RSS

ΚΡΗΤΗ 1645 – 1770

06 Μαρ.
ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΡΗΤΙΚΩΝ, ΕΝΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΘΩΜΑΝΩΝ

Σύντομη επισκόπηση της Ενετοκρατίας

Χάρτης Κρήτης 1458 Η Κρήτη είχε παραχωρηθεί στον ηγέτη της τέταρτης σταυροφορίας Βονιφάτιο Μονφερατικό από τον Αλέξιο Δ΄ Άγγελο. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204 το νησί παραχωρήθηκε από τον Βονιφάτιο στην Δημοκρατία της Βενετίας, στις 12 Αυγούστου του 1204. Η Βενετία δεν είχε πλήρη έλεγχο της Κρήτης, αφού τμήμα του νησιού είχε περιέλθει στην δικαιοδοσία των Γενουατών, οι οποίοι αποχώρησαν το 1211. Για την «Εκχώρηση της Κρήτης» στη Γαληνότατη Δημοκρατία του Αδρία : «Ταύτην δε την νήσον μεταβιβάζομεν δι’ αγοραπωλησίας προς τον προμνησθέντα Γαληνότατον δόγην εν ονόματι της Ενετικής Κοινότητος επί τω συμφωνηθέτι τμήματι μαρκών αργυρών δέκα χιλιάδων…»

Ανώτατη αρχή ήταν ο δούκας, με δύο συμβούλους (consiliari), ο οποίος είχε την έδρα του στον Χάνδακα και η θητεία του ήταν δύο χρόνια. Η πόλη του Ηρακλείου λέγονταν «Χάνδαξ» επειδή γύρω από το φρούριο της πόλης υπήρχε ένα πολύ μεγάλο χαντάκι, που καθιστούσαν αυτό το φρούριο δυσπρόσιτο από τους εχθρούς. Al-ḫandaq (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), από την εποχή του Εμιράτου της Κρήτης (823 μ.Χ. – 961 μ.Χ.) από Άραβες Σαρακηνούς της Κόρδοβα, Ισπανίας, υπό τον Αμπού Χαφέζ (Απόχαψις των Βυζαντινών).

Έτσι ξεκινάει η περίοδος της ενετοκρατίας από το 1204 με την ανακήρυξη του «Βασιλείου της Κρήτης» (Regno di Candia) και τερματίζεται το 1669, με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια της Βενετικής εξουσίας γίνεται πολύς λόγος για τις εμπορικές δραστηριότητες στην Κρήτη. Τον τελευταίο αιώνα της Ενετοκρατίας οι πόλεις της Κρήτης παρουσίαζαν οικονομική ευημερία. Η αστική τάξη απέκτησε πλούτο, συμμετέχοντας ισότιμα με τους ευγενείς στις οικονομικές δραστηριότητες του τόπου. Οι φτωχοί εργάτες που αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων των πόλεων ήταν απαλλαγμένοι από τις αγγαρείες και την κωπηλασία στις γαλέρες.

«Τους πρώτους μήνες της βενετικής κυριαρχίας η διανομή της γης ήταν στενά συνδεδεμένη με τις στρατιωτικές ανάγκες της. Η Βενετία εγκαθίδρυσε ένα σύστημα στρατιωτικού εποικισμού, στο πλαίσιο του οποίου διανέμονταν φέουδα σε ιππότες που ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν τη Δημοκρατία ως στρατιώτες και προμηθευτές σιτηρών για τα βενετικά εδάφη στην ιταλική ενδοχώρα.» Η δεινή οικονομική θέση των ιπποτών τους ώθησε να βάλουν τα προσωπικά τους συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του κράτους ενώ κατηγορούνταν για απληστία και για κακομεταχείριση απέναντι στους χωρικούς. Κατά την περίοδο 1570 – 1571 (χρονιά κατά την οποία καταλήφθηκε η Κύπρος από τους Οθωμανούς) αναφέρεται η καταπίεση των Βενετών απέναντι στους χωρικούς, οι οποίοι συνθλίβονταν από τις απαιτήσεις του κράτους με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης, ενώ οι Βενετοί προκειμένου να αποτρέψουν τους Κρήτες να παραταχθούν στο αντίπαλο στρατόπεδο γίνονταν ακόμη πιο καταπιεστικοί. Ο Φοσκαρίνι το 16ο αιώνα επισημαίνει τη διάλυση αυτού του ημιφεουδαρχικού συστήματος καθώς τμήματα γης είχαν περάσει και σε χέρια Κρητικών ορθοδόξων.

Η εκμετάλλευση που ασκούσαν οι Βενετοί σε βάρος των χωρικών της Κρήτης εμφανίζονταν κυρίως στις λεγόμενες «αγγαρείες», υποχρέωση των τελευταίων να εργάζονται ως κωπηλάτες στις γαλέρες. Υπήρχαν 2 κατηγορίες υποχρέων (ηλικίας 15 – 60 ετών) σε υπηρεσία στις γαλέρες : τους μαχητές (huomini da Guerra ή da spada) και τους κωπηλάτες (huomini da remo) οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να κωπηλατούν με αλυσίδες στα πόδια. Σε περίπτωση ναυαγίου ή σύγκρουσης ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν αφού παγιδεύονταν στα δεσμά τους. Ο φόβος της αγγαρείας ανάγκαζε τους χωρικούς να βρίσκουν αντικαταστάτες οι οποίοι θα αναλάμβαναν για λογαριασμό τους την αγγαρεία, επ’ αμοιβή συνήθως. Οι αντικαταστάτες λεγόντουσαν αντισκάροι (antiscari). Στις αναφορές των Βενετών αξιωματούχων, όπως του αρχιστράτηγου Τζουστινιάνο ο οποίος φέρεται να ενημερώνει τις αρχές ότι η διάρκεια του πολέμου είχε τρομοκρατήσει τους κατοίκους οι οποίοι προσπαθούσαν να βρουν αντικαταστάτες για τη στρατολόγηση στη γαλέρα και προκειμένου να το πετύχουν αυτό πωλούσαν τα υπάρχοντά τους όσο – όσο. Στα 1629 παρά τη μεγάλη πίεση που ασκούνταν στους κατοίκους για να κωπηλατούν στις γαλέρες, ο προβλεπτής Μοροζίνι στην έκθεσή του αναφέρει ότι ήταν δύσκολο να επιτύχει κι αυτό το εγχείρημα καθώς οι άνθρωποι το έσκαγαν από τις αγγαρείες.

Κατά τη διάρκεια της Βενετικής παρουσίας έχουν καταγραφεί 27 επαναστάσεις (μεγάλης ή μικρής έκτασης).

Την περίοδο της Ενετοκρατίας η Κρήτη είχε στραφεί στην αμπελουργία και εξήγε έναν τύπο γλυκού κρασιού που λέγονταν «μαλβαζία». Η παραγωγή αυτού του οίνου φαίνεται να σταματά επί τουρκοκρατίας και η Κρήτη στρέφεται στην ελαιοκαλλιέργεια. Το 16ο αιώνα στην Κρήτη κυριαρχούσε η εξαγωγή κρασιού «μαλβαζία». Για τη σπορά των σιτηρών ξεριζώθηκαν αμπέλια αλλά αυτή η πολιτική δεν επέφερε σημαντικά αποτελέσματα. Ο Στ. Σπανάκης το 1949 μετέφρασε και δημοσίευσε έκθεση του 1604 εκδιδόμενη από τον τότε δούκα της Κρήτης Ιωάννη Σαγκρέντο: «Ο εξοχότατος Φοσκαρίνι έκαμε άπειρα ηρωικά έργα. Μα ανάμεσα στα σπουδαιότερα εξέδωκε ένα αυστηρότατο Διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο κανένας δεν μπορούσε, χωρίς να υποστεί σοβαρότατες ποινές, να φυτέψει αμπέλια σε χωράφια κατάλληλα για σιτοκαλλιέργεια. Διάταξε ακόμη να ξεριζωθούν πολλά, υποχρεώνοντας τους ιδιοκτήτες να καλλιεργούν τα χωράφια αυτά. Σιγά – σιγά όμως, η σιτοκαλλιέργεια ελαττώνονταν που ύστερα από μερικά χρόνια η Γαληνότητά Σας αντιλήφτηκε διάφορες παραβάσεις και διάταξε να ξεριζωθούν πάλι όλα τ’ αμπέλια.»
Το ζήτημα της επάρκειας των σιτηρών όσο αυξάνονταν οι ενετοτουρκικές εντάσεις γύρω από την Κρήτη, είχε εξελιχθεί σε μείζον ζήτημα όχι μόνο για τη συντήρηση του στρατού αλλά και του ίδιου του λαού της Κρήτης. Έξι χρόνια αργότερα ο αντικαταστάτης του Σαγκρέντο, Ντολφίν Βενιέρ επισημαίνει τη σιτοδεία που επικρατεί στο νησί εκείνο το διάστημα: «Σχετικά με τα σιτηρά, το σιτάρι δε φτάνει για τις ανάγκες του νησιού και χρειάζεται να εισάγεται από τις τουρκικές χώρες Αν δεν γίνει στο Βασίλειο μια παρακαταθήκη σταριού σίγουρα θα υπάρξει σοβαρή έλλειψη για τη συντήρηση τόσο του λαού όσο και του στρατού».

Η αρνητική συμπεριφορά των Ενετών απέναντι στην ορθόδοξη εκκλησία μνημονεύεται και από τους εθνικούς ιστοριογράφους. Όσο βέβαια πλησίαζε ο τουρκικός κίνδυνος οι Ενετοί παραχωρούσαν περισσότερες θρησκευτικές ελευθερίες. Η ενετική παρουσία ασκούσε πίεση στην ιεραρχία των ορθοδόξων χριστιανών: οι ιερείς χειροτονούνταν κατόπιν άδειας της καθολικής εκκλησίας της Βενετίας. Ελληνόρρυθμες καθολικές κοινότητες (στη Δαμασκό και το Χαλέπι) είναι μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας που αναγνώρισαν τα πρωτεία του πάπα και εντάχθηκαν εκκλησιαστικά στην καθολική εκκλησία. Ακόμη κι όταν άρχισαν να διορίζουν τους λεγόμενους «πρωτοπαπάδες» τους ανάγκαζαν να ιερουργούν με καθολικούς ιερείς αναγνωρίζοντας έτσι την «ανωτερότητα» του καθολικισμού. Ανάμεσα, στους παπάδες που προσπαθούσαν να εξεγείρουν το θρησκευτικό φρόνημα των χριστιανών δεν ήταν άνθρωποι που διακατέχονταν από θρησκευτικό ιδεώδες αλλά λειτουργούσαν για λογαριασμό του αντιπάλου : «Η εξαθλιωμένη αγροτιά υποκινείται από παπάδες – πράκτορες των Ενετών» Όσο κι αν προσπάθησαν οι Βενετοί να επιβάλλουν τα πρωτεία της παπικής – λατινικής εκκλησίας, φαίνεται ότι δεν έγινε κατορθωτό.
Ο Δετοράκης που είναι από τους πιο σύγχρονους αναφέρει ότι η περιφέρεια ήταν εκείνη η οποία μέσω των μοναστηριών αποτέλεσε το προπύργιο της διατήρησης του θρησκευτικού συναισθήματος.
Ο Ψιλάκης, γράφει στο βιβλίο του: «Οι Ενετοί δ’ εν ολίγοις ήσαν έθνος κατακτητών δι’ εμπορικούς το πλείστον λόγους» Στους Ενετούς υπήρχε η ρήση «doctrina post numos» δηλ. «μετά το χρήμα η ηθοποίηση», πράγμα που σημαίνει ότι για τους Ενετούς ήταν σημαντικότερο το κέρδος από τη «θρησκευτική αφομοίωση».
Η Green αναφέρει, οι Ενετοί έκαναν ότι μπορούσαν να αφήνουν ακέφαλη την ορθόδοξη εκκλησία προκειμένου να καθιερώσουν την πρωτοκαθεδρία του λατινικού δόγματος. Θέλοντας να τονίσει τη διαφορά πόλεων και υπαίθρου γράφε ότι: «Τους πρώτους αιώνες οι πόλεις της βενετικής Κρήτης ήταν οχυρά του καθολικισμού, αλλά με την πάροδο του χρόνου ο ντόπιος πληθυσμός διείσδυσε στα (κατά συνέπεια και η ορθόδοξη ανατολική θρησκεία) αστικά κέντρα.»
Ο Τωμαδάκης το 1959 έκανε λόγο για το διορισμό των πρωτοπαπάδων από τους Ενετούς με τον τίτλο “ritus orientali” (δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση του ίδιου του ιστορικού ορθόδοξοι Έλληνες που αναγνώριζαν τα πρωτεία). Και αναφέρει την απάντηση στα 1397 του Ιωσήφ Βρυέννιου στο Μάξιμο Χρυσοβέργη που ήταν φιλοπαπικός: «Και εν οις βίου καθαρότης θεωρείται και πολιτείας ακρίβεια η καθ’ ημάς (τους ορθοδόξους) μερίς υπερτερούσα φαίνεται πολλώ της υμετέρας (λατινικής μερίδος)».
Ο Τζουάνες Παπαδόπουλος ο οποίος έζησε στην Κρήτη το 17ο αιώνα αναφέρεται στο δίπολο μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, ότι δηλ. στα χωριά ήταν ελάχιστες οι καθολικές εκκλησίες σε σύγκριση με τις πόλεις.

Στους τελευταίους αιώνες της ενετικής παρουσίας τα συμβούλια των κρητικών πόλεων περιελάμβαναν τους Βενετούς ευγενείς και τους Κρήτες ευγενείς που είχαν υποστεί την prova di nobilita, διαδικασία απόδειξης της ευγένειας, ενώ αναπτύσσονται τα αστικά κέντρα. «…εγένετο και η πόλις των Χανίων και η της Σητείας και προπάντων η εστία των εγχωρίων Ελληναρχόντων Ρεθύμνης, φυτώριον ποικίλης μορφώσεως». Η πολιτική που εφαρμόστηκε στην εκπαίδευση από τους Ενετούς είχε ως αποτέλεσμα την άνθιση της τέχνης στην Κρήτη (της λεγόμενης «Κρητικής Αναγέννησης») σε πολλούς τομείς: στη ζωγραφική προεξάρχουσα μορφή είναι ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος. Η ανάπτυξη των αστικών κέντρων είχε ως συνέπεια να διαμορφωθούν σχολές σκέψης. Το 1562, στο Ρέθυμνο ιδρύθηκε η ακαδημία των Vivi («των ζωντανών»). Το 1591-92 ιδρύθηκε από τον ευγενή Ανδρέα Κορνάρο η Ακαδημία των Stravaganti («των παράξενων») στο Ηράκλειο και το 1637 (ή 1632) ιδρύεται στα Χανιά η Ακαδημία των Sterili («των άγονων ή στείρων»).

Αξιομνημόνευτη επίσης είναι και η κρητική λογοτεχνία με σημαντικά στιχουργήματα και θεατρικά έργα. Οι αρχές της κρητικής λογοτεχνίας τοποθετείται στον 14ο αιώνα. Το αρχαιότερο «Η Βοσκοπούλα» τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1627, η «Ερωφίλη» του Χορτάτση, περίπου το 1600, «Πανώρια» (παλαιότερα «Γύπαρης»), «Κατζούρμπος» του Χορτάτση, «Στάθης» ανώνυμου ποιητή και «Φουρτουνάτος» του Φόσκολου, ο οποίος γράφτηκε τα τελευταία χρόνια πολιορκίας του Χάνδακα (1655 – 1656), «Ο Ζήνων» αγνώστου συγγραφέως, «ο Βασιλεύς Ροδολίνος» του Τρωίλου, έργο το οποίο τυπώθηκε στη Βενετία στα 1645. Αρχές του 17ου αιώνα «Η θυσία του Αβραάμ» το οποίο τυπώθηκε στη Βενετία το 1696 και «Ο Ερωτόκριτος». Αυτά τα δύο έργα ανήκουν στον ποιητή Βιτσέντζο Κορνάρο. Τα περισσότερα από τα παραπάνω έργα αποτελούν τρόπον τινά διασκευές ή μεταφορές έργων δημιουργημάτων της Αναγέννησης στη Δύση.

Ο Ε.Κριαράς το 1953 σε ανάλυσή του για την κρητική λογοτεχνία δίνει έμφαση στον «εθνικό χρωματισμό» των κρητικών έργων, γεγονός που αποτελεί στοιχείο της βασικής κληρονομιάς από το Βυζάντιο. Μνημονεύει τη δημιουργική διασκευή των κρητικών στιχουργημάτων σε βαθμό που να ομοιάζουν με πρωτότυπα έργα αλλά δεν παραλείπει να σχολιάσει και την ιδιοτυπία που παρουσιάζει, κατά τη γνώμη του, η περιοχή της Κρήτης η οποία έγκειται στο «γεωγραφικό απομονωτισμό της». Ο απομονωτισμός αυτός έχει προσδώσει μία ιδιαιτερότητα στην κρητική λογοτεχνία η οποία συνδυάζει τη βυζαντινή παράδοση με τη δυτική λογοτεχνία χωρίς να παραλείπει τις λαϊκές ιδιαιτερότητες του νησιού.
Η κρητική σχολή ζωγραφικής υπήρξε από της σημαντικότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του ελληνισμού.
Η ιστορική έρευνα έδειξε πως ο ζωγράφος που έβαζε την υπογραφή «Χειρ Αγγέλου» σε 22 εικόνες ενώ άλλες 30 εικόνες αποδίδονται στον ίδιο είναι ο Άγγελος Ακοτάντου ή Κοτάντου ;-1450, γεννημένος στον Χάνδακα, κάτοικος Χάνδακα.

Η «Κρητική Αναγέννηση» ήταν συγκερασμός της δυτικής με την ελληνική ταυτότητα. Η επιρροή της πρώτης είχε ως αποτέλεσμα οι τότε διανοούμενοι της εποχής να ανατρέξουν στην αρχαία ελληνική κληρονομιά, στα ομηρικά έπη και τις αρχαίες τραγωδίες από τις οποίες είχαν επηρεαστεί οι δυτικοί. Οι διανοούμενοι Κρήτες αναγνώρισαν σε έργα της δύσης αυτά τα στοιχεία και κατά κάποιο τρόπο τα διασκεύασαν αναδεικνύοντας όμως την ελληνική ή θρησκευτική ιδιαιτερότητα. Υπάρχουν τεκμήρια ότι οι Κρήτες μελετούσαν την αρχαία ελληνική και βυζαντινή γραμματεία και αντέγραφαν χειρόγραφα.
Το 16ο αιώνα έζησε στο Χάνδακα ο ποιητής Μάρκος Μουσούρος και μετέπειτα μαζί με το Ζαχαρία Καλλιέργη υπήρξαν οι δύο σημαντικοί Έλληνες τυπογράφοι στην Ιταλία. Το πιο γνωστό έργο του λέγεται «Ωδή στον Πλάτωνα, το οποίο αποτελεί μία μυθοπλασία σύμφωνα με την οποία ο Πλάτων καλείται να επισκεφτεί τη Βενετία και να ζητήσει από τον πάπα να απελευθερώσει τους χριστιανούς. Μετά την άλωση της Κρήτης στα 1669 η παράδοση της κρητικής λογοτεχνίας ακολούθησε το φυσικό της δρόμο και μεταφυτεύτηκε στα Επτάνησα. Δε συνεχίστηκε όμως. Τα πρώτα χρόνια την κρατούσαν στα χέρια τους οι Κρητικοί πρόσφυγες, αργότερα πέρασε στους Επτανήσιους.

Ο Κρητικός πόλεμος

Ο Τζουάννε Σαγκρέντο, το 1604 δούκας της Κρήτης, για τον κίνδυνο κατάληψης του νησιού από τους Οθωμανούς αναφέρει τα εξής: «Πιστεύω, και νομίζω ότι το να έχει κανείς οχυρά και εδάφη σε μέρη χιλιάδες μακριά, μπροστά στο ανοιχτό στόμα του εχθρού χωρίς τη δυνατότητα να εφοδιάσει τον πληθυσμό και την πολιτοφυλακή με τρόφιμα, είναι στην πραγματικότητα σαν να μην κατέχει αυτά τα μέρη καθόλου…». Ο Σαγκρέντο εν ολίγοις σκιαγραφεί την οικονομική κάμψη που παρουσίαζε εκείνο το διάστημα η Γαληνότατη δημοκρατία και την ανάγκη στήριξης του στρατιωτικού της μηχανισμού με προσωπικό και τρόφιμα, εν προκειμένω σιτηρά. Έτσι δικαιολογείται και το ξερίζωμα αμπέλων που είχαν στραφεί οι Ενετοί προκειμένου να αναγκάσουν τους κρητικούς να καλλιεργούν τη βάση των τροφίμων που αποτελούσαν τα σιτηρά.

Η αίσθηση της ανάσας του Οθωμανού κατακτητή, ανάγκασαν τους Ενετούς να παρέχουν προνόμια στους ντόπιους. Οι Βενετοί γνώριζαν ότι η πολιτική τους είχε προκαλέσει αντιπάθειες (άλλωστε 27 επαναστάσεις που έλαβαν χώρα στην Κρήτη ήταν ενδεικτικές του γεγονότος ότι δεν ήταν απόλυτα επιθυμητοί) και επιδίωξαν να κατευνάσουν τις οργίλες διαθέσεις. Οι κρητικοί άρχισαν να συμμετέχουν στο συμβούλιο των φεουδαρχών και υπερτερούσαν αριθμητικά των Βενετών. Ο δούκας της Κρήτης Ντολφίν Βενιέρ λέει ότι: «Μοιάζουν ειρηνόφιλοι, αλλά δεν ξέρω αν πράγματι είναι έτσι ή αν είναι από το φόβο τους, εξαιτίας των πολλών στρατιωτών και φρουρίων που βλέπουν στο νησί.»

Από τα τέλη του 16ου μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα οι αξιωματούχοι Βενετοί στέλνουν επιστολές στη Βενετία για την ανάγκη οχύρωσης των φρουρίων όπως αυτό της Γραμβούσας. Ο Μπενέτο Μόρο στις 25 Ιουνίου 1602 γράφει τα εξής: «Το φρούριο της Γραμβούσας λένε πως βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση από όλα τα άλλα. Όταν όμως δει κανένας ότι οι υδατοδεξαμενές του στηρίζονται πάνω στο τοίχος του μετώπου μπροστά και μπορεί να καταστραφούν όχι μόνο με τις βολές του εχθρικού πυροβολικού μα μόνο με την δόνηση των πυροβόλων μας, θα σκεφτεί ότι σε ένα φρούριο χτισμένο πάνω σε ένα νησί, αν λείψει το νερό, σε λίγες μέρες θα πέσει χωρίς αμφιβολία. Πιστεύεται λοιπόν πως είναι ανάγκη ή να κατασκευαστούν νέες δεξαμενές ή να ασφαλιστούν εκείνες κατά τέτοιο τρόπο που να μην υπάρχει φόβος από τέτοιο δυστύχημα». Από αυτή την επιστολή μπορεί να υποθέσει κανείς ότι οι Ενετοί πιθανώς να είχαν αρχίσει να παραμελούν την περιοχή της Κρήτης σ’ ό,τι αφορά τις κτιριακές υποδομές, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί είτε με πρόβλεψη ενδεχόμενης ήττας από τους Οθωμανούς, είτε με αδυναμία εξασφάλισης των απαιτούμενων κρατικών κονδυλίων που απαιτούνταν για στη συντήρηση ή την ανέγερση κτιρίων. Σε άλλη έκθεση: «..χρειάζονται για να φρουρηθεί καλά σήμερα 150 στρατιώτες. Τελευταία στάλθηκε εκεί διοικητής ο Καλιγκάρι με 100 στρατιώτες οι οποίοι ώσπου να φτάσουν είχαν μείνει 87. Γι αυτό χρειάστηκε, ώστε να συμπληρωθεί ο παραπάνω αριθμός να μείνουν αρκετοί στρατιώτες του προηγούμενου διοικητή σας εκεί».

Γενικά, όσο πλησιάζουμε προς το 1645, χρονιά έναρξης του Κρητικού πολέμου, πληθαίνουν οι επιστολές των αξιωματούχων για τις τάφρους. Ο Σπανάκης το 1948 δημοσιεύει την επιστολή ενός Βενετού αξιωματούχου ο οποίος είναι εμπειροπόλεμος και επισημαίνει ότι «όσο πιο πλατειές και πιο βαθειές είναι οι τάφροι ενός φρουρίου τόσο μεγαλύτερη δυσκολία θα έχει ο εχθρός για την εκπόρθησή του» ενώ παρακάτω εκφράζει το θαυμασμό του για το φρούριο του Χάνδακα: «Μπορώ λοιπόν να πω ότι σ’ όλη μου τη ζωή δεν είδα ποτέ φρούριο πιο απόρθητο από το φρούριο του Χάνδακα». Εν μέρει, επιβεβαιώθηκε ο Monte αφού ο Χάνδακας άντεξε την «οθωμανική» πίεση για 25 έτη. Παρόλα αυτά έπεσε!

Πέρα από την προσπάθεια οχύρωσης της Κρήτης, οι Ενετοί προσπαθούσαν να ενισχύσουν το πληθυσμιακό στοιχείο που είχε μετοικίσει σε γειτονικές περιοχές (όπως η Πελοπόννησος), υποσχόμενοι υλικές αμοιβές προκειμένου να μεταβούν στην Κρήτη ούτως ώστε να ενισχυθεί το πληθυσμιακό στοιχείο και η στρατιωτική μηχανή. «αφού οι κάτοικοι της Πελοποννήσου δεν είναι ευχαριστημένοι με τους Οθωμανούς (επισημαίνει ένας επίσκοπος) και θέλουν να παλέψουν στο πλευρό των Ενετών πρέπει και εμείς να διατηρήσουμε την παρουσία των Ενετών στο νησί.»
Υπήρχε όμως και πρόβλημα ενσωμάτωσης τού ντόπιου πληθυσμού στο στρατό καθώς οι διοικούντες αξιωματικοί λόγω της αριστοκρατικής τους καταγωγής αρνούνταν να εκπαιδευτούν μαζί τους. Ενώ ο Τσιβράν χαρακτηρίζει τους Έλληνες πολιτοφύλακες «πολύ κακούς» γι’ αυτό θα έπρεπε να προτιμούνται Κροάτες ή Αλβανοί.

Ο αρχιστράτηγος Τζουστινιάνο προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα των Βενετών απέναντι στους Οθωμανούς, οραματίζονταν να χρησιμοποιήσει όλο τον ντόπιο ανδρικό πληθυσμό στις γαλέρες εξαναγκάζοντας μ’ αυτό τον τρόπο και τις οικογένειες που θα έμεναν πίσω να μην προβαίνουν σε αντικαθεστωτικές ενέργειες. Ο Μοροζίνι πάντως δε διστάζει να επικρίνει τους στρατιωτικούς διοικητές στην Κρήτη χαρακτηρίζοντάς τους «καθόλου καλούς» υπονοώντας προφανώς τις καταπιέσεις που ασκούσαν στον ντόπιο πληθυσμό.

Η οθωμανική απειλή είναι εμφανές ότι είχε προκαλέσει τεράστια αμηχανία στο στρατόπεδο των Ενετών με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν πότε την τακτική του «καρότου» και πότε του «μαστιγίου». Ο ίδιος προβλεπτής αναφέρει ότι το 1629 η φτωχή συγκομιδή των σιτηρών είχε αναγκάσει πολύ κόσμο είτε να πεθάνει από ασιτία είτε να καταφύγει σε οθωμανικά εδάφη. Η αναφορά αυτή του Μοροζίνι, πέρα από την αγωνία για τον κίνδυνο που πλησιάζει, υποδηλώνει την ευαισθησία του για τον πληθυσμό που μαστίζεται από το λιμό και κάνει έκκληση για περισσότερη ευαισθησία. Η ανάγκη για επιβίωση σίγουρα θα ώθησε περιπτώσεις κρητικού πληθυσμού να καταφύγουν στο στρατόπεδο των Οθωμανών. Θα πρέπει, όμως να ομολογήσουμε ότι αναφορές όπως αυτές του Μοροζίνι (που είχε τη φήμη ενός «δίκαιου» προβλεπτή) υποδηλώνουν καλλιέργεια και ευαισθησία και μία διάθεση για έκφραση γεγονός που δικαιολογεί εν μέρει την άνθιση των γραμμάτων και των τεχνών επί Ενετοκρατίας.

Το 1639 ο προβλεπτής Ιζέππο Τσιβράν αναφέρει ότι επιθέσεις εναντίον του σουλτάνου από Μαλτέζους και Φλωρεντινούς πειρατές θα έδιναν στον τελευταίο την αφορμή να επιτεθεί στο νησί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ειπωθεί ότι η κάμψη του βενετικού στόλου συνέπεσε με την έκρηξη της πειρατείας στη Μεσόγειο. Η αναφορά του Τσιβράν έμελλε να αποβεί προφητική και όντως η αφορμή δόθηκε. Το 1644 στα νότια κρητικά παράλια κοντά στους Καλούς Λιμένες, Μαλτέζοι πειρατές συνέλαβαν τουρκικό πλοίο που μετέφερε Τούρκους προσκυνητές στη Μέκκα, στο οποίο επέβαινε και η βαλιδέ σουλτάνα (βασιλομήτωρ), γεγονός που αποτέλεσε τη «θρυαλλίδα» για την έναρξη του κρητικού πολέμου.
Το 1640 η βαλιντέ σουλτάνα και ο βεζίρης Κεμανκες Μουσταφά πασάς ανέλαβαν εξ ολοκλήρου τις υποθέσεις του κράτους, εξαιτίας της συναισθηματικής διαταραχής του σουλτάνου. Οι Μαλτέζοι πειρατές, εκτός από τους προσκυνητές είχαν αρπάξει άλογα και τα ξεφόρτωσαν στην Κρήτη. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του καθώς στους μουσουλμάνους υπήρχε η πεποίθηση ότι το χώμα που πατήθηκε από άλογα μουσουλμανικά ήταν προορισμένο να ανήκει στο Ισλάμ.

Το 1645 καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς η πόλη των Χανίων, ενώ την επόμενη χρονιά «πέφτει» και η πόλη του Ρεθύμνου. Ο Χάνδακας που ήταν η μητρόπολη της Κρήτης κατελήφθη το 1669, έτος που σηματοδοτεί την απαρχή της τουρκοκρατίας στο νησί. Η Κρήτη δεν άντεξε την αφόρητη πίεση που ασκήθηκε από τους Τούρκους. Για κάποιο διάστημα η σύγκρουση Αυστριακών και Τούρκων «χαλάρωσε» προσωρινά τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από το φρούριο του Χάνδακα. Παρόλα αυτά οι επίμονες επιθέσεις έκαμψαν τις όποιες αντιστάσεις προβλήθηκαν. Η επιτυχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε βάρος των Βενετών εμπεριέχεται με εύστοχο και ευφυή τρόπο στα λεγόμενα του Κιοπρουλή προς το δόγη της Βενετίας: «Διά της εν Ναυπάκτω ναυμαχίας άλλοτε (1579) απεκόψατε την γενειάδα μας, αλλά ταχέως αύτη αναφυήσεται, ενώ απολέσαντες την Κρήτην απεβάλατε ένα των βραχιόνων σας όστις όμως ουδέποτε αναφυή». Ο Κρητικός πόλεμος αποτέλεσε ένα γεγονός που ακούστηκε στην Ευρώπη.

Ήταν εντυπωσιακή η μακροχρόνια αντοχή που επέδειξε ο Χάνδακας. Αν και σύμφωνα με τη μελέτη του Άγγλου ιστορικού Morgan Gareth, η κατάληψη του Χάνδακα δεν προκάλεσε την προσοχή της Αγγλίας παρά μόνο τους τελευταίους μήνες της πολιορκίας του κι αυτό για εμπορικούς λόγους αφού ο φόβος των Άγγλων ήταν η Κρήτη να μην αποτελέσει «βάση των κουρσάρων». Ωστόσο, δεν υπήρχε από τους λαούς η διάθεση παρέμβασης. Ήταν σύσσωμη η συμμετοχή στον πόλεμο, ανεξαρτήτως τάξεως, φύλου ή εθνότητας, παρά τις όποιες στερήσεις που υφίσταντο και παρά την απειρία τους σε πολεμικές συγκρούσεις: «Ο αγών ενταύθα ην αληθώς γιγάντιος μεγάλοι και μικροί, πλούσιοι και πένητες, γυναίκες και παίδες και Ισραηλίται εν ταυτώ συνέδραμον κτυπώντες απεγνωσμένως όπως κι όπου εδύναντο». «Οι πολιορκούμενοι δ’ επιέζοντο μεγάλως, στερούμεν οι πολλών απολύτως αναγκαίον, και το δεινότερον ύδατος» «Οι υπολειφθέντες δ’ εξ αυτών και εν αθλία καταστάσει διετέλουν και νεοσύλλεκτοι ήσαν και αγύμναστοι και απειροπόλεμοι, ούτω δ’ ασθενής όλως βοήθεια προς υπεράσπισιν πόλεως πνεούσης τα λοίσθια».

Εντούτοις, φαίνεται ότι υπήρξαν κατηγορίες από την πλευρά των Ενετών προς του κρητικούς, ότι συνέδραμαν στην προσπάθεια των Τούρκων εναντίον της Βενετίας. Ο Μοροζίνι που αναφέρει ότι ντόπιος πληθυσμός κατέφευγε στα οθωμανικά εδάφη, το δικαιολογεί λόγω της σιτοδείας. Ο Μ.Τ. Μπουνιαλής, στο στιχούργημα του «ο Κρητικός πόλεμος» σχολιάζει την απόγνωση των κρητικών που δεν είχαν στην ουσία διέξοδο αφού από τους Ενετούς ήταν καταδικασμένοι να «πέσουν» στα χέρια των Τούρκων. Ακόμα και ο προβλεπτής Μ. Bembo, αναφερόμενος στα γεγονότα του πολέμου γράφει τα εξής: «Όσοι χωρικοί εξεγέρθηκαν δεν το έκαναν από αγάπη προς τον Πρίγκηπά τους αλλά πιεζόμενοι από τους φόνους, τις καταστροφές και τα δεινά που υφίσταντο από τους Τούρκους». Το ξέσπασμα του πολέμου με τα συμπαρομαρτούντα όπως ένδεια, ασθένειες, έλλειψη συνθηκών υγιεινής, ανάγκασε πληθυσμούς να καταφύγουν σε ασφαλέστερα μέρη όπως ήταν ο Χάνδακας πριν την κατάληψή του. Όμως οι κάτοικοι της πόλης για λόγους προστασίας προφανώς των ντόπιων, αρνήθηκαν να παράσχουν προστασία. Για παράδειγμα μετά την κατάληψη του Ρεθύμνου πολλοί κάτοικοί του κατέφυγαν στο Χάνδακα, στον οποίο για λόγους ασφάλειας και υγείας (επειδή είχε ξεσπάσει επιδημία πανώλης εκείνη την περίοδο) αρνήθηκαν να τους δεχτούν. Λέγεται ότι πολλοί Ρεθυμνιώτες όντας σε απόγνωση αναγκάστηκαν να προστρέξουν στους Τούρκους.

Η Green θεωρεί ότι η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς, ευνοήθηκε και από τη στάση των Γάλλων που ήθελαν να θέσουν στο περιθώριο τους Ενετούς και να κυριαρχήσουν στο εμπόριο στην περιοχή της Μεσογείου. Ο Σπανάκης το 1948 δημοσίευσε μία επιστολή σύμφωνα με την οποία ο Πάπας Κλήμης ζητούσε από το Λουδοβίκο XIV τη συνδρομή των Γάλλων για την απομάκρυνση των Οθωμανών. Ο Μ.Τ Μπουνιαλής κάνει μνεία σ’ αυτό το γεγονός: «Στην Κρήτη (=Χάνδακα) οπού ήτονε δεν ήβρα ελεημοσύνη όχι, μα τσι γογγύζασι με πλήσια κακοσύνη. Σωπαίνω σ’ ό,τι επάθασι κι ως εδεπά τ’ αφήνω κι ουδένα δεν κακολογώ ουδέ και κατακρίνω…». Εξάλλου ο Κιοπρουλής, διαπιστώνοντας προφανώς την απόγνωση στην οποία βρέθηκαν οι πληθυσμοί ώστε να προστατευτούν υποσχέθηκε παροχές προκειμένου να τους πάρει με το μέρος του. Η Τζομπανάκη γράφει ότι «Ο Κιοπρουλής εφάρμοσε συστηματικά πολιτική προσέλκυσης χριστιανών ώστε να αυτομολήσουν στις γραμμές του, περιβάλλοντάς τους με διάφορες τιμές και αμείβοντάς τους με χρηματικά ποσά». Παράλληλα υπάρχει κι ένας ψυχολογικός πόλεμος : «με τουφέκια και σαΐτες ρίχνονται στην πόλη προκηρύξεις, οι οποίες παρακινούν τους πολεμιστές να αυτομολήσουν». Ο μακροχρόνιος πόλεμος είναι σίγουρο ότι θα έκαμψε το ηθικό των ντόπιων, προκειμένου να δώσουν τέλος στη σύρραξη με οποιοδήποτε κόστος.

Ένας μοναχός από το Άγιον Όρος, σε σχέση με την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς, γράφει τα εξής: «Επαραδόθηκεν το κάστρον της Κρήτης και εξενητευτήκαμεν οι κακορίζικοι εις ξένους κόσμους και τούτο εξ αμαρτιών μας.» Ενώ πολλοί εύποροι κατέφυγαν στα Ιόνια νησιά, Κέρκυρα και Ζάκυνθο, εκεί δηλαδή που υπήρχε η Βενετική προστασία

Η διαμορφούμενη κατάσταση μετά το τέλος του κρητικού πολέμου

Το τέλος του κρητικού πολέμου βρίσκει την ηττημένη Βενετία να κατέχει τα τρία μεγάλα θαλάσσια φρούρια, της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγγας, ενώ ο κρητικός πληθυσμός έχει υποστεί σημαντική μείωση. Η κατάληψη της Κρήτης έγινε σταδιακά: το 1650 καταλαμβάνεται η Δυτική Κρήτη (Χανιά, Ρέθυμνο), το 1669 (έτος τέλους του Κρητικού Πολέμου) καταλαμβάνεται το Ηράκλειο, ενώ μέχρι το 1715 παραδίδονται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τα φρούρια της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας. Ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν όταν κατέλαβε το νησί, πρότεινε την αυτοδιοίκησή του «με φόρο υποτελείας» τον οποίο οι Κρήτες δεν τον αποδέχτηκαν από φόβο ενδεχόμενης επανακατάληψής τους από τους Ενετούς. Η κατάκτηση της Κρήτης μπορεί να ολοκληρώθηκε με την άλωση του Χάνδακα αλλά το νησί όπως θα δούμε, μέχρι το 1715 δε σταμάτησε να αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού και διεκδίκησης Ενετών και Τούρκων.

Θα πρέπει βέβαια να προσθέσουμε ότι η διεθνής πολιτική κατάσταση ευνοούσε τους Οθωμανούς. Η «ατιμωτική ειρήνη» του 1664 που υπογράφηκε ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Κεντρική Ευρώπη) ήταν ευνοϊκή για τους Τούρκους αφού τους αναγνώριζε τις κατακτήσεις τους στην Τρασυλβανία και τους παραχωρούσε πολυάριθμα φρούρια στη δυτική Ουγγαρία.

Στις πόλεις της Κρήτης ήταν εμφανείς τα σημάδια της λαίλαπας του πολέμου, με ερείπια και εκατόμβες νεκρών. Απόσπασμα σχετικής έκθεσης του προβλεπτή Τζουστινιάνο «Νομίζω ότι ο εχθρός θα συμπεριφερθεί με περισσότερη φρόνηση. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πληθυσμού σ’ αυτό το βασίλειο, θα προσπαθήσει να μην τους τρομοκρατήσει και θα τους ζητήσει μονάχα να παραμείνουν στα χωριά τους…». Χριστιανοί και Εβραίοι γίνονταν δεκτοί ως υπήκοοι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία σύμφωνα με τον ισλαμικό δίκαιο, το οποίο προέβλεπε την προστασία της ζωής, της ελευθερίας και της περιουσίας τους με αντάλλαγμα την πληρωμή της τζιζιέ.

Ο Μπ. Ράντολφ επισκέφτηκε το Χάνδακα 10 χρόνια μετά τον πόλεμο και σημείωσε: «Όλος ο κάμπος για πάνω από δύο μίλια έξω από τα τείχη είναι σα φρεσκοοργωμένο χωράφι, όπου δεν μπορείς να περπατήσεις χωρίς να δεις κομμάτια νεκρών ανθρώπων…» Ενώ ο Χάμμερ γράφει: «Ποτέ κανένα οχυρό, όχι μόνο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και σε καμία άλλη χώρα, δεν έγινε αντικείμενο τέτοιας σύγκρουσης ούτε κόστισε τόσο αίμα και τόσο χρήμα όσο ο Χάνδακας.» Και ο Εβλιγιά Τσελεμπή επισημαίνει τις δυσκολίες για την κατάληψη του Χάνδακα «Όλες οι μάχες μοιάζουν με περιπάτους στα αμπέλια του Ιρέμ (αρχαία πόλη της Αραβίας) μπροστά στην πολιορκία του Χάνδακα».
«Πλην του Χάνδακος εκ του οποίου απήλθον πάντες, ου μόνοι οι Ενετοί αλλά και οι Κρήτες, πλήθος πολύ εκ των εν τη υπαίθρω χώρα γαιοκτημόνων και τιμαριούχων προ πάντων Ενετοί, και παρέμειναν και εξώμοσαν δι’ ευτελείς ιδιωφελείς λόγους», «…ο Κιουπριλής προέτρεπον και σχεδόν παρεκάλουν τους εγχώριους Έλληνας να μην απέλθωσι μετά των Ενετών αυτοί προετίμησαν αντί της κατ’ οίκου δουλείας την εν τοις ξένοις ελευθερίαν και πάντες οι εν ταις πόλεσιν εξεπατρίσθησαν διά παντός οι μεν εις τας νήσους του Αιγαίου, οι δε εις την Επτάνησον και άλλοι εις την Ενετίαν…»

«Οι Τούρκοι το 1645 με 400 πλοία και εξήντα χιλιάδες στρατόν κατέλαβαν την νησίδα Αγίων Θεοδώρων και την αντίκρυ ξηράν και μετά πόλεμον σκληρόν 24 ετών και 3 μηνών κατέλαβαν την μεγαλόνησον με θυσία 118.754 ανδρών και 80.985 Ενετούς. Το δε Ηράκλειο κράτησε πολιορκούμενο 13 έτη…».

Ο Ψιλάκης αναφέρεται για την κατάσταση που επικράτησε μετά την άλωση του Χάνδακα ως εξής: «Πολλοί των εγχωρίων κατέφυγον εις τα κατεχόμενα έτι υπό των Ενετών φρούρια της Γραμβούσης, της Σούδας και της Σπιναλόγγας…», «Αλωθείσης της πόλεως, πολλοί των Ενετών εκ των προεξαρχόντων, ίνα μη απολέσωσι την υπέροχον κοινωνικήν αυτών θέσιν εξισλαμίσθησαν». Και κάνει μνεία για τη διαφορά της ζωής των κατοίκων των πόλεων και της περιφέρειας : «Μόνοι οι εν Χάνδακι ου μόνον Ενετοί αλλά και Κρήτες και δη και Ισραηλίται συναπήλθον μη δεχθέντες το παράπαν να υποκύψωσιν ή οπωσδήποτε να παραμείνωσιν, αλλ’ εκουσίως διά παντός εκπατρισθέντες. Πλήθος όμως γαιοκτημόνων, ως και εκ των προαλωθεισών άλλων πόλεων της νήσου Χανίων, Ρεθύμνης, Σητείας και Ιεραπέτρου, εγένοντο αρνησίθρησκοι αρνησιπάτριδες…».

Ο Κιοπρουλού Φάζιλ Αχμέτ πασάς επήλθε σε μια εγκαταλειμμένη πόλη. Οι εξέχουσες ελληνικές οικογένειες του νησιού που είχαν πρωτοστατήσει κατά των βενετών είχαν κάνει από καιρό ειρήνη με τη Βενετία και διάλεξαν να φύγουν με τον απερχόμενο στρατό.» Σε σχέση με τον ανασυνοικισμό της πόλης του Χάνδακα παρατίθεται απόσπασμα από του στιχούργημα του ιερέα Παύλου Κλαδόπουλου: «Λοιπόν απής επήρασιν την Κάντιαν οι Τούρκοι, εφύγαν όλοι οι χριστιανοί απ’ το καλαπαλούκι. Και ο βεζίρης βλέποντας πως οι Ρωμαίοι εφύγαν και όλοι εξωρίστηκαν κ’ εις τα νησιά επήγαν, για να τους κάμει να’ ρθουσι κράζει τον Παναγιώτη και τον ρωτά την αφορμή που φύγαν οι ανθρώποι. Κι ο Παναγιώτης λέγει του πως εκκλησιά δεν έχουν γιαύτος εφύγαν απ’ εδώ και μακρά θε ν’ απέχουν. Τότε ο βεζίρης λέγει του – Εύρε μιαν εκκλησία, Να’ναι μικρή παράτοπα,να μην μας κάνει χρεία». Μετά την κατάκτηση του Χάνδακα υπάρχει έγγραφο μετατροπής ορθόδοξης εκκλησίας σε τέμενος.

Η οθωμανική κατοχή στην Κρήτη χαρακτηρίζεται από αθρόους εξισλαμισμούς. Αυτό υποστηρίζεται και από τους εθνικούς ιστοριογράφους είτε από τους πιο «συμφιλιωτικούς», όπως είναι η Green, η οποία σχετικά μ’ αυτό το φαινόμενο δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί το φαινόμενο του εξισλαμισμού έλαβε τόση διάσταση στην Κρήτη. Πιθανολογεί ότι η μεγάλη διάρκεια του εικοσιπενταετούς πολέμου οδήγησε σε ψυχική και σωματική κάμψη, που συνοδεύτηκε από κοινωνικές μετατοπίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αποδυνάμωσης των θρησκευτικών θεσμών. Οι γενικοί λόγοι εξισλαμισμού ερείδονται στην οικονομική εξουθένωση μέρος του πληθυσμού από τις μακρόχρονες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά το εντάσσει σε μία γενικότερη πολιτική που ασκούνταν από την Πύλη, με την οργάνωση ισχυρού ντόπιου στρατού, είτε μέσω παιδομαζώματος είτε με προσφορά χρηματικών ποσών στους νεοφώτιστους μουσουλμάνους, στις νίκες των Οθωμανών και στο ιεραποστολικό έργο των μπεκτασίδων δερβίσηδων. Στα χωριά η θρησκευτική ζωή των μουσουλμάνων είχε έντονα στοιχεία λαϊκής προέλευσης, δηλαδή διατηρούσαν χριστιανικές συνήθειες και αντιλήψεις. Κατά την περίοδο 1669-1684 αναφέρεται καταγγελία χριστιανών για άσκηση φορολογικής πίεσης σε βακουφικά χωριά : ο Παπά Πέτρος, ιερέας στο χωριό Μέρωνα του Ρεθύμνου, καταγγέλλει το Hasan Aga ότι εισέπραξε παραπάνω χρήματα από τους κατοίκους των χωριών, «παρά την υψηλήν ταύτην διαταγήν». Η καταγγελία του Παπά Πέτρου γίνεται αποδεκτή, με μάρτυρες υπεράσπισης, μουσουλμάνους.

Πέρα από ζητήματα επιβίωσης ή βίαιου εξισλαμισμού, οι εξισλαμισμένοι (οι οποίοι κρυφά διατηρούσαν την πίστη τους στη χριστιανική θρησκεία) ήταν υποχρεωμένοι να αυτοενοχοποιούνται, αφού κατά την περίοδο 1661-1669, το Πατριαρχείο αρνήθηκε τη σχέση των κρυπτοχριστιανών με την εκκλησία λέγοντας ότι: «όστις δ’ αν αρνήσηταίμε έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι κ’ αγώ αυτόν έμπροσθεν του πατρός μου του εν τοις ουρανοίς.» Όπως αναφέρει ο Ν. Σαρρής, στο 2ο τόμο του έργου του «Οσμανική πραγματικότητα», το Πατριαρχείο ασκούσε κοινωνικό έλεγχο στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Ήταν το «μάτι» και το «αυτί» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και οι Κρήτες απευθύνθηκαν για ηθική υποστήριξη στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο Πελοπίδα, κρητικής καταγωγής, ο οποίος απάντησε θετικά, λέγοντας: «δυοίν κακοίν προκειμένοιν βέλτιστον το μη χείρον». Στον ίδιο συγγραφέα υπάρχει και η αναφορά ενός περιηγητή, για την ένδεια που περιέρχονταν οι ντόπιοι και που τους ανάγκαζε να πωλήσουν ως και μέλη της οικογένειάς τους: Ο περιηγητής F. Richard γράφει για όσους εξισλαμίζονται την περίοδο του Κρητικού πολέμου: «…αφού πουλήσουν τα παιδιά τους, τον επόμενο χρόνο επιστρέφουν και πουλούν τις γυναίκες τους με το ζύγι…».

Υπάρχει αίτηση του Νεόφυτου Πατελάρου προς τον πασά του Χάνδακα να μην εμποδίζονται οι υπαγόμενοι «εις την δικαιοδοσία του», να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Γι’ αυτό και ζητά να εκδοθεί «ιερά προσταγή». Αντίστοιχα απαγορεύεται στους «απίστους» να εισέρχονται στα τεμένη: «αποφεύγετε την είσοδον ξένων ατόμων εις την αγνήν και καθαράν γενεάν του Προφήτου».
Υπάρχει επίσης εντολή καταβολής κεφαλικού φόρου, που ονομάζεται “yuve” «παρά των αφικνουμένων εκ ξένων χωρών απίστων αλλοδαπών», ενώ αν οι έμποροι που διαμετακομίζουν εμπόρευμα από τη χώρα των Φράγκων ή τη Βενετία στην Κρήτη, ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκεύματος (αν ο έμπορος δηλ. είναι φράγκος, ή μουσουλμάνος ή «φόρου υποτελής») επιβάλλεται φόρος.

Οι γερλί γενίτσαροι κατάγονταν από ντόπιο πληθυσμό και είχαν δικαίωμα στο να αποκτήσουν περιουσία, την οποία μπορούσαν να την κληροδοτήσουν στα παιδιά τους αλλά δεν μπορούσαν να την πουλήσουν σε τρίτο. Το ζήτημα των αυθαιρεσιών των γενιτσάρων δεν ήταν να «εξαφανίσουν το χριστιανισμό». Απλώς προσπαθούσαν με βίαιο τρόπο να ασκήσουν εξουσία και να συλλέξουν υλικές απολαβές. Και θύματά τους δεν ήταν μόνο χριστιανοί αλλά και μουσουλμάνοι. Αρχικά χρησίμευαν στο καθεστώς προκειμένου να εκφοβίζουν τους διοικούμενους πληθυσμούς αλλά πολλές φορές όταν αυτονομούνταν απέβαιναν επικίνδυνοι και για την ίδια τη διοίκηση, η οποία τους καταδίωκε και τους εκτελούσε ή «επέτρεπε» στους ίδιους τους ντόπιους να αποδώσουν δικαιοσύνη. Τέτοια ήταν η περίπτωση του διαβόητου γενιτσάρου Ιμπραήμ Αληδάκη ο οποίος λιντσαρίστηκε από το χριστιανικό πλήθος το 1774. Ένα μεγάλο μέρος του Χάνδακα κατοικούνταν από γενίτσαρους. Οι γενίτσαροι έπαιζαν το ρόλο των προστατών στους εμπόρους. Για παράδειγμα η Κρήτη παρήγαγε κρασί, το οποίο απαγορεύεται στο Ισλάμ. Αλλά με τη βοήθεια των γενιτσάρων αφήνονταν ανοικτές οι πόρτες του φρουρίου της πόλης προκειμένου το κρασί να μεταφέρεται λαθραία. Ένας Έλληνας ιερέας αναφέρεται στις σχέσεις πατρωνίας ανάμεσα στους τεχνίτες, εμπόρους και τους ντόπιους «παλικαράδες». Οι γενίτσαροι περιγράφονται ως άνθρωποι καιροσκόποι οι οποίοι ανάλογα με τις συνθήκες κινούνταν ανάμεσα σε χριστιανική, μουσουλμανική και εβραϊκή κοινότητα.

Ο γενιτσαρισμός βασίστηκε στον «Ιερό Νόμο» (σαρία), σύμφωνα με τον οποίο κάθε νήπιο και ανήλικο γεννιέται, φύσει, μουσουλμάνος. Όταν αυτά (τα νήπια) δε γίνονται πιστά εξαιτίας της κακής ανατροφής που ελάμβαναν από τους γονείς, το ισλάμ όφειλε να λαμβάνει μέριμνα για την ψυχική τους σωτηρία. Ανάλογες αναφορές υπάρχουν και στα μεταφρασμένα αρχεία του Σταυρινίδη: «αδυνατούντες οι χριστιανοί να πληρώσουν τα χρέη των προς τους Τούρκους παραδίδουν εις αυτούς τα τέκνα των». Επειδή αυτό γίνονταν κατά κόρον για εθνικιστικούς λόγους ή για λόγους έλλειψης εμπιστοσύνης στο ελληνικό στοιχείο, στον ίδιο τόμο υπάρχει διαταγή που απαγορεύει την αγοραπωλησία παιδιών χριστιανών: «αυστηρά διαταγή του αρχιστράτηγου δι’ ής απαγορεύεται η αγοραπωλησία χριστιανοπαίδων». Το όνομα Αμπντουλλάχ είναι σχεδόν πάντα δηλωτικό του νεοπροσύλητου και στα ελληνικά μεταφράζεται «Θεόδουλος» δηλ. «υιός του Θεού». Όμως το γεγονός ότι τα γενιτσαρικά τάγματα στην Κρήτη προέρχονταν από εξισλαμισμένους χριστιανούς, μάλλον δεν ήταν κάτι το καινοφανές στην Κρήτη αλλά αποτελούσε πάγια τακτική. Η λέξη «γενίτσαροι» προέρχεται από σύνθετη, τούρκικη λέξη «γιενί – τσερί», που σημαίνει «νέα στρατεύματα».

Οι συνθήκες κατά την περίοδο 1684 – 1699, ενετοτουρικός πόλεμος

Η Βενετία δε συμφιλιώθηκε ποτέ με την απώλεια της Κρήτης. Πάντα ήλπιζε ότι θα ξανάρχονταν η στιγμή της ανακατάληψης του νησιού. Γι’ αυτό και το 1685 ξεκίνησε νέος γύρος εχθροπραξιών ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Εν τω μεταξύ ο ντόπιος πληθυσμός μαστίζονταν από το γενιτσαρισμό. «Εγένετο τούτο (το εγχώριον χριστιανικόν πλήθος) έρμαιον των παθών, ιδιοτροπιών και της ακολασίας εις τας υπερβασίας και αυτοί οι πασάδες, οι οποίοι ώφειλον να καταστέλλωσιν ή περιορίζωσιν αυτάς ηνείχοντο ή και ενθάρρυνον πολλάκις…». «Τις εδύνατο να προστατεύση τους ειρηνικούς και εργατικούς αγρότας…».

Οι γυναίκες, που έπεφταν θύματα βιασμού ήταν καταδικασμένες λόγω της νοοτροπίας της εποχής να μη βρίσκουν δικαίωση και να ασκούν το «λειτούργημα» της πορνείας και τα τουρκικά αρχεία αναφέρουν αρκετές περιπτώσεις : «όσες γυναίκες διακορεύονται πορνεύονται». Οι Τούρκοι, έχοντας έλλειψη γυναικών και κάνοντας χρήση της δύναμής τους, απήγαγαν γυναίκες χριστιανών.

Παρόλο που υπήρξαν Βενετοί που αυτομόλησαν στο στρατόπεδο των Οθωμανών «…άπαν σχεδόν το έδαφος της νήσου εξαφανισθέντων σχεδόν των κατοίκων εκ του πολέμου, των σφαγών, του λοιμού και λιμού, περιήλθεν εις τους κατακτητάς υπό διαφόρους ως είδομεν κατηγορίας ως και εις τους εξισλαμισθέντας προπάντων Ενετούς». Ειρήσθω, εν παρόδω, λέγεται ότι ό Χάνδακας αλώθηκε, εξαιτίας της προδοσίας του Βενετού Ανδρέα Μπαρότση, «ο προδώσας τα ασθενή σημεία του Μ. Κάστρου». O Mπαρότσης ήταν μηχανικός και λόγω της ειδικότητάς του φέρεται να υπέδειξε στους Οθωμανούς τα αδύνατα σημεία του φρουρίου του Χάνδακα. Αν και υπάρχει κάποια διχογνωμία ανάμεσα σε Βενετούς και Κρήτες ιστοριογράφους (οι μεν κατηγορούν τους δε ότι η πλειοψηφία των προδοτών προέρχονταν από τη δική τους εθνικότητα) οι απόψεις τους, σύμφωνα με το Σταυρινίδη συγκλίνουν στο ότι η προδοσία του Μπαρότση επιτάχυνε την άλωση του Χάνδακα.

Οι στρατιώτες στην Κρήτη, μεγάλο μέρος τους αποτελούνταν από ντόπιους προσήλυτους (χωρίς βέβαια αυτό να βασίζεται σε συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία). Στην Κρήτη μάλιστα, οι πρώην χριστιανοί κατάφεραν να ενταχθούν μαζικά στο στρατό με άλλες μουσουλμανικές κοινότητες, στις οποίες στους απλούς υπηκόους δεν επιτρέπονταν να ενταχθούν στο στρατό. Ωστόσο, στα τουρκικά αρχεία γίνεται λόγος για σύλληψη χριστιανού και υποχρεωτική του κατάταξη στα γενιτσαρικά τάγματα: «αιχμαλωσία χριστιανού εκ του χωρίου Κούμοι, εξισλαμισμός και κατάταξις του εις τα γιενιτσαρικά τάγματα, δήμευσις και εκποίησις της περιουσίας του»
«…Έλλην τις υποδηματοποιός φονεύει τον ηγούμενον αυτών φοβερόν γιανίτσαρον δι’ εργαλείον της τέχνης αυτού και ούτως ανακόπτονται οι εισελάσαντες έντρομοι και οπισθχωρούσιν ενθαρρυνθέντες δε οι πολιορκούμενοι λαϊκοί και κληρικοί καταδιώκουσι τους Τούρκους και κρημνίζουσιν από των τειχών…» Στα αρχεία που έχει μεταφράσει ο Σταυρινίδης, μπορεί να βρει κανείς καταγεγραμμένες περιπτώσεις όπως τη δολοφονία χριστιανού από γενίτσαρο, (με ξυλοδαρμό, μέχρι θανάτου!) αλλά και φόνο Τούρκου από χριστιανούς, καθώς και την εκτέλεσή τους για την πράξη αυτή.

«Το πρόσωπο που γίνεται μουσουλμάνος παραλαμβάνεται από τους Τούρκους, που το οδηγούν θριαμβευτικά σ’ ένα επίσημο σπίτι. Εκεί ο ιδιοκτήτης παρουσιάζει στο νεοφώτιστο τους αναδόχους του. Τον ντύνει με πολυτέλεια, του κάνει δώρο και τον βοηθά στις μετέπειτα επιχειρήσεις του. Η θριαμβευτική πομπή διέρχεται με θόρυβο στην πόλη. Ο νέος μουσουλμάνος βαστάζεται, επιδεικνύεται στο τζαμί και εκεί γίνεται η περιτομή δημόσια».
H όλη ιεροτελεστία εξισλαμισμού μπορεί να ερμηνευτεί και με όρους δι-ομαδικών σχέσεων. Οι μουσουλμάνοι «ως ενδοομάδα», δέχονται στους κόλπους τους ένα μέλος άλλης θρησκείας, που είναι η «εξωομάδα». Οι πρώτοι θεωρούν σαφώς την ομάδα τους καλύτερη από τη δεύτερη και πανηγυρίζουν αφού κατάφεραν να αποδυναμώσουν τους ανταγωνιστές τους. Στα τουρκικά αρχεία υπάρχει η παρακάτω έκφραση που εμπερικλείει αυτό το φαινόμενο : «Εξήλθον από την σαθράν (χριστιανισμό) και εισήλθον εις την αληθή (μουσουλμανισμό) θρησκεία».
Η συντριπτική πλειονότητα των εξισλαμισμένων Κρητικών, οι οποίοι εντάχθηκαν σε κάποιο στρατιωτικό σώμα, παρέμεινε στο ασήμαντο επίπεδο του γιαμάκη ή του μπεσέ, προφανώς γιατί θα υπήρχε από την πλευρά των Τούρκων έλλειψη εμπιστοσύνης στους εξισλαμισμένους και δε θα τους τοποθετούσαν σε καίρια επιτελικές θέσεις.

Επίσης δεν έλειπαν (στα πλαίσια των «στερεοτύπων» – «υπεργενικεύσεων», οι διακοινοτικές αντιθέσεις. Μέλος της εβραϊκής κοινότητας αναφέρεται (με διόλου κολακευτικά λόγια) στην ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων. Ο εβραϊκής καταγωγής Σαμουήλ Μαυρογόνατος λέει για τους Έλληνες: «Αλλ’ οι Γραικοί, γένος άπιστον, παράμονον, επικατάρατον, υπισχνούνται με διά του στόματος σωτηρίαν, κρύπτουσι δε πονηρώς εν εαυτοίς την περί εκδοράς ημών πρόθεσιν»

Παρατηρείται αύξηση της εμπορίας λαδιού, με αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου των Χανίων. Ο Χάνδακας, από την άλλη πλευρά αρχίζει να απαξιώνεται όχι μόνο εξαιτίας της εμπορίας λαδιού αλλά λόγω του ότι ο Χάνδακας φάνταζε απειλητικός λόγω του μουσουλμανικού στοιχείου, που δεν ήταν τόσο έντονο όσο στα Χανιά.
Σε άλλες κατακτήσεις τους οι Οθωμανοί περιόριζαν τους χριστιανούς, σ’ ένα προάστιο το οποίο αποκαλούσαν «βαρόσι». Αλλά στο Χάνδακα δεν ακολούθησαν αυτήν την πολιτική. Οι χριστιανοί είχαν τη δυνατότητα να μένουν στην πόλη. Ένας περιηγητής Ζήμπερ επισημαίνει το γεγονός ότι ο χριστιανισμός είχε διεισδύσει στους Τούρκους, μέσα από τους γάμους τους με Ελληνίδες. Το ίδιο φαίνεται να ίσχυσε και για τους βενετούς αξιωματούχους.

Οι Οθωμανοί μπορεί να επέτρεψαν την επικοινωνία της εκκλησία της Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, αλλά ήδη από τα μεταφρασμένα τουρκικά αρχεία καταγράφονται παράπονα για επεμβάσεις στις εκκλησιαστικές τελετές και κατεδάφιση ναών και μετατροπή τους σε τεμένη.
Η εσωστρέφεια και η απομόνωση θα μπορούσε να είναι ένας λόγος για τον ευρύτατο εξισλαμισμό. Σύμφωνα με έγγραφα και αρχεία η πλειοψηφία του εξισλαμισμένου πληθυσμού ήταν άντρες. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι άντρες, ως αρχηγοί των οικογενειών, ήθελαν να αποφύγουν τον εξισλαμισμό ολόκληρης της οικογένειας. Σύμφωνα με τον Πεπονάκη και τον Μπουνιαλή οι γυναίκες εξισλαμίζονταν βιαίως. Παράλληλα, οι εμφανώς βίαιοι εξισλαμισμοί δεν εκλείπουν, όπως η περίπτωση του γιου ενός Βενετού γιατρού ο οποίος κατηγορήθηκε ότι είχε υβρίσει την πίστη των Τούρκων: «Για να επανορθώσει θα πρέπει να αρνηθεί την πίστην. Αλλιώς θα χάσει τη ζωή του».

Ο γενιτσαρισμός αναφέρθηκε ότι έτεινε να εξελιχθεί σε μάστιγα, καθώς καταγράφονταν «ταραχές» και συγκρούσεις που εμπλέκονταν γενίτσαροι, αποτελώντας πρόβλημα και για το χριστιανικό και μουσουλμανικό πληθυσμό. Επίσης, αν ισχυριστούμε ότι οι Κρήτες ανάλογα με τα συμφέροντά τους ή την έκβαση του Κρητικού πολέμου και των επόμενων συρράξεων που συνεχίστηκαν μέχρι το 1715, τάσσονταν πότε με το ένα και πότε με το άλλο στρατόπεδο ή ότι υπήρξαν Ενετοί οι οποίοι για ιδιωφελείς λόγους (κατά τους εθνικούς ιστοριογράφους) εξισλαμίζονταν, το ίδιο φαίνεται να συνέβαινε και με τους οθωμανούς αξιωματούχους. Ο Μεχμέτ Πασάς, διοικητής του Χάνδακα θανατώθηκε (καρατομήθηκε), επειδή κατηγορήθηκε ότι εισέπραξε περισσότερα χρήματα από τους «έγκριτους απίστους» και απελευθέρωσε από το φρούριο της Γραμβούσας αιχμάλωτους Ενετούς. Η περιουσία του στη συνέχεια δημοπρατήθηκε. Βέβαια, σύμφωνα με την ανακοίνωση αυτή, ο Μεχμέτ Πασάς, μάλλον βοήθησε το αντίπαλο στρατόπεδο από απληστία, παρά από αντίδρασή του προς το σουλτάνο αλλά η θανατική ποινή που του επιβλήθηκε είναι κι αυτό μια ένδειξη της ασφυκτικής πίεσης της οθωμανικής παρουσίας.

Ο Σταυρινίδης το 1948 δημοσίευσε τουρκικά έγγραφα, τα οποία είχαν εκδοθεί από το 1684 αλλά έγιναν γνωστά στο χριστιανικό πληθυσμό το 1691. Τα έγγραφα αυτά ήταν διατάγματα του σουλτάνου και έκαναν λόγο για την επιβολή δικαιοσύνης και ισότητας στη μεταχείριση των «υποδούλων». Για παράδειγμα στο διάταγμα του 1684 γράφονταν τα εξής: «Γενέσθω υμίν γνωστόν, ότι οι ραγιάδες της Νήσου Κρήτης διά τριών αναφορών των προς τον αυτοκρατορικόν θρόνον μοι γνωστοποιούν ότι μολονότι είχε αποσταλή προηγουμένως αυτόγραφος αυτοκρατορική μου διαταγή, όπως μη καταπιέζωνται δι’ αυθαιρέτων αναγκαστικών φόρων, εντούτοις…» καταγγέλθηκαν διοικητές που έπραξαν τα αντίθετα. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μεχμέτ Πασά, ο οποίος εκτελέστηκε το 1694, ως επίσης και ο Αχμέτ Πασά που είχε εκτελεστεί 10 χρόνια νωρίτερα.

Κατά τη διάρκεια συρράξεων ανάμεσα σε Βενετούς και Τούρκους ήταν συνήθη τα φαινόμενα οι ντόπιοι να επιλέγουν να πολεμήσουν στο πλευρό των πρώτων ή να κατηγορούνται, σκόπιμα, από συντοπίτες τους γι’ αυτό, προκειμένου να οικειοποιηθούν περιουσία : Η οθωμανική πολιτική συνίστατο στην κατάσχεση γης που είχε εγκαταλειφθεί απ’ όσους είχαν καταφύγει στη βενετική πλευρά. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου ο νέος κύριος της γης ισχυρίζεται ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης ήταν -ή είναι- ευνοϊκά προσκείμενος στους Βενετούς. Γι’ αυτό και στα αρχεία υπάρχουν αποφάσεις δήμευσης περιουσιών χριστιανών που φέρονταν ότι εναντιώνονταν στους Τούρκους: «Δήμευσις ακινήτων ανηκόντων εις χριστιανούς εχθρικώς διακειμένως προς τους Τούρκους» «εκποίησις εις πλειστηριασμούς οικιών ανηκουσών άλλοτε εις χριστιανούς πόλεως Ρεθύμνης»

«Αυστηρά διαταγή – buyultu – το γνωστό σε μας μπουγιουρντί – του αρχιστράτηγου διά τας φορολογικάς καταπιέσεις των χριστιανών», ενώ επεδείκνυε επιείκεια σε άτομα μεγάλης ηλικίας, τους αποδεδειγμένα φτωχούς και τους σωματικά ανάπηρους «όχι φόρων παρά των υπεργήρων των πενήτων και των αναπήρων». Στα τουρκικά αρχεία υπάρχουν αποφάσεις δήμευσης περιουσιών χριστιανών που αρνούνται να πληρώσουν τους φόρους: «…εξεδόθη αυτόγραφον Αυτοκρατορικόν διάταγμα εν τω οποίω ωρίζετο, όπως δημευθούν προς όφελος του δημοσίου αι περιουσίαι εκείνων των χριστιανών οίτινες αρνούμενοι να πληρώσουν κεφαλικόν φόρον, προσεχώρησαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον». Παρόλο που μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα δεν προκύπτουν οργανωμένες αντιστάσεις των χριστιανικών πληθυσμών, εκφράζονται ομαδικές αντιδράσεις για την καταβολή φόρων. Ο Σταυρινίδης αναφέρει, για παράδειγμα, την περίπτωση της άρνησης των χριστιανών στο χωριό Μαρουλά (περιοχή που βρίσκεται λίγο έξω από τη σημερινή πόλη του Ρεθύμνου) να καταβάλλουν τον κεφαλικό φόρο. Όμως η στάση τους αυτή δε μένει ατιμώρητη, καθώς αποφασίζεται η εκποίηση της περιουσίας τους. Γενικά από τα τουρκικά αρχεία προκύπτει ότι οι εξισλαμισθέντες είχαν καλύτερη αντιμετώπιση : «απελευθέρωσις εκ της δουλείας χριστιανού εξισλαμισθέντος απολύει και επεναδίδει αυτώ την ελευθερίαν του». Υπάρχει καταγραφή χωριών που όλοι οι κάτοικοί του εξισλαμίζονται, το χωριό Γιαννίτσι Ιεράπετρας (νομός Λασιθίου).

Το καλοκαίρι του 1692, ο ενετοτουρκικός πόλεμος κορυφώνεται με την αποστολή στην Κρήτη του ναυάρχου Δομένικου Μοτσενίγου με εντολή να καταλάβει το δυτικό τμήμα της Κρήτης με επίκεντρο τα Χανιά. Για περίπου 2 μήνες κατεβλήθη προσπάθεια επανάκαμψης της Βενετικής κυριαρχίας και με τη βοήθεια όπως προείπαμε του ντόπιου πληθυσμού αλλά η κίνηση αυτή δεν τελεσφόρησε και ο Μοντσενίγο αποχώρησε. Η στάση του Μοντσενίγου χαρακτηρίστηκε ως προδοτική από τους κρητικούς. Σύμφωνα με το Μέρτζιο οι Έλληνες έδειξαν ενθουσιασμό για την κίνηση του Μοντσενίγου και πρόστρεξαν στο πλευρό του. Η ήττα όμως αυτής της κίνησης οδήγησε 2000 κρητικούς να μετοικίσουν στην Πελοπόννησο («Μορέα»), οι οποίοι διαβίωναν υπό άθλιες συνθήκες και χρειάστηκε η παρέμβαση του Μοντσενίγου προς την κεντρική διοίκηση της Βενετίας, προκειμένου να τους εξασφαλιστούν προνόμια.
Εξάλλου, οι Βενετοί σύμφωνα με το παρακάτω δίστιχο δεν ήταν πάντα αξιόπιστοι: «Όποιος τους λόγους των γροικά, Τους όρκους των πιστεύει, Στο πέλαγος πιάνει λαγούς, Και στο βουνό ψαρεύει». Ούτως ή άλλως η Βενετία είχε πάψει ήδη από το 16ο αιώνα να βρίσκεται στον κολοφώνα της δόξας της. Ο Nicolo Machiavelli στο έργο του «ο Ηγεμόνας» έλεγε χαρακτηριστικά : «Η σημερινή άθλια κατάσταση της Ιταλίας είναι αποτέλεσμα του ότι εδώ και πολλά χρόνια εμπιστευόταν μισθοφορικούς στρατούς».
Η εμφανής υπεράσπιση των Ενετών από πλευράς μιας μερίδας των χριστιανών δεν επρόκειτο να μείνει ατιμώρητη : «Δωδεκάκις δε χιλίους αιχμαλώτους, ως ο ποιητής Μπουνιαλής λέγει, περισυλλέξαντες εκ των μέχρι τούδε κατακτηθεισών επαρχιών, απέστειλαν εις Ρέθυμνον και Χανιά, οπόθεν εξήχθησαν οι δυστυχείς και επωλήθησαν εν ταις κατά την Ανατολήν διαφόροις ανθρωπαγοραίς».

Η περίοδος κατά τα έτη 1699 – 1715

Την περίοδο 1684-1699, η ενετοτουρκική σύρραξη έληξε, σαφώς υπέρ των Τούρκων και με την απώλεια του φρουρίου της Γραμβούσας από την πλευρά των Ενετών. Οι Ενετοτουρκικές διαμάχες έληξαν οριστικά το 1715 με την απώλεια και των άλλων φρουρίων, της Σούδας και της Σπιναλόγκας. Οι νίκες των Τούρκων μπορούν να ειδωθούν και μέσα από τη γαλλική υποστήριξη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στα πλαίσια του γαλλοβενετικού ανταγωνισμού («Ιερός Συνασπισμός του Λιντς» επιθετική και αμυντική συμφωνία κατά των Οθωμανών, η οποία συνήφθη το 1684 μεταξύ του πάπα, των Αψβούργων της Βιέννης, της Πολωνίας και της Βενετικής Δημοκρατίας.

Χριστιανικές κοινότητες, είτε για λόγους αντίστασης, είτε για λόγους ένδειας, εξακολουθούν να αντιδρούν στην καταβολή των φόρων και προκειμένου να υποχρεωθούν, ασκούνται αγωγές εναντίον τους για καθυστερούμενους μουκατάδες, ενώ «Χριστιανοί τινές εκ του μετοχίου κουκουμα επαρχίας Μυλοποτάμου ήγειραν αξιώσεις κυριότητας επί γαιών ανηκουσών εις τον Κιοπρουλήν». Επιχειρείται δηλαδή προσπάθεια επαναπόκτησης των περιουσιών τους. Ακόμα και άνθρωποι σε κατάσταση δουλείας εναντιώνονται στην αλλαγή θρησκείας όπως η δούλος που σύμφωνα με τα αρχεία, πωλήθηκε γιατί αρνήθηκε να εξισλαμιστεί. Ο εξισλαμισμός, πάλι βασισμένοι στα αρχεία προκαλεί ενδοοικογενειακές διαφορές. Εξ ου και η πράξη αποκλήρωσης αδελφού εναντίον αδελφού που εξισλαμίστηκε.

Η ανάγκη για επιβίωση και ύπαρξης νηφαλιότητας στις σχέσεις του κράτους με τους χριστιανικούς πληθυσμούς, εξανάγκαζε τους τελευταίους να δίνουν «αλληλέγγυο υπόσχεση» για καταβολή φόρων, όπως η περίπτωση των χριστιανών κατοίκων του Σμάρι Πεδιάδος (περιοχή του Νομού Ηρακλείου). Όσο υποτυπώδης και αν ήταν η αυτοδιοίκηση στις χριστιανικές κοινότητες θα υπήρχε κάποιο άτομο που ηγούνταν στις κοινότητες αυτές και πέρα από τη συνολική εγγυοδοσία θα πρέπει να υπήρχε και η προσωπική εγγυοδοσία. Ο Σαρρής αυτό το τελευταίο αναφέρει ότι οι Τούρκοι το ονόμαζαν «κεφαλέτ». Όποιος εγγυούνταν για την κοινότητά του σε περίπτωση αθέτησης των συμφωνημένων, έχανε το κεφάλι του, θανατώνονταν.

Υπάρχουν αναφορές για είσπραξη χρηματικών κατά της ζωής: «…εξοχότατος Αλή Πασάς, άνευ ουδεμιάς ενοχής και με την απειλήν ότι θα με φονεύση έλαβε παρ’ εμού 4000 γρόσια». Καταγραφή εκθέσεων παραπόνων » αλλά και περίεργες δηλώσεις παραδοχής ικανοποίησης για τη δράση Τούρκων, όπως του Ελχάτζ Μουσταφά, για τον οποίο ο Μητροπολίτης Ιωάσαφ δήλωσε ικανοποιημένος για τις ενέργειές του. Θα πρέπει να πούμε ότι παράπονα δεν διατυπώνονταν μόνο κατά των Τούρκων αλλά και εναντίον Ελλήνων επισήμων, όπως ήταν ο γραμματικός Γιάννης Μοσκάκης ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε.

Ο Γάλλος βοτανολόγος Τουρνεφόρ γράφει το 1699 ότι: «Σε όλο το νησί οι περισσότεροι Τούρκοι είναι αρνησίθρησκοι ή γιοι αρνησίθρησκων.» Και αναφέρεται στη σωματική τους διάπλαση: «Οι κάτοικοι του Χάνδακα, μουσουλμάνοι και Έλληνες, είναι εκ φύσεως ψηλοί, γνήσιοι άνδρες, ρωμαλέοι, εύρωστοι. Αγαπούν την τοξοβολία, άθλημα στο οποίο διακρίνονται από αιώνες».
(Προκαλεί το ενδιαφέρον η αφήγηση αυτή επειδή οι αρχαίοι μινωίτες ειδικεύονταν από μικρά παιδιά στο τόξο » […]Οι πρεσβύτεροι εξέλεγαν κάποιον να υπηρετήσει ως παιδονόμος ή επιστάτης των αγοριών της λέσχης. Κάτω από την επίβλεψή του τα αγόρια μάθαιναν γράμματα, γυμνάζονταν διαρκώς, εκπαιδεύονταν στη χρήση των όπλων -ιδιαίτερα του τόξου– και στους πολεμικούς χορούς, όπως ο χορός των Κουρητών και ο Πυρρίχειος…»)

Υπάρχει, βέβαια και άλλη μαρτυρία που δεν είναι διόλου κολακευτική για τους προσήλυτους. Περιγράφει τους αρνησίθρησκους τόσο φανατισμένους που μπορούν να δολοφονήσουν συνάνθρωπό τους προκειμένου να υποστηρίξουν το νέο τους δόγμα. Σημαντική μερίδα ξένων ταξιδιωτών επισημαίνουν ότι οι Κρητικοί (καίτοι εξισλαμισμένοι) παραμένουν ελληνόφωνοι, γεγονός που δικαιολογεί την ύπαρξη της μεγάλης μουσουλμανικής κοινότητας στην Κρήτη. Η κοινώς αποδεκτή επισήμανση στον ευρύτατο εξισλαμισμό στην Κρήτη, γίνεται σε σύγκριση με τον πόλεμο για την κατάκτηση της Κύπρου, (ο οποίος διήρκεσε 1 χρόνο, από το 1570 – 1571) όπου εκεί λίγοι Κύπριοι έγιναν μουσουλμάνοι. Και αναφέρεται και η άποψη του Βρυώνη, σύμφωνα με τον οποίο, κατόπιν των τουρκικών κατακτήσεων διακόπηκαν οι σχέσεις των μικρασιατών χριστιανών με το Πατριαρχείο. Ωστόσο, στην Κρήτη οι Οθωμανοί αναστήλωσαν την ορθόδοξη αρχιεπισκοπή του νησιού ύστερα από διαμάχη των σιναϊτών με τους ντόπιους μητροπολίτες. Για την ενίσχυση της ορθόδοξης αρχιεπισκοπής, το 1715 στάλθηκε ένα φιρμάνι από το σουλτάνο το οποίο όριζε ότι ο μητροπολίτης πρέπει να είναι αυτόχθων και να εκλέγεται από τους ραγιάδες και τους τοπικούς πρόκριτους, αν και σε διάφορα σημεία στο ίδιο φιρμάνι ορίζεται ότι ο πατριάρχης έχει περιορισμούς στις παρεμβάσεις του.

Το 1715 ήταν η χρονιά που η Βενετία αποχώρησε οριστικά από την Κρήτη, χάνοντας τα τελευταία φρούρια που της είχαν δοθεί μετά το τέλος του Κρητικού πολέμου: τη Σούδα και τη Σπιναλόγκα. Ο προβλεπτής Ντολφίν Βενιέρ αναφέρει ότι στη Σούδα είχαν καταφύγει 52 οικογένειες, οι οποίες ζούσαν σε καταστάσεις ένδειας και ασθενειών. Προς τη «Γαληνότατη Δημοκρατία» γράφει: «Ύστερα υπάρχουν μερικαί οικογένειαι που έχασαν τον αρχηγόν και τώρα αι δυστυχείς χήραι αναγκάζονται να επαιτούν, ίνα διαθρέψωσιν τα παιδιά των […] η χήρα αύτη παρουσιάσθη ενώπιόν μου και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, μου έδωκε την έκκλησιν που υποβάλλω εις την Υμετέραν Εξοχότητα». Αυτά συνέβαιναν το 1713, όταν κρητικοί κατέφευγαν στη Σούδα την περίοδο που ήταν ακόμη ενετική. Ενώ στη συνέχεια, ο ιστορικός Μέρτζιος αναφέρει ότι η πολιορκία της Σούδας, πάλι σύμφωνα με τα λεγόμενα του προβλεπτή Ντολφίν, διήρκησε 72 ημέρες. Το ηθικό των Ελλήνων όμως, ύστερα και από την είδηση του μηνύματος ότι ο Μοριάς έπεσε στα χέρια των Οθωμανών κάμφθηκε και άρχισαν να παρακαλούν τους Ενετούς να αρχίσουν να διαπραγματεύονται τους όρους παράδοσής τους, ενώ ταυτόχρονα καταγράφονται περιπτώσεις Ελλήνων που διαφεύγουν από το φρούριο της Σούδας, ζητώντας προστασία στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Τι μεσολάβησε μέχρι το 1770, την επανάσταση του Δασκαλογιάννη

Η σύνδεση με το Πατριαρχείο έδωσε ελπίδα στους κρητικούς ότι σε περίπτωση εξέγερσης, δε θα ήταν μόνοι τους σ’ αυτό τον αγώνα. Ο Τσουκαλάς υποστηρίζει, αντίστοιχα, ότι «Οι ονομαζόμενοι ελληνόφωνοι πληθυσμοί, ως νοσταλγοί της κραταιής Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εξακολουθούν να επηρεάζονται από την Εκκλησία, καθώς, στη συνείδηση των Ελλήνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα, για την ανασύσταση του «ονείρου».

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ήδη η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκονταν σε παρακμή, ενώ η Ευρώπη είχε μπει σε φάση εμπορευματοποίησης και εκβιομηχάνισης. Όσο απομονωμένη και αν ήταν η Κρήτη από ανθρώπους που είχαν πρόσβαση, «εισέρρεαν» ψήγματα φιλελευθερισμού. Μ’ αυτό τον τρόπο αρχίζει η εκκοσμίκευση στη νοοτροπία των ελληνικών, αλλά και των υπολοίπων κοινοτήτων. Οι απόψεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού διαχέονται στο βαλκανικό χώρο. Συνεπώς ήταν απαραίτητο για την αυτοκρατορία να κατευνάσει να εξεγερμένα «πνεύματα», προκειμένου να διατηρήσει τα κεκτημένα της. Σ’ ό,τι αφορά την επανένωση των χριστιανών με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον αμφίσημο ρόλο της εκκλησίας, η οποία επιβαρύνονταν με φορολογία και προκειμένου να συντηρήσει τις υποδομές της, μετακυλούσε τα χρέη της στις χριστιανικές κοινότητες, εκμεταλλευόμενη το θρησκευτικό τους αίσθημα. Η «στερέωση» της εθνικής ταυτότητας, με την ελευθερία έκφρασης θρησκείας ενείχε την εξής σκοπιμότητα. Δεν υπήρχαν μόνο οι χριστιανικές αλλά αρμένικες και εβραϊκές κοινότητες. Η οθωμανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» υποδαύλιζε μ’ αυτό τον τρόπο τις διακοινοτικές αντιθέσεις, προκειμένου να αποσπάται η προσοχή των υπόδουλων πληθυσμών από τις όποιες αυθαιρεσίες του κεντρικού μηχανισμού.

Το 1728 ο Γάλλος υποπρόξενος (και είναι σημαντική η εθνότητα του συγκεκριμένου επισήμου, αφού η Γαλλία διευκόλυνε τους Οθωμανούς στη νίκη τους κατά των Βενετών) στο Χάνδακα Beaume αναφέρει: «η εξαθλίωση των κατοίκων γίνεται κάθε μέρα και πιο μεγάλη. Είναι όλο και λιγότερο σε θέση να αγοράζουν τα εμπορεύματα που έρχονται από το εξωτερικό». Κρήτη από «παραγωγός» που είχε τη δυνατότητα να εξάγει προϊόντα, έγινε «καταναλωτής» και το φαινόμενο αυτό παρουσιάστηκε κατά τη 2η 10ετία του 18ου αιώνα. Σε κάποιες περιπτώσεις η ανεπάρκεια αγαθών οφείλονταν και στους ίδιους τους επισήμους μουσουλμάνους αξιωματούχους : «… οι ζαμπίτηδες μερικών χωριών παρεμποδίζουν την χορήγησην σιτηρών εις τους ραγιάδες (των Σφακίων). Η αποστέρηση αγαθών από το χριστιανικό πληθυσμό ήταν μία μέθοδος ποινής, προκειμένου να τιμωρηθούν οι δημεγέρτες, οι υποκινητές εξεγέρσεων.

Οι γενίτσαροι φαίνεται ότι βιαιοπραγούσαν εναντίον των ιερωμένων. Αν και επισήμως επιτρέπονταν η ανέγερση ναών, οι χριστιανοί υπό το κράτος του φόβου προσποιούνταν ότι έχτιζαν δωμάτια για να κατοικήσουν. Στα επίσημα αρχεία καταγράφεται ότι, ακόμα και για ανέγερση μουσουλμανικών κτισμάτων, ήταν υποχρεωτικό για τους υπόδουλους να συνεισφέρουν οικονομικά: «...επιβάλλεται […] το σεράγιον τούτο να ανεγερθή δι’ εράνου των ραγιάδων…».

Πάλι στηριζόμενοι στα αρχεία, καταγράφονται περιπτώσεις μουσουλμάνοι μαζί με χριστιανούς να ληστεύουν μουσουλμάνους. Δεν διευκρινίζεται, βέβαια, αν οι μουσουλμάνοι που ληστεύουν ομόθρησκους τους είναι προσφάτως εξισλαμισμένοι. Μετά το οριστικό τέλος της Βενετικής κυριαρχίας το 1715, κρατήθηκαν στα φρούρια που κατείχαν μέχρι τότε αιχμάλωτοι για τους οποίους εκδόθηκε φιρμάνι για την αποστολή και πώληση τους «…τους μεν ρωμαλέους εκ των ανδρών και ικανούς προς κωπηλασίαν να παραδώσετε εις τον αυτοκρατορικόν μου στόλον, τους δε μη ικανούς προς κωπηλασίαν τοιούτους να διαφυλάξητε όπως πωληθούν ούτοι εν καιρώ εκ μέρους του Δημοσίου». Το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα των Οθωμανών συνίστατο ακόμα και στη γνωστοποίηση θανάτων υποδούλων, στην κεντρική διοίκηση του Χάνδακα. Η νεκροψία των «ψοφούντων και φονευομένων (ραγιάδων) παραγγέλομεν υμίν όπως από τούδε και στο εξής να γνωστοποιήται επειγόντως το γεγονός εις το Διβάνιον του Χάνδακος».

Η ανάγκη της αυτοκρατορίας για εξεύρεση πόρων ήταν τόσο έντονη, σε σημείο να διατάξει την επαναγκατάσταση των πολλεπονησίων: «…επιβάλλεται και είναι επάναγκες, όπως άπαντες οι εκ του μέρους τούτου καταγόμενοι ανακληθούν εκ των τόπων […] και να μεταφερθούν μετά των οικογενειών τα, των τέκνων και των συγγενών των…».

Υπάρχει καταγεγραμμένη αίτηση χριστιανών για διορισμό προέδρου εμπιστοσύνης. Οι καταστάσεις αυτές δεν αντιμετωπίζονταν με παθητικότητα. Υπάρχουν επίσημες μαρτυρίες για «Παράπονα για τον Αγιοθωμιανό Γιαννιό ότι παρακινεί τους ραγιάδες «εις την δημιουργίαν ταραχών» ενώ ο Φραγκιάς «Υποκινών δε και διεγείρων τους ραγιάδες και δια πανούργων εισηγήσεων και κακεντρεχειών γίνεται πρόξενος συναθροίσεων, των οποίων ηγούμενος αυτός ο ίδιος ως σκανδαλοποιός και δημεγέρτης επανειλημμένως επετέθη κατά των Διοικητών του τόπου και με ανοίκειον γλώσσαν και συκοφαντίας εγένετο πρόξενος να ανασταλή η εφαρμογή της δικαιοσύνης».

Στην εξεταζόμενη αυτή περίοδο, επίκεντρο της αντίστασης του κρητικού λαού γίνεται η περιοχή των Σφακίων. Οι απόψεις διίστανται για τα Σφακιά. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ήταν δύσκολο, έως αδύνατον οι κατακτητές να τους επιβληθούν, γι’ αυτό και δεν πλήρωναν φόρους και προκαλούσαν δυσχέρειες στο καθεστώς: «οι ραγιάδες περιφερείας των Σφακίων, συνεργαζόμενοι ελευθέρως και όντες καθ’ όλα σύμφωνοι μετά των κουρσάρων…», αλλά οι πιο αντικειμενικοί ιστοριογράφοι, βασιζόμενοι σε πηγές όπως τα τουρκικά αρχεία, επιμένουν ότι και οι Σφακιανοί κατέβαλαν φόρους, τους οποίους εγγυήθηκαν επισήμως ότι θα τους πληρώνουν. Την περίοδο 1747 – 1750 γίνεται λόγος για καταδίωξη ανθρώπων που αντιδρούσαν στην καταβολή φόρου και προσαγωγή των προκρίτων των Σφακίων στο Χάνδακα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Δασκαλογιάννης. Στο τέλος, όμως, υποχρεώθηκαν να υποσχεθούν εγγράφως την αποδοχή της φορολογίας.

Στο site «Σφακιά η ρίζα της Κρήτης» αναφέρεται απόσπασμα από βιβλίο του Τούρκου ιστορικού Ναϊμά, ο οποίος επιβεβαιώνει τη συνεργασία των Σφακιανών με τους κουρσάρους: «παρά ταύτα οι ραγιάδες της εν λόγω επαρχίας συνεργαζόμενοι στενώς μετά των απίστων εχθρών κουρσάρων και όντες λίαν πανούργοι και δόλιοι βασιζόμενοι δε και εις το δύσβατον των οδών και το απρόσιτον της επαρχίας των, συμπεριφέρονται πάντα μετά σκαιότητος, αρνούνται την καταβολήν των φόρων των, προβάλλοντες άρνησιν και εμμονήν αντίστασιν». «Βασιζόμενοι εις το ορεινόν και δύσβατον της επαρχίας των, δεν διήγων φιλησύχως και επί της εποχής των απίστων Ενετών». Πάντως οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδει ο Τούρκος ιστορικός, μπορεί να οφείλονται στο εθνικο – θρησκευτικό μένος αλλά και ο Απόστολος Παύλος στην προς Τίτου Επιστολή, αποκαλεί του Κρήτες «αεί ψεύσται, κακά θηρία, γαστέρες αργαί». Ο Λασηθιωτάκης για την περιοχή των Σφακίων γράφει: «Πουθενά αλλού δεν ξέρω να’ χει κανείς την αλλόκοτη εκείνη αίσθηση που δοκιμάζει, όταν οδοιπορήσει μεσ’ από τις απόκρημνες πλαγιές και τα φοβερά φαράγγια και βρεθεί στην καρδιά της: Την αίσθηση σαν να βρίσκεται μέσα σε οχυρό!».

Στο ίδιο site αναφέρεται ότι «Οι Σφακιανοί συμμετείχαν στον πόλεμο των Ενετών κατά των Τούρκων και αυτό αποδεικνύεται από την μετονομασία του άρχοντα Σκορδύλη Ευστρατίου. Το 1669 έξω από τα τείχη του Κάστρου και σε αντιπερισπασμό των Τούρκων μάχονται οι Σφακιανοί, με τον Κρητάρχωντα Σκορδύλη, ο Τούρκος αρχιστράτηγος τον αντίπαλο αρχηγό για την γενναιότητα του προσφωνεί με τις τούρκικες λέξεις ΒΟΥΡ – ΜΠΑΧΗ (Βούρβαχη), που σημαίνουν ΒΟΥΡ= ΕΜΠΡΟΣ και ΜΠ ΑΧ= το κεφάλι». (Στην Κρήτη υπάρχουν κάτοικοι με το επώνυμο «Βούρβαχης») Ο Σταυρινίδης το 1955 αναφέρει τη συμμαχία των Σφακιανών με τους Ενετούς αλλά μετά την κατάληψη της Κρήτης, για να μην αιχμαλωτιστούν από τους Τούρκος, εξαγόρασαν την ελευθερία τους με πλουσιοπάροχα δώρα.

Ο Τούρκος ιστορικός Εβλιγιά Τζελεμπή γράφει ότι τα Σφακιά δόθηκαν το 1650 στο Γαζή Δελή Χουσείν Πασά Αυτός, επειδή δεν μπορούσε να εισπράττει τα δικαιώματά του, τ’ αφιέρωσε το 1658 στις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Μετά από παρέμβαση της Φατμά Χατούν Χανούμ Σουλτάν δεν επιτρεπόταν στους φοροεισπράκτωρες να επεμβαίνουν στις υποθέσεις των Σφακίων, όπως και των άλλων Βακουφικών. Σε ένα άλλο φιρμάνι της 10ης Απριλίου 1670, διαβάζουμε ότι οι Σφακιανοί «ηναντιώθησαν εις την πληρωμήν του κεφαλικού φόρου του παρελθόντος έτους και εξεδίωξαν εκ της επαρχίας των τους εισπράκτορας του παρόντος έτους». Η αναφορά για τη μη πληρωμή φόρου αποτελεί μέρος του αυτοκρατορικού φιρμανιού (χατ – χουμαγιούν) που εκδόθηκε, όταν έγινε γνωστό στο σουλτάνο η συνεργασία των Σφακιανών με τους Ρώσους, με τη διαμεσολάβηση του Θεόδωρου Ορλώφ. Στο ίδιο φιρμάνι γίνεται λόγος για πολεμοφόδια που έστελναν οι Ρώσοι, για να προκληθούν ζημιές, τόσο σε βάρος των μουσουλμάνων της Μάνης όσο και σε βάρος των μουσουλμάνων της Κρήτης. Γι’ αυτό και επιβάλλεται, σύμφωνα με τον Ιερό Νόμο ο αφανισμός και η σφαγή τους διά του καθαρού ξίφους.

Ο ιστορικός Γρ. Παπαδοπετράκης, καταγόμενος από την περιοχή των Σφακίων αναφέρει τα εξής: «Οι Λευκορητες (Οι κάτοικοι των Σφακίων ονομάζονταν και «Λευκορήτες» από το όνομα της οροσειράς «Λευκά όρη») ήσαν παντελευθεροι, χωρίς καμιά πολιτική ή θρησκευτική εξουσία να δύναται εξουσιάσει την χώρα των Λευκορητων οιτινες διώκουν την χώρα των αριστοκρατικών και απετελει κράτος εν κρατεί και οποίος κατέφευγε εκεί είχεν άσυλον απρόσβλητον και ούτω αρκετοί κατέφευγαν στα Σφακιά και εσώζωντο απο τας Τουρκικάς θηριωδίας». Και συνεχίζει: «Τα Σφακιά ετύγχανον καθολικής ατέλειας και αυτοδιοίκησης αντί άλλου φόρου υποχρεούντο σε δυο φορτία χιονιού το χρόνο. Τούτο κατηργήθη και έστελναν ανά 100 οκάδες τυρί, κερί και μέλι το 1769 οπότε έπαυσαν και μετά την επαναταση του Δασκαλογιάννη υπεχρεώθησαν να πληρώνουν 5.000 γρόσια μέχρι το 1858. Οι Καλλικρατιανοί ηρνούντο να πληρώσουν φόρο έστειλαν οι Τούρκοι τον Μουτεβέλη για να τα εισπράξει, αυτοί όμως τον κατεδίωξαν και για να σωθεί μπήκε σε έναν χοιρόκουμον και επελθούσης της νυκτός επέστρεψε εις Ρέθυμνον χαριτολογών έλεγε οτι: ”οι χοίροι των Σφακιανων είναι πιο φιλόξενοι των κυρίων τους”».

Και ο Ψιλάκης αναφέρει στο βιβλίο του, περίπου τα ίδια. Βασιζόμενος στον Άγγλο περιηγητή Πάσλεϋ, γράφει ότι οι Τούρκοι στην περιοχή των Σφακίων είχαν παραχωρήσει πλήρη ατέλεια. Περιορίστηκαν στο να αποδίδουν ποσότητα χιονιού.Με βάση τα μεταφρασμένα από Σταυρινίδη τουρκικά αρχεία «…παρά ταύτα οι ραγιάδες της εν λόγω επαρχίας (Σφακίων), συνεργαζόμενοι στενώς μετά των απίστων εχθρών κουρσάρων… βασιζόμενοι δε και εις το δύσβατον των οδών των και το απρόσιτον της Επαρχίας των… αρνούνται… την καταβολήν των φόρων των, προβάλλοντες άρνησιν και εμμονήν και αντίστασιν… Οσάκις δε απέστειλε (ο έφορος) ανθρώπους εις την Επαρχίαν των δια να ζητήσουν …την πληρωμήν… όχι μόνον δεν επλήρωσαν τούτους, αλλ’ ούτε απάντησιν τινά έδωσαν…»

Σε γενικές γραμμές, δεν είναι ξεκάθαρο ποια ήταν η φοροδοτική υποχρέωση της περιοχής των Σφακίων. Φαίνεται, όμως, ότι ήταν ένας τόπος που απασχολούσε, όπως είδαμε τους κατακτητές, είτε ήταν αυτοί οι Βενετοί, είτε ήταν οι Οθωμανοί. Ο Παπαδοπετράκης γράφει, κάποια στιγμή θέλανε οι Σφακιανοί να φέρουνε στην επαρχία τους ένα δάσκαλο από τα Χανιά. Όταν οι αρχές εξέφρασαν την άρνησή τους, οι Σφακιανοί απήγαγαν το δάσκαλο «νύκτωρ», και τον επήγαν στα Σφακιά, όπου διάβαζε ανενόχλητος τα παιδιά.
Πριν φτάσουμε στο 1770, την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, το 1760 ο συντοπίτης του Μιχαήλ Βράχος ή Βλάχος είχε διακριθεί για την επαναστατική του δράση, αφού για 4 χρόνια κατεδίωκε του κρητογενίτσαρους και τους σπαχήδες: «και ως θύελλα επιπίπτων κατ’ αυτών εκράτει το φρικτόν σκυλολόγιον εις διηνεκή φόβον και αναστάτωσιν» Δυστυχώς το τέλος του ήταν μαρτυρικό, αφού συνελήφθη, κατόπιν προδοσίας και ξυλοκοπήθηκε από το δήμιό του μέχρι θανάτου.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη αποτελεί σημαντικό γεγονός της πρώιμης τουρκοκρατίας. Εντάσσεται στο πλαίσιο των «ορλωφικών»: ο Μπέης της Μάνης, ο Εμμ. Μπενάκης έφερε το Δασκλογιάννη σε επαφή με το Θεόδωρο Ορλώφ τον οποίο είχε στείλει η Μεγάλη Αικατερίνη στην Πελοπόννησο προκειμένου να ξεσηκώσει τους προκρίτους. Ο Δασκαλογιάννης λάμβανε μηνύματα ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να στείλει το στόλο της για να συνδράμει και στην Κρήτη μετά την Πελοπόννησο, και παρακινήθηκε να προβεί στις απαραίτητες πολεμικές προετοιμασίες. Για το Δασκαλογιάννη ή Ιωάννη Βλάχο όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, δεν έχουμε ικανές πληροφορίες. Ξέρουμε πάντως ότι επρόκειτο για ένα εύπορο και μορφωμένο για την εποχή του πλοιοκτήτη.

Η ιστορία ξεκινά με συνεννόηση του Δασκαλογιάννη «με τον Μπέη της Βλαχιάς και τον Μπέη από τη Μάνη», οι οποίοι έχουν έρθει σε επαφή με τους Ρώσους προκειμένου να επαναστατήσουν ενάντια στους Τούρκους. Στην αρχή, ο Δασκαλογιάννης συνδιαλέγεται με τον Πρωτόπαπα ο οποίος έχει τις αντιρρήσεις του γι’ αυτή τη ριψοκίνδυνη κίνηση. Αργότερα όμως, με τη συνδρομή και άλλων Σφακιανών, αποφασίζεται να ξεκινήσει η επανάσταση η οποία είναι αρχικά νικηφόρα για τους κρητικούς. Ο πασάς στέλνει ειδοποίηση στο Δασκαλογιάννη να παραδοθεί και σε αντάλλαγμα δε θα κάνει κακό στους κατοίκους των Σφακίων αλλά οι πολεμικές επιτυχίες είναι τέτοιες που οι Σφακιανοί δε λογαριάζουν να παραδοθούν άνευ όρων. Όμως καταφτάνουν τα δυσάρεστα νέα που λένε ότι οι Ρώσοι δεν πρόκειται να έρθουν να συνδράμουν στην Κρητική επανάσταση, γιατί τα σχέδιά τους άλλαξαν. Οι Σφακιανοί φέρονται να ρώτησαν τους Ρώσους γιατί δεν έρχονται στην Κρήτη και ο αρχηγός της ρωσικής επιχείρησης («ο Τζενεράλης του Μόσκοβου) τους απάντησε : «σεις είσθε κατώτεροι από τον στρατόν της Μάνης. Μολονότι μου είχον ειπή ότι θα δυνηθώ να καταλάβω την Μάνην εις τρεις ημέρας, εν τούτοις όμως δεν ηδυνήθημεν να τακτοποιήσωμεν κατ’ ουδένα τρόπον το ζήτημα αυτό. Πρώτα πρέπει να καταληφθεί η Μάνη και έπειτα έρχομαι εγώ ο ίδιος αυτοπροσώπως». Η οδυνηρή κατάληξη της επανάστασης του Δασκαλογιάννη με ορμητήριο τα Σφακιά, οδήγησε περιοχές να σπεύσουν να υποσχεθούν την υποτέλειά τους στον Πασά του Χάναδακα: «υποτέλεια και έλεος, ημείς είμεθα φόρου υποτελείς και πάντοτε υπάκουοι και υποτεταγμένοι. Δεν έχομεν δυνάμεις να διεξάγωμεν πόλεμον και αλληλοκτονίαν. Είμεθα έτοιμοι να υποστώμεν ό,τι διατάξητε» Ενώ, ένας από τους όρους που επιβλήθηκαν μετά την καταστολή της επανάστασης ήταν η περιθωριοποίηση των κατοίκων των Σφακίων: «Να μη ακολουθώσιν και ουδαμώς να συγχρωτίζονται με τους κατηραμένους απίστους, τους εκβραζομένους εις την περιφιφέρειαν των δεδηλωμένων εχθρών της ιεράς μας θρησκείας». Η απογοήτευση είναι μεγάλη αλλά οι Σφακιανοί δε φαίνεται να εγκαταλείπουν τον αγώνα. Σε μήνυμα που εστάλη για παράδοση των Σφακιανών, ο Δασκαλογιάννης απάντησε: «Κατ’ ουδένα τρόπον ησυχάζομεν. Είμεθα έτοιμοι διά τον πόλεμον και προπαρασκευασμένοι διά την μάχην. Κατ’ ουδένα τρόπον υποτασσόμεθα» Οι Σφακιανοί, προκειμένου να διασώσουν τα γυναικόπαιδα, τα έστειλαν στα Κύθηρα, ενώ στο λιμάνι του Λουτρού αγκυροβόλησαν 13 πλοία, τα οποία στη συνέχεια πήγαιναν σε άλλες περιοχές της Κρήτης με την ελπίδα ότι θα παρακινούσαν και άλλους κρητικούς να τους ακολουθήσουν. Ωστόσο οι Τούρκοι δραστηριοποιούνται και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την ήττα της επανάστασης. Οι Τούρκοι εισβάλλουν στις περιοχές των Σφακίων. Άλλοι σκοτώνονται και άλλοι συλλαμβάνονται. Ανάμεσα στους τελευταίους είναι και δυο κόρες του Δασκαλογιάννη, οι οποίες, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την περιοχή των Σφακίων, πέφτουν στα χέρια των Τούρκων. Η πανωλεθρία είναι μεγάλη. Ο απλός κόσμος, εκεί που δόξαζε το Δασκαλογιάννη για τις απελευθερωτικές του κινήσεις, τώρα τον «καταριέται» για την κακοδαιμονία που τους βρήκε. Ο πασάς του Χάνδακα εξακολουθεί να στέλνει μηνύματα μέσω του αδερφού του Δασκαλογιάννη, του Νικόλαου (που ήταν «δραγουμάνος» στην αυλή του πασά), να παραδωθεί και του υπόσχεται ότι τα Σφακιά θα έχουν τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η πίεση για τον οπλαρχηγό είναι μεγάλη. Διαισθάνεται ότι αν παραδοθεί, θα θανατωθεί και δεν πρόκειται να τηρηθούν και οι υποσχέσεις για τα διάσωση των Σφακίων. Όμως η πανωλεθρία που υφίστανται οι Σφακιανοί είναι μεγάλη και πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος εκτόνωσης. Κάποιοι από τους υπόλοιπους πολεμιστές δε συμφωνούν με την παράδοση του Δασκαλογιάννη. Στο τέλος, όμως ο Δασκαλογιάννης μαζί με τους συνοδούς του συλλαμβάνεται και θανατώνεται μαρτυρικά. Οι συνοδοί του ύστερα από κακουχίες στις φυλακές του φρουρίου Κούλε, στο Ηράκλειο, κατορθώνουν να διαφύγουν μετά τρία χρόνια και να επιστρέψουν στον τόπο τους, ο οποίος μετά την επέλαση των Τούρκων έχει ερημωθεί. Το ποίημα τελειώνει με την άποψη ότι ήταν «άκαιρη» η επανάσταση, αφού από τη μια δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος τα Σφακιά να ξεσηκωθούν καθώς δεν καταπιέζονταν τόσο πολύ και από την άλλη, ακόμα και αν υπήρχε η συνδρομή των Ρώσων, η επανάσταση έτσι κι αλλιώς θα καταπνίγονταν, διότι δε θα προλάβαιναν να φτάσουν στο νησί. Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει ότι μετά την επανάσταση του Δασκαλογιαννη στα Σφακιά έμειναν 4.000 ψυχές.

Μετά την επανάσταση, όπως ήταν φυσικό, οι Οθωμανοί άρχισαν να σκληραίνουν τη στάση τους.
Υπάρχει και έκδοση διαταγής ώστε οι χριστιανοί να φέρουν διακριτικά γνωρίσματα στο ρουχισμό τους, άνδρες και γυναίκες σε σχέση με τους μουσουλμάνους. Η διαταγή αυτή προέκυψε μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη. Σύμφωνα με τα μεταφρασμένα τουρκικά αρχεία, ο Πασάς του Χάνδακα εξέδωσε διαταγή σύμφωνα με την οποία απαγορεύονταν οι πυροβολισμοί το βράδυ, ορίζονταν διακριτικό σήμα πάνω από τις πόρτες των χριστιανικών σπιτιών και απαγορεύονταν να χρησιμοποιούν οι μουσουλμάνες τα ίδια χαμάμ με τις Ελληνίδες.

Αφού αντιστάθηκε η «ιδιότυπη» περιοχή των Σφακίων, στην οποία μετά πολλών κόπων και βασάνων εφάρμοζαν την πολιτική τους, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα υπήρχε ξεσηκωμός και σε περιοχές που υφίσταντο βαρύτερες καταπιέσεις: «…μετά την του Δασκαλογιάννη επανάστασιν, ιδία δε τας τελευταίας δύο προ της εθνεγερσίας ετών δεκάδας η τροφή των Χριστιανών ην χόρτα μετ’ ολίγου ελαίου, εάν είχον και άρτον κριθίνου, διότι κρέας και αυτό χοίρειον μόνο τα Χριστούγεννα έβλεπον και πότε το Πάσχα εκ θαύματος άρνιον» «Πείνα και φτώχεια κι ερημιά, κλάηματα, μοιρολόγια ακούγασιν εις τσι γιαλιές κι εβλέπαν εις τα όρ(γ)ια (=βουνά).» . Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη έληξε με τραγικό τρόπο και για τον ίδιο και για τους συντοπίτες του. Ωστόσο, αυτές οι συνέπειες δε φαίνεται να έκαμψαν το φρόνημα των κατοίκων της Κρήτης. Είχε ήδη σπαρθεί η ανάγκη για ανεξαρτησία.

4 εξελίξεις παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνία της Κρήτης: α) ο ευρύτατος εξισλαμισμός, β) η ανασύσταση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, γ) η δημιουργία του αξιώματος του γραμματικού της Πόρτας και δ) οι συνεχιζόμενες βλέψεις της Βενετίας στο νησί. «Η Κρήτη από το 1645 ως το 1715 είναι ένας κόσμος εν κινήσει όπου οι σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων βρίσκονται σε συνεχή αναδιαπραγμάτευση, ενώ η πολιτική νομιμοφροσύνη και οι θρησκευτικές ταυτότητες είναι ρευστές».

Κατά καιρούς έχει επιχειρηθεί να εξηγηθούν οι σχέσεις μεταξύ δύο διαφορετικών ομάδων. Ο Hobwbawm φιλοξενεί θέσεις του Barth, ο οποίος, χρησιμοποιώντας όρους όπως ανέφερα, διομαδικών σχέσεων αναφέρει τρεις τρόπους, κατά τους οποίους οι εθνοτικές ομάδες εντάσσονται σε πολυεθνικές κοινωνίες:
α) τα μέλη της ομάδας να αφομοιώνονται (Assimilation) από το ισχύον πολιτισμικό περιβάλλον,
β) τα μέλη της ομάδας να ακολουθήσουν μία «μέση λύση» και να διατηρήσουν, κάποια μειονοτικά χαρακτηριστικά αλλά η συμπεριφορά τους να καθορίζεται από το ισχύον πολιτισμικό περιβάλλον και
γ) τα μέλη της ομάδας να εμμείνουν στη μειονοτική τους ταυτότητα και να προτείνουν τρόπους συνύπαρξης με το ισχύον πολιτισμικό περιβάλλον. (E. J. Hobsbawm, 1994:221 – 222)

Ο καθηγητής κ. Χαραλαμπάκης στο άρθρο του «Διαπολιτισμική επικοινωνία και γλωσσικά στερεότυπα» αναφέρει τρείς ρυθμιστικές προϋποθέσεις που καθορίζουν την ένταξη των εθνοτικών ομάδων στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον:
α) την αμοιβαιότητα στη διεκδίκηση δικαιωμάτων (egalitarian reciprocity),
β) τον οικειοθελή αυτό-καθορισμό (voluntary self-identification) και
γ) την ελευθερία εξόδου και παραμονής στην ομάδα (freedom of exit and association)
(«Διαπολιτισμική επικοινωνία και γλωσσικά στερεότυπα » , από τα πρακτικά ημερίδας προς τιμήν του Παναγιώτη Κοντού, Αθήνα 3 Νοεμβρίου 2003, Γλωσσολογία, 15, 2003 [2004] 129 – 173, σελ.11)

Επιλεγμένα αποσπάσματα από την Πηγή 1, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Νεκταρίας – Ευανθίας Αικατερινίδη
«ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ»
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:1645 – 1770
2, 3

Το Σχολείο από την Αρχαία Αθήνα, Σπάρτη, Κρήτη έως σήμερα
Κοινόν, Ανδρεία και Συγκρητισμός

 

Ετικέτες: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: