RSS

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ -Τίποτε πιο γλυκό, τίποτε πιο θλιβερό

30 Ιολ.

[…]η μελαγχολία ήταν μια ανισορροπία της φυσιολογίας, δημιουργούμενη από την ανεπιθύμητη επικράτηση ενός από τους τέσσερις χυμούς που ρύθμιζαν το σώμα, και συγκεκριμένα με την εισβολή στο αίμα του χυμού της μέλαινας χολής.
[…]«Κατανοούμε με ευκολία ότι η επίμονη παρουσία της λέξης μελαγχολία -που παραμένει κραταιά στην ιατρική γλώσσα από τον 5ο αιώνα π.Χ.- μαρτυρεί απλώς μια τάση για λεκτική συνέχεια… Αλλά δεν θα έπρεπε να εξαπατηθούμε από την ομοιότητα των λέξεων: παρά τη συνέχεια της λέξης μελαγχολία, τα συμπτώματα που στεγάζει ποικίλλουν σημαντικά. Στο μακρινό παρελθόν, από τη στιγμή που εντοπίζονταν ο επίμονος φόβος και η θλίψη, η διάγνωση ήταν μία. Ομως η σύγχρονη επιστήμη θα διέκρινε τη σύγχυση ανάμεσα στην κατάθλιψη, τη δυσθυμία, τη διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), τη σχιζοφρένεια, τις νευρώσεις, το άγχος, την παράνοια κ.λπ.».

α) Μελαγχολία Τίποτε πιο γλυκό, τίποτε πιο θλιβερό

Πείτε μου, οι πολιτικοί, γιατί ξεράθηκε η πράσινη Παλαιστίνη κι έσβησε η σπουδαία Ελλάδα, η Αίγυπτος και η Μικρά Ασία, κι είναι πεσμένα πτώματα; Η γη δεν άλλαξε, άλλαξε όμως η διοίκηση, και ο λαός έγινε οκνός, τεμπέλιασε, και δεν υπάρχει γεωργική πολιτική, ούτε διάθεση. «Δεν είναι πως η γη καταπονήθηκε κι έχει εξαντληθεί», ο Κολουμέλλας ξεκαθαρίζει στον Συλβίνο, «μα φταίει η απραξία μας», και τα λοιπά. Πώς να πιστέψεις για την παλιά Ελλάδα αυτά που γράφει στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης κι αυτά που αναφέρουν ο Παυσανίας, ο Στέφανος ο Βυζάντιος, ο Σοφιανός και ο Γερβέλλιος; (…) Αν κάποιος τότε κοίταζε απ’ τον Ταΰγετο ψηλά τη γύρω χώρα κι έβλεπε τόση χλιδή, τόσες πόλεις σπαρμένες στην Πελοπόννησο, τώρα θ’ αντίκριζε εκεί ερείπια και στάχτες, μαυρίλα και ερημιά και ξεθεμέλιωμα. Το λες και δεν χωνεύεται και πιάνεις και θρηνείς σαν τον Βιργίλιο: «Μπορεί να ιστορείς αυτά και να μην κλαις; Ποιος είναι από πέτρα κι από ατσάλι;» (και πάει έτσι). Ποια πίκρα και ποια λύπη είναι αρκετή;

1 Πολύ παλιά, όταν η ανάγνωση ενός μακροσκελούς και σοβαρού βιβλίου θεωρούνταν ευχάριστος, ακόμη και διασκεδαστικός τρόπος να περνά κανείς την ώρα του, η «Ανατομία της Μελαγχολίας» του Ρόμπερτ Μπέρτον ήταν μπεστ-σέλερ. Παράξενη μοίρα για μια ιατρική πραγματεία, γραμμένη στις αρχές του 17ου αιώνα όχι από γιατρό, αλλά από έναν κληρικό και λόγιο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που αποφάσισε να γράψει για τη μελαγχολία και με αφορμή ένα τέτοιο θέμα επεκτάθηκε και σε πολλά ακόμα. Το βιβλίο γνώρισε έξι εκδόσεις στη διάρκεια της ζωής του Μπέρτον. Από το 1621 ώς το 1651 μεγάλωσε πολύ σε όγκο, αρχίζοντας με 353.369 λέξεις και φτάνοντας τελικά τις 516.384 (μία έβδομη έκδοση χωρίς αναθεωρήσεις δημοσιεύτηκε το 1660, λίγο μετά τον θάνατο του Μπέρτον). Δεν ανατυπώθηκε κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, όμως το έργο δεν είχε πάψει να κυκλοφορεί στο εμπόριο. Ο Σάμιουελ Τζόνσον έλεγε στον Μπόσγουελ ότι ήταν «το μόνο βιβλίο που τον έβγαλε από το κρεβάτι, δυο ώρες νωρίτερα απ’ ό,τι σκόπευε να σηκωθεί».

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το ρομαντικό κίνημα μετέτρεψε αυτή την πραγματεία σε λογοτεχνία. Ο Τσαρλς Λαμπ, ο Σ. Ρ. Κόλεριτζ και ο Τζον Κιτς, μεταξύ πολλών άλλων, γοητεύτηκαν υπέρμετρα από το βιβλίο και σε μία από τις επιστολές του Κιτς υπάρχει ένα πολύ εκλεπτυσμένο, αστείο και γεμάτο θαυμασμό παστίς από χωρία του έργου του Μπέρτον. Ο Κόλεριτζ το χαρακτήριζε «ένα από τα πιο διασκεδαστικά βιβλία της γλώσσας μας». Και έτσι η «Ανατομία» έγινε κλασική: σαράντα οκτώ εκδόσεις της γνώρισε ο 19ος αιώνας.

Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον ατόνησε. Στις ιστορίες της αγγλικής λογοτεχνίας, φυσικά, ο Μπέρτον εξακολούθησε να διατηρεί περίοπτη θέση, αλλά ο 20ός αιώνας είδε λίγες ανατυπώσεις του κορυφαίου του έργου. Τελευταία, ωστόσο, παρατηρείται μια εντυπωσιακή αναβίωση. Στα αγγλικά πρόσφατα εμφανίστηκαν δύο εκδόσεις (η πρώτη σ’ έναν μόνο τόμο -εκδ. «New York Review of Books»-, και η δεύτερη, σε έξι τόμους, -εκδ. «Oxford University Press»-, αποτελεί μια εξαιρετική κριτική έκδοση, που περιλαμβάνει όλες τις παραλλαγές του έργου, ενώ οι τρεις τελευταίοι τόμοι αφιερώνονται σε εκτενή σχολιασμό), ενώ στα γαλλικά το βιβλίο μεταφράστηκε επιτέλους, ύστερα από τέσσερις αιώνες, με εισαγωγή του μεγάλου θεωρητικού Ζαν Σταρομπινσκί.

Βέβαια, το να αποκαλέσουμε την «Ανατομία της Μελαγχολίας» ιατρική πραγματεία, όπως έκανα αρχικά, είναι παραπλανητικό, και γιατί ο Μπέρτον χρησιμοποιεί το θέμα του ως πρόσχημα για να καταπιαστεί με οτιδήποτε τον ελκύει και τον ενδιαφέρει, αλλά κυρίως γιατί η μελαγχολία τότε δεν θεωρούνταν ασθένεια, αλλά μάλλον βασικό συστατικό του πολιτισμού, ορίζοντας έναν τύπο προσωπικότητας. Βέβαια, τεχνικά, η μελαγχολία ήταν μια ανισορροπία της φυσιολογίας, δημιουργούμενη από την ανεπιθύμητη επικράτηση ενός από τους τέσσερις χυμούς που ρύθμιζαν το σώμα, και συγκεκριμένα με την εισβολή στο αίμα του χυμού της μέλαινας χολής. Οταν έγραφε ο Μπέρτον, η θεωρία των χυμών, που είχε κυριαρχήσει στην Ιατρική από την αρχαιότητα, είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται: ο Γουίλιαμ Χάρβεϊ είχε μελετήσει, το 1628, την κυκλοφορία του αίματος και έτσι είχε συντελέσει στη θεμελιώδη αναθεώρηση των ιδεών περί της φυσικής συνθήκης του ανθρώπινου σώματος. Η θεωρία των χυμών συνέχιζε, ωστόσο, να κυριαρχεί στην ιατρική πρακτική και αποτελεί το επίκεντρο του βιβλίου του Μπέρτον.

Ωστόσο, η θεωρητική σύγχυση ήταν ήδη εντυπωσιακή. Στο βιβλίο του «Histoire du traitement de la melancolie», που εκδόθηκε το 1960, ο Σταρομπινσκί παρατηρεί: «Κατανοούμε με ευκολία ότι η επίμονη παρουσία της λέξης μελαγχολία -που παραμένει κραταιά στην ιατρική γλώσσα από τον 5ο αιώνα π.Χ.- μαρτυρεί απλώς μια τάση για λεκτική συνέχεια… Αλλά δεν θα έπρεπε να εξαπατηθούμε από την ομοιότητα των λέξεων: παρά τη συνέχεια της λέξης μελαγχολία, τα συμπτώματα που στεγάζει ποικίλλουν σημαντικά. Στο μακρινό παρελθόν, από τη στιγμή που εντοπίζονταν ο επίμονος φόβος και η θλίψη, η διάγνωση ήταν μία. Ομως η σύγχρονη επιστήμη θα διέκρινε τη σύγχυση ανάμεσα στην κατάθλιψη, τη δυσθυμία, τη διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), τη σχιζοφρένεια, τις νευρώσεις, το άγχος, την παράνοια κ.λπ.». Ο ίδιος ο Μπέρτον αναγνωρίζει την απελπιστική ποικιλία και πολυπλοκότητα του ζητήματος: «Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει αποτελεσματικά γι’ αυτά τα συμπτώματα ή να θεσπίσει κανόνες για να τα κατανοήσει;… Περιγράφοντας τη μελαγχολία περιγράφουμε μια φανταστική έννοια, μια διεφθαρμένη φαντασία, μάταιες σκέψεις, τι απ’ όλα;» Χρησιμοποιώντας μια μεταφορά με τα 24 γράμματα του αλφαβήτου, τονίζει πως ο αριθμός τους υπερβαίνει τις διάφορες εκφάνσεις του φαινομένου. Τα συμπτώματα της μελαγχολίας είναι «ακανόνιστα, σκοτεινά, ποικίλα, άπειρα· ο ίδιος ο Πρωτέας δεν είναι τόσο άπιαστος», σημειώνει. Και ύστερα καταγράφει τα συμπτώματα που αναφέρουν οι πηγές του, ανάμεσά τους τον πονοκέφαλο, την υδρωπικία, τη χολολιθίαση, την επιληψία, την ποδάγρα, τις αιμορροΐδες κ.ά.

Η σύγχυση ήταν προφανής ήδη από τον 2ο αιώνα π.Χ., όταν ο Γαληνός διέκρινε διαφορετικές εκφάνσεις της μελαγχολίας. Μπορούσε, όπως έγραψε, να εντοπιστεί στον εγκέφαλο, να διαδοθεί σε όλο το σύστημα μέσω του αίματος και να επικεντρωθεί στα όργανα της πέψης – μια πρόταση που υιοθετεί και ο Μπέρτον. Ηταν λες και η μελαγχολία μπορούσε να αιτιολογήσει κάθε μορφή φυσικής ανωμαλίας, εκτός από τα ατυχήματα και τους τραυματισμούς. Ομως η έννοια είχε αποδειχθεί εύθραυστη και αμφιλεγόμενη και σταδιακά κατέρρεε – και τότε, λίγο πριν από την οριστική κατάρρευσή της, ο Μπέρτον αποφάσισε να την τιμήσει με έναν εγκυκλοπαιδικό απολογισμό.

Τουλάχιστον ως πρόθεση, η «Ανατομία» δεν είναι έργο πρωτότυπης σκέψης. Η φιλοδοξία του Μπέρτον ήταν εκείνη ενός βιβλιομανούς: να παρουσιάσει οτιδήποτε είχε γραφτεί ή είχε γίνει αντικείμενο στοχασμού σχετικά με τη μελαγχολία. Είναι μια ανθολογία, ή, καλύτερα, μια επιτομή. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε ονομάσει το έργο του «Cento» (κέντρων, τάπητας από σπαράγματα ποικίλων υφασμάτων και μεταφορικά κείμενο που συγκροτείται από αποσπάσματα άλλων κειμένων): «Σεβάστηκα κάθε δημιουργό και του ‘δωσα αυτό που του ανήκει», γράφει· σαν μέλισσα, λέει, συγκέντρωσε μέλι από πολλά λουλούδια: «Παραθέτω και μνημονεύω τους συγγραφείς μου… στο πιο μεγάλο μέρος, το υλικό είναι δικό τους, και μολοντούτο μου ανήκει, φαίνεται από πού το πήρα (…), μα μοιάζει άλλο απ’ ό,τι πήρα. Οπως η φύση στη θρέψη του σώματος παίρνει, χωνεύει, μεταβάλλει, έτσι κι εγώ ό,τι κατάπια είναι δικό μου πια, κι αυτό που παίρνω το χειρίζομαι όπως θέλω. Τους αναγκάζω να εισφέρουν, για να στρωθεί το Μακαρονικόν μου (σ.μ. είδος κωμικοσατιρικού ποιήματος που νοθεύει τη γλώσσα του με μιξοβάρβαρα λατινικά) κι εγώ βάζω τη μέθοδο».

Καθώς παραθέτει λίγο ώς πολύ άκριτα ό,τι έχει διαβάσει επί του θέματος (και το βιβλίο αυξάνεται σε όγκο, καθώς συνεχίζει να μελετά), ο συγγραφέας δεν μπορεί να αποφύγει αντιφάσεις ή προφανείς παραλογισμούς. Στο κεφάλαιο που επιγράφεται «Κακή διατροφή», οι ποικίλες πηγές του καταδικάζουν το κρέας του βοδιού, του χοίρου, της κατσίκας, του ελαφιού, του αλόγου, του λαγού, του κουνελιού, τα πιο πολλά πουλερικά και όλα τα ψάρια. «Το γάλα και τα παράγωγά του, το βούτυρο, το τυρί, η στάλπη και λοιπά, αυξάνουν τη μελαγχολία». Κάποια αυθεντία «απαγορεύει εντελώς τα φρούτα: αχλάδια, μήλα, δαμάσκηνα, κεράσια, φράουλες, καρύδια, μούσμουλα, σούρβα και λοιπά». Ο Μπέρτον δεν καταφέρνει πάντα να συμφιλιώσει τις παραδοξότητες, αλλά απλώς τις παρατηρεί, συχνά χωρίς σχόλια. Στόχος του δεν είναι να βάλει τάξη, μα απλώς να καταγράψει· η αταξία, απ’ ό,τι φαίνεται, τον γέμιζε με ικανοποίηση.

Παραδόξως, ο Μπέρτον στηρίζει το χιλιετές και πλέον οικοδόμημα που μελετά, με το να το προεκτείνει τόσο, ώστε η μελαγχολία να γίνεται κατά καιρούς συνώνυμη με κάθε μορφή τρέλας: «Μωρία, μελαγχολία και τρέλα είναι μία και μόνον αρρώστια» -μια αρρώστια, ωστόσο, που συνιστά την οικουμενική ανθρώπινη κατάσταση: «Και ποιος ανόητος δεν μελαγχολεί; Λίγο – πολύ, ποιον δεν αγγίζει αυτή η αρρώστια, είτε είναι κάτι φυσικό είτε επίκτητο; (…) Ολοι δεν είμαστε άρρωστοι, δεν είμαστε επιρρεπείς; Ποιον δεν εξουσιάζουν το πάθος, η οργή, ο φθόνος, η απόγνωση, ο φόβος και η λύπη;» Η σκέψη αυτή γεννιέται στον Μπέρτον από την ανάγνωση των θρησκευτικών κηρυγμάτων και του Μοντέν, για τον οποίο οι αδυναμίες και οι επιβλαβείς συνήθειες είναι τα ουσιώδη συστατικά και τα συνδετικά στοιχεία της κοινωνίας.

Είναι προφανές ότι ο Μπέρτον είχε επίγνωση ότι η διαστολή της ιδέας της μελαγχολίας την οποία επιχειρούσε, ήταν λανθασμένη· ωστόσο αυτό δεν τον απέτρεπε από το να επιχαίρει με αυτό του το ατόπημα, όπως φαίνεται από την ακόλουθη παρατήρηση: «Ετσι, λοιπόν, όπως κι αν πάρεις τη μελαγχολία, δόκιμα ή αδόκιμα, σαν φύση ή έξη, πόνο ή ηδονή, παραφορά, απογοήτευση, φόβο, λύπη ή τρέλα, εν όλω ή εν μέρει, μεταφορά ή κυριολεξία, είναι ένα πράμα. Ακόμα και το γέλιο σημαίνει τρέλα για τον Σολομώντα, και όπως γράφει ο Αγιος Παύλος, η λύπη για τα εφήμερα φέρνει τον θάνατο. Και όσο ζει ο άνθρωπος γεμάτη είναι η καρδιά του ανοησία και κακία».

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΕΡΤΟΝ
Η ανατομία της μελαγχολίας
ΜΤΦΡ.: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΟΡΟΖΙΔΗΣ
«ΗΡΙΔΑΝΟΣ»
ΣΕΛ. 648, ? 38,66

2 Η εξίσωση της μελαγχολίας και της τρέλας δεν ήταν ιδέα ξεχωριστή ή απαράδεκτη εκείνη την εποχή. Στο «The Harleian Miscellany», μια δημοφιλέστατη στον καιρό της συλλογή με ιστορικές μαρτυρίες του 16ου και 17ου αιώνα, που είχε επιμεληθεί ο Σάμιουελ Τζόνσον, συναντάμε την αναφορά σε ένα νεαρό Γάλλο που προσηλυτίστηκε στον Προτεσταντισμό από τον Καθολικισμό και στη συνέχεια αποφάσισε να ασπαστεί τον Ιουδαϊσμό. Αυτή η αποστασία ήταν σοβαρότατο έγκλημα, με αποτέλεσμα ο Γάλλος να στραγγαλιστεί και να καεί στην πυρά στη Γενεύη, το 1632. Την υπεράσπισή του είχε αναλάβει, χωρίς επιτυχία, ένας διακεκριμένος θεολόγος, ο Πολ Φερί, που ζήτησε επιείκεια, τονίζοντας: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η ασθένειά του προέρχεται από μια μαύρη και βαθειά μελαγχολία, στην οποία είχα διακρίνει από καιρό ότι έκλινε… Γνωρίζετε, κύριε, ότι υπάρχει ένα είδος μελαγχολίας… που δεν είναι ούτε έγκλημα ούτε θεία τιμωρία, αλλά μεγάλη δυστυχία… υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι (η τρέλα του) προέρχεται από μια ανωμαλία του εγκεφάλου και από τη μελαγχολία». Η μελαγχολία ως πρώιμη μορφή μιας υπεράσπισης βασισμένης στην αδυναμία καταλογισμού.

Η πιο μεγάλη διαστολή της σημασίας και του πεδίου δράσης της μελαγχολίας, ωστόσο, παρατίθεται από τον ίδιο τον Μπέρτον, με ευφορία: «Η μελαγχολία δεν εκτείνεται μόνο στον άνθρωπο, μα και στα ζώα και στα φυτά. Δεν αναφέρομαι σε όποια στοιχεία είναι βαρύθυμα και μελαγχολικά εκ φύσεως, όπως ο μόλυβδος και άλλα μέταλλα, ούτε και στα φυτά, όπως ο απήγανος, το κυπαρίσσι και λοιπά…» Πρόκειται για μια μεταφορά που αυτονομείται, και κάνει τον Μπέρτον να δελεάζεται από τις χάρες του ανεκδότου, στο οποίο όμως τελικά αντιστέκεται: «Απ’ όλα πιο πολύ, πιο εύκολα κυλάει στην αρρώστια αυτή ο σκύλος, αφού, όπως λένε μερικοί, κάνει όνειρα σαν άνθρωπος, και η βία της μελαγχολίας μπορεί να τον τρελάνει· θα είχα να πω ένα σωρό ιστορίες με σκύλους που ψοφήσαν από τη λύπη τους και που μαράζωσαν γιατί χάσαν τ’ αφεντικά τους, αλλά τις έχουν ψωμοτύρι οι συγγραφείς».

Η τελική διαστολή αφορά τη μελαγχολία ολόκληρων εθνών και κοινωνιών: «Βασίλεια, επαρχίες, πολιτικοί οργανισμοί είναι κι αυτά ευαίσθητα και υπόκεινται στη νόσο». Την ιδέα ο Μπέρτον τη δανείζεται από τον συγγραφέα πολιτικών πραγματειών Ζαν Μποτέρο (τέλη του 16ου αιώνα), αλλά πρόκειται για μια ιδέα οικεία εκείνη την εποχή. Το μεταφορικό παιχνίδι με τις έννοιες, η προέκταση μιας λέξης πέραν του πεδίου της, ήταν μέρος της σύγχρονης στον Μπέρτον κουλτούρας, ουσιώδης για τη συγγραφή θρησκευτικών κηρυγμάτων. Η εφαρμογή της ιδέας της μελαγχολίας στο σύνολο της κοινωνίας, ωστόσο, επιτρέπει στον Μπέρτον να καταγγείλει, στον σατιρικό του πρόλογο, τον σύγχρονό του πολιτισμό ως τρελό, άρρωστο, μελαγχολικό, μωρό και τον ωθεί να κατασκευάσει μια Ουτοπία: «Μια νέα Ατλαντίδα, δική μου ποιητική επικράτεια, όπου θα κυβερνώ ανεμπόδιστα, θα χτίζω πόλεις, θα ιδρύω νόμους και θεσμούς καταπώς θέλω. Γιατί να μην το επιχειρήσω;» Η γοητεία όμως της Ουτοπίας του έγκειται στην επίγνωση ότι είναι «απίθανη και άπιαστη», ότι μπορεί μόνο να την ευχηθεί κανείς και όχι να την πραγματώσει, παρά τις πρακτικές και λογικές προτάσεις του για εκπαιδευτική, οικονομική και πολιτική μεταρρύθμιση.

(..) Η μελαγχολία, ωστόσο, δεν είναι μόνο μια αδυναμία, αλλά και ένα στοιχείο του χαρακτήρα που προσδίδει κύρος. Οταν ο ΛαΦοντέν έγραψε για τη νηφάλια τέρψη μιας μελαγχολικής καρδιάς («Jusqu’au sombre plaisir d’un coeur melancolique»), υπαινισσόταν ότι αυτή η τέρψη δεν χαρίζεται στον καθένα, αλλά μονάχα στον εκλεπτυσμένο ηθικά και αισθητικά. Ο μελαγχολικός, για το κοινό αίσθημα, είναι ένας άνθρωπος ξεχωριστής ευαισθησίας, αδύναμος να δράσει, αλλά υπερβολικά δεκτικός. Πάσχοντας από παραλυσία της βούλησης, δεν ενεργεί απερίσκεπτα ή από συνήθεια· πρέπει να πιεστεί για να δράσει. Η μελαγχολία είναι επίσης μια ευχαρίστηση στην οποία είναι σχεδόν αδύνατο να αντισταθεί κανείς, ένας συνεχής πειρασμός, στον οποίο αν εγκαταλειφθεί, καταλήγει στο θανάσιμο αμάρτημα της απελπισίας. Δραπετεύοντας από τη ρουτίνα της καθημερινής συμπεριφοράς, ο μελαγχολικός διεκδικεί την ανωτερότητα.

Αυτές οι αξιώσεις επικυρώνονται από μια μακρά παράδοση που μπορεί να αναχθεί στον Αριστοτέλη, ή τουλάχιστον στον Ψευδο-Αριστοτέλη, καθώς το βιβλίο «Προβλήματα», στο οποίο συναντάμε την κύρια επιχειρηματολογία περί μελαγχολίας, δεν αποδίδεται πια στον Σταγειρίτη. Η εισαγωγή είναι διαφωτιστική: «Γιατί όλοι οι άνδρες που διέπρεψαν στη φιλοσοφία, την πολιτική, την ποίηση και τις τέχνες είναι μελαγχολικοί και μερικοί σε τέτοιο βαθμό, ώστε προσβάλλονται από ασθένειες οφειλόμενες στη μέλαινα χολή, όπως καταδεικνύει η ιστορία του Ηρακλή;».

Η μακρά διαπραγμάτευση που ακολουθεί δεν δίνει πειστική ή συνεκτική απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, αλλά συγκρίνει τη μελαγχολία με το κρασί που αλλάζει τη φύση όσων μεθούν, με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται με τρόπους που θα απέρριπταν όντας νηφάλιοι. Πάντως ο Εμπεδοκλής, ο Σωκράτης και ο Πλάτων καταχωρίζονται ως επιφανείς μελαγχολικοί και ο ψευδο-Αριστοτέλης μας προσθέτει: «Το ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους από όσους καταπιάστηκαν με την ποίηση» και καταλήγει μεγαλόθυμα «όλοι οι μελαγχολικοί είναι μη φυσιολογικοί, πράγμα που δεν οφείλεται σε ασθένεια, αλλά στη φύση».

Για τους καλλιτέχνες της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αυτή η παράδοση λειτούργησε ως πρότυπο για το άγχος και την εκκεντρικότητα ιδιοφυών προσωπικοτήτων, όπως ο Ζοσκέν ντε Πρε, ο Μοντέν, ο ΛαΦοντέν, ο Μιχαήλ Αγγελος, ο Γκόγια, ο Μπετόβεν και μια πλειάδα ακόμη μειζόνων ή ελασσόνων δημιουργών. Ηταν μια παράδοση που παρήγαγε πλήθος εικαστικών και λογοτεχνικών έργων, διασημότερα των οποίων είναι ο «Αμλετ» του Σέξπιρ και η «Μελαγχολία» του Ντίρερ, το διάσημο χαρακτικό, όπου η εμβληματική μορφή της Μελαγχολίας υπαινίσσεται τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στη σοφία, την ποιητική έμπνευση, την ιδιοφυΐα και την κατάθλιψη. Η παράδοση είχε διάρκεια, ακόμη και μετά την κατάρριψη της θεωρίας των χυμών, μέχρι την εποχή των poetes maudits (των καταραμένων ποιητών) του 19ου αιώνα. Κι έτσι, η μελαγχολία έγινε για αιώνες κεντρί και κίνητρο για τη φαντασία και την έμπνευση.

3 Για τον Σάμιουελ Τζόνσον, που εκείνη την εποχή άρχιζε να συνθέτει το λεξικό του, το πρώτο τέταρτο του 17ου αιώνα ήταν η στιγμή που η αγγλική γλώσσα είχε φτάσει στο απόγειό της. Θα έτεινε κανείς να θεωρήσει ότι ο μέγας λόγιος θα προτιμούσε τη διαύγεια που θα πετύχαιναν αργότερα στην πεζογραφία τους ένας Ντράιντεν ή ένας Σουίφτ, όμως φαίνεται ότι τον Τζόνσον είχε κατακτήσει η μπαρόκ πληθωρικότητα της εποχής του Μπέρτον. Κατά τον 17ο αιώνα, η αγγλική πρόζα αυτονομήθηκε και κατάφερε να διακριθεί σε τομείς που παλαιότερα ανήκαν στην ποίηση. Με την εξαίρεση της μετάφρασης της Παλαιάς Διαθήκης από τον Γουίλιαμ Τιντέιλ, ο αγγλικός πεζός λόγος του 16ου αιώνα δεν μπορούσε να συγκριθεί σε δύναμη, ποικιλία και λεπτότητα με τον γαλλικό ενός Ραμπελέ ή ενός Μοντέν· παρέμενε αδέξιος, ένας επαρχιακός τρόπος έκφρασης. Στα τέλη του 16ου αιώνα, ωστόσο, η πεζογραφία κατέκτησε αίφνης μια πρωτοφανή ρώμη, στα πεζά μέρη των θεατρικών έργων του Σέξπιρ, καθώς και στο έργο του Ρίτσαρντ Χούκερ «Of the Laws of Ecclesiastical Polity» (1594).

Δυστυχώς, μεγάλο μέρος των μεγαλειωδώς εύγλωττων έργων του πρώιμου 17ου αιώνα δεν έχει σήμερα αναγνωστικό κοινό, ακόμη και μεταξύ των ακαδημαϊκών, ίσως λόγω θεματικής, αφού στο μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από θρησκευτικά κηρύγματα, μπροσούρες, προσευχές. Η πρόζα του Τόμας Μπράουν και του Τζον Νταν έχει βέβαια τους πιστούς της, και ο Λάνσελοτ Αντριους επέδρασε γόνιμα στον Τ.Σ. Ελιοτ· όμως ο Τόμας Ανταμς, που ο Κόλεριτζ και ο Λαμπ τον θαύμαζαν τόσο ώστε να τον συγκρίνουν με τον Σέξπιρ, είναι σχεδόν ξεχασμένος, ο Ρίτσαρντ Χούκερ διαβάζεται μόνον από ιστορικούς της θρησκείας, ο Τόμας Φούλερ ανακαλείται μόνο για μερικές λεπτομέρειες του έργου του και ο Τζέρεμι Τέιλορ έχει εντελώς παραμεληθεί, καθώς η ευγένειά του δεν ανταποκρίνεται στο σύγχρονο γούστο.

(…) Χρονολογικά, ο Μπέρτον βρίσκεται ανάμεσα στον Ανταμς και τον Φούλερ και διαθέτει την πικαρέσκα ποικιλία, αμεσότητα και χαλαρότητα δομής που χαρακτηρίζει και τους δύο. Και αυτός, όπως και εκείνοι, ήταν κληρικός, μολονότι αρνήθηκε τη θέση που θα του επέτρεπε να κηρύττει· φαίνεται πως αυτό του προκάλεσε κάποια δυσθυμία, και την απογοήτευσή του τη μεταμόρφωσε σε σατιρική επίθεση στις λεκτικές ακρότητες των σύγχρονών του ιεροκηρύκων, παρότι ο ίδιος δεν ήταν λιγότερο ακραίος ή υπερβολικός. Πάντως παρουσιάζει αριστοτεχνικά τον βερμπαλισμό και την πληθωρικότητα, που στα χέρια του γίνονται λογοτεχνικές αρετές.

Ενα υποκεφάλαιο της «Ανατομίας» ασχολείται με τις «Πίκρες, έγνοιες, βάσανα…» που μπορούν να προκαλέσουν μελαγχολία. Προς το τέλος αυτού του εκτεταμένου (πράγμα κατανοητό) κεφαλαίου, ο Μπέρτον καταπιάνεται με ένα προς ένα τα επαγγέλματα, διερωτώμενος ποιο απ’ όλα μπορεί να χαρίσει «εκπλήρωση και σιγουριά». Γράφει: «Δεν βρίσκω μια ζωή που να προσφέρει ικανοποίηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ηλικίες: τα παιδιά ζουν αιωνίως τη σκλαβιά, με τους τυράννους που διευθύνουν τα σχολεία· οι νέοι και οι πιο ώριμοι ζεύονται στη δουλειά, σε χίλιες δυο υποχρεώσεις της ζωής, πέφτοντας θύματα στην εκμετάλλευση, στην κοροϊδία, στην απάτη: Τραβά ξεγελασμένος στη φωτιά/ που κρύβεται κάτω απ’ τη στάχτη (Οράτιος, «Carmina»).

» Οι γέροι σφάζονται από πόνους μες στα κόκαλα, μουδιάζουν, παραλύουν με το ένα πόδι μες στον τάφο, βαρήκοοι, στραβοί, βραχνοί, σκεβροί, ρυτιδιασμένοι, τόσο αλλαγμένοι, που δεν αναγνωρίζουν αυτό που βλέπουν στον καθρέφτη, βάρος στους άλλους, βάρος στον εαυτό τους· μετά τα εβδομήντα, όλα είναι θλίψη (λέει ο Δαβίδ), δεν ζουν, σέρνονται πια. Αν καλοστέκουν, φοβούνται τις αρρώστιες· αν είναι άρρωστοι, βαριούνται τη ζωή: ζωή χωρίς υγεία, ζωή δεν είναι. Ενας κλαίει τη φτώχεια του, άλλος τη σκλαβιά του, ο τρίτος μια κρυφή ή αγιάτρευτη αρρώστια, μια δυσμορφία του σώματος, κάποια απώλεια, κάποια απειλή· θάνατοι αγαπημένων, ναυάγια, διωγμοί και φυλακίσεις, ατίμωση, απόρριψη, διασυρμός, συκοφαντίες και προσβολές και περιφρόνηση, αχαριστία, αγένεια, χλεύη και κοροϊδία, άτυχοι γάμοι, μαγκούφικη ζωή, πολλά παιδιά, παιδί κανένα, διπρόσωποι υπηρέτες, παιδιά δυστυχισμένα, στερήσεις, εξορίες, κυνηγητό, αποτυχία, ματαίωση και λοιπά».

Αυτό «και τα λοιπά», μία από τις αγαπημένες εκφράσεις του Μπέρτον, είναι σημάδι εξάντλησης· η έμπνευση έχει στιγμιαία στερέψει. Ο κατάλογος, που φαίνεται να επιταχύνεται παρορμητικά, δεν έχει συντεθεί συστηματικά, αλλά μέσω συνειρμών: οι ρυτιδιασμένοι και οι σκεβροί ανακαλούν τον καθρέφτη· η απώλεια και η απειλή φέρνουν στο νου θανάτους αγαπημένων, ναυάγια. Δεν είναι μια λογική αποτύπωση της δυστυχίας της ζωής και των γηρατειών, αλλά μια περιγραφή γραμμένη από έναν μελαγχολικό, όχι μια λογική παράθεση δυνατοτήτων, αλλά ένα «ελευθέρας» στο πνεύμα να επιτρέψει στις αναμνήσεις και τους συνειρμούς να ορμήσουν ανεμπόδιστα. Ο Μπέρτον δεν πασχίζει να βάλει τάξη, αλλά σχεδόν παθητικά επιτρέπει στις εμπειρίες της ζωής και της ανάγνωσης να παρουσιαστούν σε μια διαδοχή την οποία επιβάλλουν οι λέξεις και οι σημασίες τους· μερικές φορές αυτό κάνει τον Μπέρτον να διαβάζεται σαν λεξικό. Η παράγραφος που παραθέσαμε ακολουθείται από έναν χείμαρρο λογοτεχνικών αναφορών: «Σώνεται η καρδιά μας, όπως και του Δαβίδ για τα μυριάδες βάσανά του· κι είμαστε έτοιμοι να ομολογήσουμε, όπως ο Εζεκίας: ιδού, αντί για ευτυχία, δοκίμασα την πίκρα· να κλάψουμε μαζί με τον Ηράκλειτο, να βλαστημήσουμε τη μέρα που μας γέννησε, όπως ο Ιώβ· και να ασπαστούμε το αξίωμα του Σειληνού: καλύτερα να μη γεννιέσαι, αλλιώς γρήγορα θα πεθάνεις. Αν πρέπει, όμως, να ζήσουμε, τότε είναι προτιμότερο να αφήσουμε τα εγκόσμια, όπως έκανε ο Τίμων· να πάμε να χωθούμε σε τρύπες και σπηλιές, όπως οι ερημίτες· να ρίξουμε όλα μας τα υπάρχοντα στη θάλασσα, όπως ο Κράτης ο Θηβαίος, ή, σαν τους τετρακόσιους μαθητές του Κλεόμβροτου του Αμβρακιώτη, να γρεμοτσακιστούμε, να γλιτώσουμε απ’ τα βάσανα».

Πρόκειται πράγματι για συμπίλημα, γεμάτο με βαθύ και συγκινητικό, μολονότι βιβλιογραφικό, συναίσθημα. Για τον Μπέρτον τα βιβλία μάς δίνουν πρόσβαση στα πιο μύχια αισθήματά μας.

Σε ένα εντυπωσιακό δοκίμιο με θέμα τη σχέση του Μπέρτον με τον μετριοπαθή αγγλικανισμό του Χούκερ, ο ποιητής Τζέφρεϊ Χιλ υποστηρίζει ότι «κεντρικό ζήτημα της «Ανατομίας» είναι η φύση του ανθρώπινου πνεύματος» (σημειωτέον ότι ο Μπέρτον έδειχνε βαθειά δυσανεξία για τη θρησκεία, κυρίως για τους Ρωμαιοκαθολικούς, τους οποίους τοποθετούσε κάτω από τους Τούρκους, τους Εβραίους και τους άθεους). Και ήταν η φύση του θέματός του, της Μελαγχολίας, που του επέτρεψε να δημιουργήσει ένα ύφος το οποίο ακολουθούσε την κίνηση και τη ροή του πνεύματος στην πιο ελεύθερη έκφρασή του, απελευθερώνοντας τους συνειρμούς καθώς οι προτάσεις του άλλαζαν βηματισμό, ορμούσαν μπροστά ή κοντοστέκονταν στη μέση ενός επιχειρήματος. Αυτή η ελευθερία ήταν το προνόμιο ενός μελαγχολικού.

4 Παρότι έγραψε κυρίως από ιατρική σκοπιά, ο Μπέρτον γενικά κρατά την ισορροπία ανάμεσα στον πόνο και την τέρψη που γεννά η μελαγχολία. Στο μακροσκελές εισαγωγικό ποίημα «Η σύνοψη του συγγραφέα για τη μελαγχολία. Διαλογικώς» (με την τελευταία λέξη του τίτλου γραμμένη στα ελληνικά) ο Μπέρτον εναλλάσσει δύο επωδούς ανάμεσα σε δώδεκα στροφές. «Τίποτα πιο γλυκό απ’ τη μελαγχολία» και «τίποτα πιο θλιβερό (πικρό, τυραννικό, κολασμένο, βίαιο)» απ’ αυτήν. Ωστόσο, την εποχή που έγραφε την πραγματεία του, η σημασία της λέξης είχε συρρικνωθεί, σε βαθμό που η γλυκύτητα της μελαγχολίας είχε αρχίσει να εκτοπίζει τη βιαιότητά της. Είχε γίνει της μόδας. Σύμφωνα με το Λεξικό της Οξφόρδης, «στην Ελισαβετιανή περίοδο και αργότερα, η μελαγχολία ήταν προσφιλής πόζα ανάμεσα σε όσους διεκδικούσαν τον χαρακτηρισμό τού υπερβολικά εκλεπτυσμένου». Το άγχος της μελαγχολίας παραμεριζόταν στο περιθώριο.

Μετά τον Μπέρτον, καθώς η ώς τότε ισχύουσα ιατρική έννοια της μελαγχολίας κατέρρευσε πανηγυρικά, το μειωτικό της περιεχόμενο αντικαταστάθηκε από άλλους, πιο συγκεκριμένους όρους. Στο ιατρικό ιδιόλεκτο, η μελαγχολία διατήρησε την παλιά της σημασία ώς το 1800 και λίγο μετά, αλλά στην κοινόχρηστη γλώσσα είχε χάσει τη δύναμή της και είχε γίνει σχεδόν αριστοκρατικό γνώρισμα. Μέρος της παλιάς, σοβαρότερης σημασίας της είχε μετατεθεί στην έννοια της πλήξης, ή ennui (η γαλλική λέξη έφερε ανέκαθεν το ίχνος ενός μεγαλύτερου άγχους, γιατί σήμαινε εκτός από πλήξη και τον πόνο που αυτή προκαλεί). (…) Πάντως η πρώτη αναφορά στην εμπειρία της πλήξης απαντά σε μια διάσημη, λακωνική και όμορφη πρόταση του Πασκάλ: «Εχω επανειλημμένα πει ότι όλη η δυστυχία του ανθρώπου γεννιέται από ένα και μόνο πράγμα, από το ότι δεν γνωρίζει πώς να καθίσει ήσυχα στο δωμάτιό του». Η πηγή του Πασκάλ, ασφαλώς, είναι ο Μοντέν, που είχε παρατηρήσει ότι η έξαψη του κυνηγιού είναι πιο ευχάριστη από το να σκοτώνεις το θήραμά σου, αλλά η διεισδυτικότητα με την οποία ο Πασκάλ αναφέρεται στην διάσπαση της συγκέντρωσης στις σύγχρονες κοινωνίες διαθέτει εντελώς νέα δύναμη και ένταση. Από τότε, η έννοια της πλήξης βάθυνε και έφερε στο επίκεντρο μερικές από τις πιο παράδοξες εκφάνσεις της μελαγχολίας. Η ανία, η πλήξη, η ennui, έγιναν έκτοτε θέματα της λογοτεχνίας, ιδίως στη Γαλλία.

Τον 18ο αιώνα, οι δεξιοτεχνικές περιγραφές της πλήξης που συναντάμε στην αλληλογραφία της Μαντάμ ντι Ντεφάν με τον Οράτιο Γουόλπολ, παραμένουν αξεπέραστες. Ηλικιωμένη και μισότυφλη, η ηγερία τόσων και τόσων μεγάλων, με το πιο διάσημο ίσως σαλόνι στο Παρίσι, ερωτευμένη με τον κατά είκοσι χρόνια νεότερό της διακεκριμένο ευγενή Βρετανό συγγραφέα, έγραφε στον Γουόλπολ τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα επί είκοσι χρόνια, σε μια ασύγκριτη πρόζα . Σε μια επιστολή της, της 20ής Οκτωβρίου 1766, περιγράφει μία από τις συγκεντρώσεις της:

«Χθες βράδυ θαύμασα τους πολυπληθείς καλεσμένους που βρέθηκαν στο σπίτι μου· άνδρες και γυναίκες σαν νευρόσπαστα κρεμασμένα από σκοινάκια πήγαιναν και έρχονταν, γελούσαν και μιλούσαν, χωρίς να σκέφτονται, χωρίς να στοχάζονται, χωρίς να αισθάνονται· ο καθένας έπαιζε τον ρόλο του από συνήθεια: η κυρία Δούκισα του Ογκιγιόν ξέσπαγε κάθε τόσο σε γέλια, η κυρία Ντε Φορκαλκιέ τόνιζε επιδεικτικά την απαρέσκειά της για τα πάντα, η κυρία Ντε λα Βαλιέρ φλυαρούσε επί παντός επιστητού. Οι άνδρες δεν ήταν καλύτεροι, κι όσο για μένα, είχα βυθιστεί στις πιο μαύρες σκέψεις: σκεφτόμουν ότι είχα σκάψει με τα ίδια μου τα χέρια όλα τα βάραθρα στα οποία είχα πέσει· ότι όλες μου οι κρίσεις ήταν λανθασμένες, απερίσκεπτες, πάντοτε βιαστικές· και τελικά ότι δεν είχα πραγματικά γνωρίσει κανέναν, πως κανείς δεν με είχε γνωρίσει, πως ίσως ούτε εγώ δεν γνώριζα τον εαυτό μου».

Πρόκειται για την εμπειρία της πλήξης στο μεγαλύτερο βάθος της, όταν η κοινωνία έχει χάσει το ανθρώπινό της περιεχόμενο και όλες οι πράξεις είναι μηχανικές και προβλέψιμες, όταν η προσωπική ταυτότητα παύει να έχει νόημα. «Είμαστε ολοζώντανοι, και γευόμαστε το κενό» είναι η πιο αγωνιώδης έκφραση της πλήξης της Μαντάμ ντι Ντεφάν. Για άλλους συγγραφείς του 18ου αιώνα, η πλήξη μπορεί να είναι όπλο: «Διασκεδάζω προκαλώντας σας πλήξη», έγραψε ο Ντιντερό με τον συνήθη του οίστρο.

Τον 19ο αιώνα, μαζί με την αναβίωση του ενδιαφέροντος για τον Μπέρτον, η μελαγχολική επιτήδευση έγινε της μόδας ανάμεσα στους νέους της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η λέξη αισθητικοποιήθηκε, άρχισε να σημαίνει την αόριστη θλίψη. Η πλήξη, η ennui, πήρε νέες διαστάσεις στη Γαλλία και σταδιακά ιδιοποιήθηκε πολλές από τις σημασίες που είχε η μελαγχολία εκατό χρόνια νωρίτερα. Οπως και η μελαγχολία, έτσι και η πλήξη έγινε ερέθισμα, κίνητρο, απόδραση από τη ρουτίνα και κατέκτησε βασικό ρόλο στο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Η Μαντάμ Μποβαρί βρίσκει τραγικό τέλος μόνο και μόνο επειδή πλήττει με την επαρχιακή της ζωή και τον άβουλο σύζυγό της· η πλήξη είναι κινητήρια δύναμη για τους ήρωες άλλων μυθιστορημάτων του Φλομπέρ, όπως για τον Φρεντερίκ της «Αισθηματικής αγωγής» και τους Μπουβάρ και Πεκισέ. Το ίδιο και για τον ήρωα του «Αδόλφου» του Μπενζαμέν Κονστάν, την Αννα Καρένινα του Τολστόι, τον Στίβεν Ντένταλους στον «Οδυσσέα» και τους πρωταγωνιστές πολλών άλλων αφηγημάτων. Αποτέλεσε τη βάση μιας κριτικής ματιάς στην κοινωνική τάξη. Τη θετική πλευρά αυτής της έννοιας ενσαρκώνει, ίσως, μόνον ο ήρωας του Σταντάλ στο «Μοναστήρι της Πάρμας» -ο δεκαεφτάχρονος αρχιεπίσκοπος που βρίσκει επιτέλους την ευτυχία στη μοναξιά της φυλακής· ωστόσο, αυτή η αποδοχή της μοναχικότητάς του δείχνει περίτρανα την επιφανειακότητα των ιδανικών με τα οποία είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν όλοι οι άλλοι ήρωες του μυθιστορήματος.

Τώρα πια η πλήξη, και όχι η μελαγχολία, προσφέρει μια χαρακτηριστική αποξένωση από την κοινωνία. Η λέξη αποκτά μεγαλειώδες νόημα: δεν είναι πια η απουσία ενδιαφέροντος, ή μια εκκεντρική και εκλεπτυσμένη αδιαφορία, αλλά η έλλειψη ικανοποίησης από τον κόσμο, από τον πολιτισμό. Ο Αλφρέ ντε Μισέ έγραψε για τον θάνατο του Μπάιρον: «Οταν ο μέγας Μπάιρον άφησε τη Ραβέννα / στη θάλασσ’ αναζήτησε μια μακρινή ακτή/ τέλος να βάλει, ηρωικό σ’ αέναη ennui…»

Η πλήξη έχει πια ανακτήσει τη δύναμη και τη σημασία της κλασικής μελαγχολίας. Αυτή η νέα δύναμη καθιερώνεται στα «Ανθη του κακού» του Μποντλέρ. Οι όροι «ennui» και «spleen» χρησιμοποιούνται εξίσου· μερικοί κριτικοί θεωρούν ότι είναι διακριτοί, αλλά, κατά τη γνώμη μου, ο ποιητής τούς συγχέει σκόπιμα. Στο προλογικό ποίημα του βιβλίου, η πλήξη (ennui) προσωποποιημένη, καπνίζοντας, με τα μάτια γεμάτα αθέλητα δάκρυα, είναι η μεγαλύτερη απ’ όλα τα βίτσια και η έμπνευση του βιβλίου, αναγνωρίσιμη άμεσα από τον υποκριτή αναγνώστη, όμοιο και αδελφό του ποιητή. Η πλήξη είναι η έμπνευση του έργου του Μποντλέρ, όχι μόνο γιατί είναι πλούσιο θέμα, μια αφορμή για ποίηση, αλλά και γιατί, όπως και η μελαγχολία, έχει καταστεί όχι μόνο βασανιστήριο, αλλά και μεγάλο δέλεαρ, μια πηγή απόλαυσης.

Μετά τον 19ο αιώνα, τα μεγάλα ρεύματα της μελαγχολίας και της πλήξης διαχέονται στο πολυδαίδαλο δέλτα των ποικίλων διανοητικών ασθενειών: νευρώσεις, μανιοκατάθλιψη κ.λπ. Σχεδόν δύο και πλέον χιλιετίες μελαγχολίας συμβάλλουν στην εξέλιξη της ψυχιατρικής και ψυχοσωματικής Ιατρικής. Η μελαγχολία υπήρξε, πράγματι, ένας γόνιμος τρόπος μελέτης του μυαλού.

ΤΟΥ CHARLES ROSEN, Από το «New York Review of Books», Ιούνιος 2005

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 07/09/2007

Πηγή

—————————————-

Αν δεν βαρεθήκατε,ανεπιφύλακτα προτείνω να δείτε και αυτό!

—————————————-

β) Οι ελληνικές ρίζες της µελαγχολίας

µελαγχολίαΑπό τον Ιπποκράτη ως τον Αριστοτέλη, οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν την ψυχική νόσο των µοντέρνων καιρών αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, της τέχνης και της ποίησης
της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

«There is no saying». Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο Φρόιντ σε µια επιστολή του τη θλίψη του για τον θάνατο της µητέρας του: «∆εν υπάρχουν λόγια». Τώρα που η µελαγχολία βρίσκεται στο επίκεντρο της ζωής µας, τα λόγια αυτά αποκτούν µια παράξενη οικειότητα. Η µελαγχολία κρύβει µέσα της ένα κοµµάτι που αντιστέκεται στην ανάλυση. Ο µαύρος ήλιος όµως, αυτή η «σκοτεινή ύλη» που είναι η θλίψη, µοιάζει να είναι αναπόσπαστο κοµµάτι κάθε σκέψης, κάθε δηµιουργίας. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι πλαστήκαµε θλιµµένοι. Η ανθρώπινη ύπαρξη, µας θυµίζει ο Τζορτζ Στάινερ, σηµαίνει εµπειρία αυτής της µελαγχολίας και µια ζωτική ικανότητα να την ξεπερνάµε. Μέσα από τον λόγο, τις σκέψεις, τα συναισθήµατα, µέσα από τις πολύµορφες διαδικασίες δηµιουργίας και µετουσίωσης.Και όµως, σήµερα η βίαια επιβεβληµένη εισβολή της µελαγχολίας στη ζωή µας µας βρίσκει ανέτοιµους από κάθε λυτρωτική διεργασία.Η δίχως όρους και όρια κρίση που ζούµε δεν µας αφήνει µόνο απογυµνωµένους από κάθε ελπίδα για το µέλλον, αλλά φανερώνει πόσο άοπλοι είµαστε στην επεξεργασία της οδύνης. Ισως η µεγαλύτερη απειλή να είναι το πάγωµα της σκέψης, η αδυναµία να στοχαστείς πάνω στη µελαγχολία, πάνω στις πραγµατικές διαστάσεις της απώλειας. Πώς να περιφρουρήσουµε τη σκέψη και το συναίσθηµα από το πάγωµά τους; Πώς να διασώσουµε το ανθρώπινο κέλυφος του ανθρωπισµού µας; Οι απαντήσεις λείπουν. Μέσα σε αυτή την κρίση είµαστε οι αναλφάβητοι της µελαγχολίας.Η µελαγχολία όµως είναι µια ελληνική λέξη. Και αυτό έχει τη σηµασία του. Η ληξιαρχική πράξη γέννησής της ως νόσου βρίσκεται στους αφορισµούς του βιβλίου VI του Ιπποκράτη. Στον 23ο Αφορισµό αναφέρεται: « Εάν η δυσθυµία και ο φόβος έχουν µεγάλη διάρκεια, µια τέτοια κατάσταση είναι µελαγχολική». Η µελαγχολία προκύπτει από τον χυµό, τη µέλαινα χολή. Για πρώτη φορά έχουµε µια εξήγηση για τη συµπεριφορά µας όχι σε σχέση µε θεούς, δαίµονες και άστρα, αλλά µε τον οργανισµό µας. Κάτι µέσα µας παράγει συµπεριφορές, διαµορφώνει χαρακτήρες.Το «Μελαγχολία και ιδιοφυΐα» είναι ένα σύντοµο κείµενο που αποδίδεται στον Αριστοτέλη. Ξεκινά θέτοντας το ερώτηµα: «Για ποιο λόγο όλοι όσοι έχουν αναδειχθεί εξαίρετοι στη φιλοσοφία ή στην πολιτική ή στην ποίηση ή στις τέχνες είναι εµφανώς µελαγχολικοί;». Ανάµεσά τους φιλόσοφοι, θεοί και ηµίθεοι. Ο Πλάτων, ο ∆ηµόκριτος, ο Σωκράτης, ο Ηρακλής, ο Αίας.Η ποίηση προϋποθέτει την έµπνευση, δηλαδή την κατακυρίευση του ποιητή από µια θεία δύναµη, ένα «εκτός εαυτού», έλεγε ο Πλάτωνας. Ο Αριστοτέλης σηµειώνει µια µεγάλη ανατροπή. Κάτι µέσα µας υπάρχει που µας σπρώχνει στην τρέλα, στην έκσταση, στην ευεξία, στον θυµό, στη λύπη, στην αθυµία, στη δηµιουργία. Ο Αλλος είναι µέσα µας. Αντικαθιστά την τυχαιότητα της θείας εκλογής µε τη µοίρα της δοσολογίας των χυµών µέσα µας. ∆εν πρόκειται πλέον για ένα πρόβληµα θείας χάριτος, αλλά για το αποτέλεσµα µιας φυσιολογίας. Ο Θεός δεν µιλάει µε τη φωνή µας, εκείνο που µας προστάζει να µιλήσουµε είναι το σώµα µας.Ιδού η αποπαθολογικοποίηση της νόσου που καθιστά τον Αριστοτέλη πρόδροµο µιας ψυχαναλυτικής σκέψης, αλλά ακόµη και αυτής της αιρετικής αντιψυχιατρικής κίνησης. Η µελαγχολία όχι µόνο δεν εµποδίζει τη δηµιουργία, αλλά συνδέεται µαζί της.

Μοντέρνο σφάλμα

Ο επιτάφιος λόγος, τα αρχαία ελληνικά επιτύµβια επιγράµµατα, προσφέρουν ένα εξαίσιο δείγµα ενός άλλου τρόπου διαχείρισης της απώλειας. Μέσα από την οδύνη και το πένθος αναβλύζει η ζωή που δεν εγκαταλείπεται στιγµή. Ο θρήνος γίνεται έναυσµα υπενθύµισης του αγαθού της ζωής. Αλλωστε το Ασκληπιείο, ο πιο σηµαντικός θεραπευτικός χώρος της αρχαιότητας, επιλέγεται να είναι κοντά στο θέατρο της Επιδαύρου. Ο πόνος ως αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, της τέχνης, της ποίησης.

Στο διάβα των αιώνων ο ψυχικά πάσχων θα διατηρήσει τη χροιά µιας αµφιλεγόµενης, φορτισµένης παρουσίας: αµαρτωλός, θεόσταλτος, επικίνδυνος, άρρωστος, ιερός, ο πάσχων θα καταλήξει να συρρικνωθεί στην αγκαλιά ενός τεχνοκρατικού ψυχιατρικού κατεστηµένου λόγου. Ενός λόγου που θα εξορίσει τον µελαγχολικό από τη µελαγχολία του, θα αδειάσει τη µελαγχολία από κάθε υποκειµενική αλήθεια και θα αφήσει στη θέση της ένα ιατρικό συµβάν, µια νοσογραφία στη θέση µιας κατάστασης ψυχής.

Ο σύγχρονος τρόπος του υπάρχειν, αλλά και του θεραπεύειν τον ψυχικό πόνο, απογυµνώνει το υποκείµενο από τη δυνατότητα µιας άλλης συνύπαρξης µε τη θλίψη του. Μέσα σε έναν πολιτισµό που αντιλαµβάνεται τη µελαγχολία ως κατάθλιψη, ως έλλειµµα, ως ένα µοντέρνο σφάλµα ενάντια στην επιταγή µιας ψυχαναγκαστικής αισιοδοξίας, ενάντια σε µια εργαλειακά νοούµενη πρόοδο, το υποκείµενο της οδύνης παραµένει εξόριστο από την οδύνη του, ξένο στον εαυτό του, απογυµνωµένο από το µέσα του, ένα άδειο κέλυφος.

Ενα νοερό όµως ταξίδι στις πηγές, στα πρώτα περί µελαγχολίας κείµενα, φέρνει στο προσκήνιο έναν άλλο τρόπο του πάσχειν.

Αν ο φόβος του θανάτου καιροφυλακτεί πίσω από τη µελαγχολία, οι πρόγονοί µας µπόρεσαν να κάνουν «τον φόβο του θανάτου οίστρο της ζωής». Αυτό καλούµεθα να πράξουµε στις δραµατικές στιγµές που ζούµε: να µεταµορφώσουµε τη µελαγχολία σε ορµή ζωής.

————————————————————————————————-
Θυμηθείτε: την Επικούρεια συνταγή… η “ΤΕΤΡΑΦΑΡΜΑΚΟΣ” :
Α) Άφοβον ο θεός  Β) αναίσθητον ο θάνατος  Γ) τ’αγαθόν μεν εύκτητον  Δ) το δεινόν ευεκαρτέρητο.
(Λύτρωση από τον φόβο του θεού και του θανάτου. Το αγαθό εύκολα κατακτάται, οι οδύνες εύκολα υπομένονται).
Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: