηνεία αρχαιοελληνικών κειμένων με χρήση της αριστοτελικής μεθόδου του Θεόφιλου Κορυδαλλέα. Στον αριστοτελικό σχολαστικισμό που υποστήριζε το Πατριαρχείο αντιτάχθηκαν Διαφωτιστές και πρότειναν τον εμπλουτισμό των προγραμμάτων με βάση τα νεωτερικά ρεύματα της Δύσης. Έτσι, και υπό την επιρροή του Κοραή, η εκπαίδευση πέρασε σε μια νέα φάση στις αρχές του 19ου αιώνα, με την ίδρυση και υλική στήριξη νέων σχολείων από ομάδες εμπόρων και κοινότητες, σε αρκετά από τα οποία η διδασκαλία γινόταν σε απλή γλώσσα.

Η θύραθεν παιδεία κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας περιλάμβανε τη αρχαίας προέλευσης φιλολογική «τριτύα» και τη μαθηματική «τετρακτύα», που αναφέραμε παραπάνω.

Η Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος (γνωστή και ως «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου») διαμορφώθηκε στην πρώτη της γραπτή μορφή από τον «ψευδο- Καλλισθένη» τον 3ο μ.Χ. αιώνα και μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες. Η παλαιότερη, σήμερα, σωζόμενη παραλλαγή είναι του 11ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και έως τον 20ό αιώνα, τόσο η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, όσο και οι Μύθοι του Αισώπου θα κυκλοφορούν σε αλλεπάλληλες εκδόσεις και θα διαβάζονται από ευρύτατα λαϊκά στρώματα, μπορούν να θεωρηθούν ως διαχρονικά αναγνώσματα του ελληνισμού που εκφράζουν την ενότητά του από την αρχαιότητα μέχρι τα νεώτερα χρόνια, παρά και πέραν των περιπετειών του. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου θα γνωρίσει τρεις εκδόσεις στον 16ο αιώνα, έξι τον 17ο, δεκατέσσερις τον 18ο και οκτώ στα πρώτα είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα –σύνολο 31. Στην περίοδο 1529-1926 ο Γ. Βελουδής θα καταγράψει συνολικά 61 εκδόσεις μέχρι το 1926 και θα υπολογίσει περίπου σε 60.000 τον αριθμό των αντιτύπων που τυπώθηκαν. Ακολουθούν σε αριθμό εκδόσεων οι Μύθοι του Αισώπου, οι οποίοι θα εκδοθούν δεκάδες φορές σε νεοελληνική μετάφραση, εκτός από τις εκδόσεις του αρχαίου κειμένου, με σύνολο 50 εκδόσεις για την περίοδο 1529-1926.

Για την Ιστορια -Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα δεν υπήρχε κεντρικό σύστημα δημόσιας παιδείας για τους Τούρκους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για τη μεγάλη μάζα των μουσουλμάνων υπήρχαν τα Κορανικά Σχολεία τα οποία λειτουργούσαν σαν παραρτήματα των τζαμιών και πρόσφεραν μια βασική θρησκευτική εκπαίδευση, κυρίως αποστήθιση του Κορανίου. Οι Χριστιανοί (Έλληνες), οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι παρά τις δυσκολίες ήταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από πλευράς παιδείας. Έως τον 19ο αιώνα ήταν σπάνιο να βρεθεί Έλληνας, άνδρας ή γυναίκα, που να μην ξέρει να διαβάζει και να γράφει στη γλώσσα του ενώ, αντίθετα, ήταν σπάνιο να βρεθεί Τούρκος, πέραν των αξιωματούχων, που να ήταν εγγράματος.

Στην περίπτωση των Χριστιανών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ορίστηκε επικεφαλής του έθνους και η ευθύνη για την ίδρυση σχολείων βάραινε το πατριαρχείο ως θρησκευτική, πνευματική και πολιτική ηγεσία του γένους. Η αδυναμία του πατριαρχείου να ανταποκριθεί προς αυτόν τον σκοπό οφείλεται τόσο σε αντικειμενικά προβλήματα (αυτονόητες αντιξοότητες της δουλείας, έλλειψη πόρων και δασκάλων) όσο και στην νοοτροπία του ίδιου του πατριαρχείου που ήταν απορφανισμένο από ηγετικές προσωπικότητες, καθώς οι περισσότεροι λόγιοι είχαν εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και είχαν καταφύγει στη Δύση μαζί με τα χειρόγραφά τους. Η ηθικοπνευματική παρακμή είχε διεισδύσει και στη διοίκηση της Εκκλησίας, και ο καιροσκοπισμός και η σιμωνία ήταν συχνά φαινόμενα. Η παρακμή αυτή εντάσσεται σε ένα γενικότερο αίσθημα νωθρότητας που προερχόνταν από τη μοιρολατρία που προκάλεσε η θεωρία της θεϊκής τιμωρίας των χριστιανών μέσω της Άλωσης για τις αμαρτίες τους.

Στις πρώτες δεκαετίες μετά την Άλωση υπήρξαν μικρές βραχύβιες εκπαιδευτικές εστίες, οι προσπάθειες όμως κάποιων λογίων και δασκάλων για τη μόρφωση υπήρξαν μεμονωμένες και περιορισμένες. Από το τέλος του 16ου αιώνα, χειρόγραφες και επίσημες μαρτυρίες που σώζονται και πραγματεύονται την κατάσταση της ελληνικής παιδείας, βεβαιώνουν την ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Ειδικότερα η περίοδος της δεύτερης και κυρίως της τρίτης δεκαετίας του 17ου αιώνα, χαρακτηρίζεται ως η πρώτη μετά την Άλωση πνευματική αναγέννηση της υπόδουλης Ελλάδας με την ελληνική παιδεία να γνωρίζει σημαντική βελτίωση που συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες.

Επισημαίνεται η αντίθεση μεταξύ της έξωθεν καλής εντύπωσης και της σκληρής πραγματικότητας της Οθωμανικής διοίκησης. Ως προς την παιδεία των Ελλήνων και λοιπών Χριστιανών δεν υπήρχε μια ενιαία πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε όλες τις εποχές και όλους τους τόπους. Ακραία αντιχριστιανικά μέτρα, λαμβάνουν χώρα, όπως η απαγόρευση χρήσης των μητρικών γλωσσών επί ποινή κοψίματος της γλώσσας, κάτι που θεωρείται σύμφωνο με την τουρκική παράδοση. Η παιδεία δεν αντιμετώπιζε την αντίδραση τής κεντρικής εξουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις Τούρκοι αξιωματούχοι απομακρυσμένων περιφερειών δυσχέραιναν ή απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων για ποικίλους λόγους, που πολλές φορές σχετίζονταν με την αναστάτωση που προκαλούσαν τα απελευθερωτικά κινήματα. Η «ομαλή κατάσταση», που αναφέρει ο Γεδεών στο έργο του με τονισμένα γράμματα, διεκόπτετο κατά τις διάφορες εξεγέρσεις και ιδίως κατά την Επανάσταση του 1821, οπότε σχολεία, βιβλιοθήκες κτλ καταστρέφονταν ή έκλειναν ακόμα και σε περιοχές που δεν επαναστάτησαν. Για παράδειγμα, το 1821-22 πυρπολήθηκαν τα αξιόλογα σχολεία, οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία (δηλ. πνευματικά κέντρα), διδακτήρια Φυσικής κτλ των Ιωαννίνων και δεν λειτούργησαν επί έξι ολόκληρα έτη έως ότου ανασυστάθηκαν με αγαθοεργείες των αδελφών Ζωσιμάδων. Ενδελεχή μελέτη για την κατάσταση των ελληνικών γραμμάτων από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 19ο αιώνα παρέδωσε επίσης ο Ματθαίος Παρανίκας, στο Σχεδίασμα (1867). Εκεί περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση της παιδείας μετά την Άλωση, παρομοιάζει τα μοναστήρια και τις εκκλησίες με «καταγώγια» και «κευθμώνες» (κρυψώνες) των γραμμάτων, χωρίς να κάνει λόγο για «κρυφό σχολειό». Στο έργο του, ο Παρανίκας παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για σχολεία και δασκάλους που δίδαξαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.
Σε προτρεπτικό λόγο υπέρ της επανάστασης που δημοσίευσε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος «ο εξ Οικονόμων» το 1821 αναφέρεται η ύπαρξη σχολείων, για τα οποία όμως αναφέρει ότι όταν δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κρυφά, κατάφερναν να λειτουργούν με τεχνάσματα ή χάρη σε δωροδοκίες Τούρκων αξιωματούχων. Ο ίδιος επίσης αναφέρει ότι το σχολείο της Σμύρνης εδιώχθη επειδή δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία, κάτι που οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι αφορούσε «τακτική» (πολεμική τακτική) και «αθεΐα» ενώ αυτό των Κυδωνιών της Κρήτης κινδύνευσε να καταστραφεί εκ θεμελίων και σώθηκε με εξαγορά.

[6]. «Απελευθέρωση»

Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, το 1822 συγκρότησε για τη μελέτη του εκπαιδευτικού ζητήματος, μια Επιτροπή που έπειτα από δύο χρόνια υπέβαλε πόρισμα που στηριζόταν σε δύο βασικά σημεία:
α) Χωρισμός της Εκπαίδευσης σε δημοτική, μέση και ανώτερη και
β) Ίδρυση σε κάθε επαρχιακή πρωτεύουσα ενός αλληλοδιδακτικού και ενός ελληνικού σχολείου.

Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε και ανέλαβε ο Καποδίστριας (1827), το εκπαιδευτικό πρόβλημα, αντιμετωπίστηκε με αρκετή σοβαρότητα και δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στο διδακτικό προσωπικό.

Με τον ερχομό του Όθωνα στην Ελλάδα το 1833, το εκπαιδευτικό σύστημα αναθεωρήθηκε για να μεταφυτευθούν συστήματα άλλων λαών. Στις 18 Φεβρουαρίου του 1834 δημοσιεύτηκε το πρώτο διάταγμα για τη Δημοτική Εκπαίδευση, που αποτέλεσε και τον Καταστατικό της Χάρτη ως το τέλος του 19ου αιώνα. Το δημοτικό οριζόταν επτατάξιο και η φοίτηση δωρεάν και υποχρεωτική.

Η εκπαίδευση αφέθηκε στα χέρια των Δήμων και αντιμετώπιζε την αδιαφορία του Κράτους, εξαιτίας κυρίως της μόνιμης σχεδόν κρίσης στην οικονομία. Έτσι το δημοτικό, που άρχισε επτατάξιο, έγινε σε λίγο τετρατάξιο για να καταλήξει με τον καιρό σε τρεις τάξεις. Όσο για τη μέση εκπαίδευση, αυτή διοργανώθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Δεκεμβρίου του 1836. Δημιουργήθηκε ένα μεσαιωνικό σχολικό καθεστώς, μεταφυτευμένο στην Ελλάδα από τη Δύση που απέτυχε να δώσει στην αστική τάξη τη μόρφωση, που έπρεπε για τη σωστή ανάπτυξή της. Καθιερώνονταν δύο σχολεία μέσης εκπαίδευσης:
α) Το «Ελληνικό» και
β) το Γυμνάσιο.

Με τα ίδια διατάγματα του 1834 και 1836, επιτρεπόταν στην Ελλάδα και η ιδιωτική εκπαίδευση, που πήρε τις εξής τρεις μορφές:
-κατ’ οίκον διδασκαλία
-ιδιωτικά σχολεία
-ξένα σχολεία.

Το 1837 ιδρύεται το Οθωνικό Πανεπιστήμιο (μετέπειτα Εθνικό Καποδιστριακό). Όλα τα φιλολογικά βιβλία, ακόμα και οι ελληνικές γραμματικές, μεταφράζονται από τα γερμανικά.

Τη δεκαετία του 1900-1910 γίνονται τα εξής σημαντικά: δημιουργείται ένα Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο της δημοτικής εκπαίδευσης, ψηφίζεται ο νόμος για Παιδαγωγική μόρφωση των λειτουργών μέσης εκπαίδευσης και ιδρύθηκε το «Διδασκαλείο» μέσης εκπαίδευσης, στο οποίο διδάσκονταν και ασκούνταν οι καθηγητές στην παιδαγωγική.

Μετά το 1922 του υπουργείο Παιδείας, οργάνωσε τα μονοτάξια διδασκαλεία, αναδιοργάνωσε το Μαράσλειο Διδασκαλείο, προώθησε μεταρρυθμίσεις στο Τεχνικό Διδασκαλείο και ίδρυσε την Παιδαγωγική Ακαδημία, που σκοπός της ήταν η μετεκπαίδευση επιλέκτων λειτουργών της μέσης παιδείας.

Το 1929 καταργήθηκαν τα διδασκαλεία και ιδρύθηκαν, αντί γι’ αυτά, Παιδαγωγικές Ακαδημίες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, την Τρίπολη, τη Λαμία, την Αλεξανδρούπολη και το Ηράκλειο. Κάθε μια από αυτές είχε και δύο πρότυπα δημοτικά σχολεία (ένα πολυτάξιο και ένα μονοτάξιο). Ως το 1932, σε όλες τις τάξεις του δημοτικού διδασκόταν μόνο η δημοτική γλώσσα. Στις δύο τελευταίες, παράλληλα με τη δημοτική, διδασκόταν και η καθαρεύουσα. Το 1932 και το 1933 καταργήθηκε η καθαρεύουσα και σε όλες τις τάξεις του δημοτικού διδασκόταν μόνο η δημοτική. Από το 1934 όμως και μετά καταργήθηκε η δημοτική από την Ε’ και ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού και διδασκόταν μόνο η καθαρεύουσα.

Με τη μεταρρύθμιση του 1964 τα μέτρα που προωθήθηκαν τότε ήταν: δωρεάν φοίτηση σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες από το δημοτικό στο πανεπιστήμιο, καθιέρωση 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Στο δημοτικό διδασκόταν η δημοτική, ενώ στο γυμνάσιο και η δημοτική και η καθαρεύουσα. Η διδασκαλία των αρχαίων τέθηκε σε νέες βάσεις. Καταργήθηκε η διάκριση κλασικού και πρακτικού στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, έγινε ριζική αλλαγή του τρόπου εισαγωγικών εξετάσεων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και καθιερώθηκε ως τίτλος εγγραφής σ’ αυτά το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο».

Με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, επιχειρήθηκε να επιβληθεί η καθαρεύουσα ως εθνική γλώσσα χωρίς επιτυχία. Με τη μεταπολίτευση όμως η δημοτική κατέλαβε τη θέση της επίσημης γλώσσας του κράτους και η καθαρεύουσα καταργήθηκε. Το Φεβρουάριο του 1982 για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ψηφίστηκε:
-πλήρη αυτοδιοίκηση,
-κατάργηση έδρας
-θέσπιση μεταπτυχιακών σπουδών και
-αναβάθμιση διδακτικού προσωπικού.

[7]. Μια αναδρομή της εκπαίδευσης

Σε όλες τις κοινωνίες η συμβίωση των μελών τους εξαρτάται αρχικά από τη ρύθμιση των σχέσεων των ατόμων με σκοπό την αποφυγή συτγκρούσεων και στη συνέχεια από την τακτική επανάληψη ορισμένων ενεργειών – λειτουργιών όπως για παράδειγμα η αγωγή των παιδιών, που είναι δεσμευτικές για τη συμπεριφορά των ατόμων. Το σχολείο καθίσταται ένας κοινωνικός θεσμός στο πλαίσιο του οποίου έχει ανατεθεί δεσμευτικά η μέριμνά του να οικειοποιηθεί η νέα γενιά μέσω προγραμματισμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας τα πολιτιστικά και κοινωνικά επιτεύγματα της κοινωνικής ομάδας που ανήκει. Στις σύγχρονες μετα-βιομηχανικές κοινωνίες που στηρίζονται στην επιστημονική γνώση και τεχνολογία, η μετάδοση των πολιτιστικών στοιχείων δε σημαίνει στατική αναπαραγωγή γνώσεων – στάσεων αλλά κριτική ικανότητα για αναθεώρηση της προηγούμενης γνώσης που οδηγεί σε επιστημονική πρόοδο.
Στην προβιομηχανική πατριαρχική κοινωνία οι οικογένειες παρήγαγαν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους και κατανάλωναν τα αγαθά της παραγωγής τους. Το παιδί  γεννιόταν και ερχόταν σε επαφή (κοινωνική) με όλα τα μέλη της οικογένειας – όχι με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο – όπου αποκτούσε τον κοινωνικό του ρόλο (καθορισμένες προσδοκίες και στερεότυπα). Στο κλειστό αυτό οικονομικό σύστημα (επανάληψη των ίδιων επαγγελματικών ασχολιών από πατέρα σε γιο), ο τόπος εργασίας αποτελούσε ή ήταν κοντά στον τόπο κατοικίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες –όπου δε χρειαζόταν μαζική εκπαίδευση – η μόρφωση-αγωγή αφορούσε τα υψηλά κοινωνικά στρώματα που θα ασκούσαν αργότερα ηγετικό ρόλο στην πολιτική, στρατιωτική ή οικονομική ζωή, ενώ τα χαμηλά στρώματα περιορίζονταν σε θρησκευτικές μόνο υποχρεώσεις.
Με τη βιομηχανική επανάσταση, η παραγωγή και οικονομία από σημείο αναφοράς την οικογένεια μεταβιβάστηκε στην μαζικοποίηση της παραγωγής προϊόντων στα εργοστάσια. Η οκογένεια έγινε πυρηνική, η γυναίκα εισήλθε στην απασχόληση, το παιδί – το οποίο από συμμετέχων στην παραγωγή μετατρέπεται σε καταναλωτή – έπρεπε να προετοιμαστεί για την ευρύτερη κοινωνική του ένταξη και το νέο καπιταλιστικό σύστημα που με τη σύσταση ενός ενιαίου – εθνικού κράτους έπρεπε να φροντίσει άμεσα ή έμμεσα για την πολιτισμική, κοινωνική και εκπαιδευτική συνοχή και ομοιογένεια του ευρύτερου πληθυσμού. Η νέα οικονομική κατάσταση απαιτούσε κατανομή της εργασίας, εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες από τα άτομα που συμμετείχαν στην παραγωγή. Η δημιουργία ανάλογου εκπαιδευτικού συστήματος (σχολείου) κρίθηκε αναγκαία, απευθυνόταν σε όλους τους πολίτες και αποτελούσε υποχρέωση του εθνικού κράτους.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα το σχολείο αποτέλεσε ένα κοινωνικό υποσύστημα, μια οργανωμένη κοινωνική ενότητα με προσδιορισμένες νομικά οργανωτικές – διοικητκές λειτουργίες (εκπαιδευτική ιεραρχία, τάξεις, αναλυτικά προγράμματα, κανόνες, περιορισμοί), με συγκεκριμένες κοινωνικές απαιτήσεις (σχολική και ατομική αγωγή, κοινωνικοποίηση, μόρφωση, μάθηση) και με προκαθορισμένους ρόλους (διοικητικές υπηρεσίες, δάσκαλοι, μαθητές, ενδοσχολική επικοινωνία).
Από τις αρχές του 20ου αιώνα το σχολείο προσανατολίστηκε στα ενδιαφέροντα και στις εμπειρίες των παιδιών, στην ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και στη βελτίωση σχέσης δασκάλου – μαθητή ενώ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τονίζεται η συμβολή του σχολείου στην οικονομική ανάπτυξη και η διασφάλιση της εκπαιδευτικής ισότητας και δικαιοσύνης.
Ωστόσο μετά το 1960 ως σήμερα το σχολείο αμφισβητείται έντονα για το σύστημα γνώσεων και αξιών που καλλιεργεί, για την αναπαραγωγή μιας κοινωνικής ανισότητας, για την παρακώλυση της πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας στην τεχνολογική εποχή, για τις συγκρούσεις ρόλων και προσδοκιών και για την ποιότητα της κοινωνικοποίησης που παρέχει σε σχέση με άλλες εξωσχολικές εστίες κοινωνικοποίησης.[..]
(ΧΟΥΡΔΑΚΗΣ Α., ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ)

[8]. Τα πράγματα είναι σοβαρά

[..] «Εδώ παρεισφρέει ένα βασικό ερώτημα.
-Γιατί δεν διαβάζουν οι μαθητές; Γιατί θεωρούν ως δυσκολότερο μάθημά τους την Ιστορία;
Είναι η ηθελημένη παραμέληση αυτής καθεαυτής της ιστορίας ως μάθημα; Είναι η απόρριψη έργων που δεν ταιριάζουν με τη λεγόμενη σύγχρονη «μόδα»; Είναι η απροκάλυπτη εχθρότητα προς την ιδέα ότι υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια ποιότητας;
Το βλέπω καθημερινά διδάσκοντας στους πρωτοετείς φοιτητές του Τμήματος Φυσικής. Οι νεότερες γενιές βαθμιαία «φτωχαίνουν» πνευματικά και ιδιαιτέρως αμβλύνονται οι ικανότητές τους, αυτές της κατανόησης, της κριτική σκέψης, της σύνθεσης και της αναφοράς.
Δυστυχώς, υπάρχει μία τάση, δεν ξέρω από πού έχει δημιουργηθεί(;), όπου η «αρχαιομάθεια» είναι συνυφασμένη με τον εθνικισμό και, τέλος πάντων, άσχετη με τον σύγχρονο κόσμο που «τρέχει»… Και ακόμα ότι η συσσώρευση γνώσεων είναι τρόπον τινά «ελιτίστικη» και πως στοχεύει κυρίως στην όξυνση των κοινωνικών διακρίσεων!
Αν οι φοιτητές μας δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο Θαλής, ο Ευκλείδης, ο Αρχιμήδης, η Ιωνία, οι Βυζαντινοί, ή ακόμα και ο Κολοκοτρώνης, αν δεν γνωρίζουν τίποτα για τη Στερεομετρία, για την Οπτική, για το μέλαν σώμα και τον Planck… Τι στην αλήθεια τους ζητάμε εμείς;

Τη λύση αποτελούν η μελέτη και οι συνθετικές εργασίες
Πάντως, ο Σχετικισμός είναι αλήθεια ότι εξηγεί αυτή την κατάσταση… Το λάθος είναι ότι δεν έχουμε «ξεσηκωθεί» εμείς οι δάσκαλοι. Και το εννοώ αυτό, από το δημοτικό έως το Πανεπιστήμιο.
Δεν πρέπει οι μαθητές να χάσουν την επαφή με τον γραπτό λόγο. Εκεί όπου οι μαθητές -και όλοι οι άλλοι βέβαια-, διαβάζουν, ανακαλύπτουν τη χαρά της γνώσης. Εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους, διατυπώνουν με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα τις απόψεις τους.
Δεν μπορείς να διδάσκεις σε φοιτητές στην τελευταία βαθμίδα της εκπαίδευσης, αν δεν έρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με γνήσιο πάθος για την επιστήμη που διάλεξαν.
Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να υιοθετήσουμε το μοντέλο ότι η εποχή μας είναι βασισμένη στον προφορικό και οπτικό λόγο. Με κανένα τρόπο… Να μην το επιτρέψουμε όλοι μας!
Όταν χάνεις την παιδεία σου, όταν λησμονείς την ιστορία σου και τη γλώσσα σου, είσαι «υποχείριο», ένας λαός «υποδουλωμένος»! Σκλάβος της καλοπέρασης, του φτηνού και του άκοπου.
Να γιατί αντιγράφουν οι φοιτητές μας και το θεωρούν και «κεκτημένο» δικαίωμά τους. Θέλουν ένα γρήγορο πτυχίο και μέσω αυτού να ανοίξει μια επαγγελματική πόρτα.[..]»
Δρ. Στράτος Θεοδοσίου
Αναπληρωτής καθηγητής – Aστροφυσικής-Aστρονομίας και Mηχανικής

Πηγές (ανενεργός δεσμός)1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11

Φώτο: Μπαλάφαςι

Κατά τον Αριστοτέλη, προκειμένου να γίνει κάποιος αγαθός, πρέπει να ανατραφεί καλά και να αποκτήσει με την άσκηση καλές συνήθειες. Η ανατροφή αυτή δεν είναι μόνο έργο της οικογένειας ή των δασκάλων αλλά κυρίως της «πόλης». Αυτόν το ρόλο της πόλης υπογραμμίζει όταν λέει ότι «οι νομοθέτες καθιστούν ενάρετους τους πολίτες με τον εθισμό» (οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιουσιν αγαθούς) και ότι «στην επίτευξη ή μη αυτού του στόχου διαφέρει η αγαθή πολιτεία από τη φαύλη».   Αγαθή / Φαύλη πολιτεία

Δες επίσης : Η Θεωρία της Γνώσης κατά τον Αριστοτέλη

Το φαινόμενο της Αλλοτρίωσης

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: